Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Οι Ερινύες του Εμφυλίου δεν έχουν σωπάσει

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Νίκος Κουρής

Φωτογραφίες: Έφη Γούση & Αθηνά Λιάσκου

Οι Ερινύες του Εμφυλίου δεν έχουν σωπάσει

  • A-
  • A+

Αν διακρίνω καλά, υπάρχει ένα γενικό μούδιασμα μετά την παράσταση της «Ορέστειας» στην Επίδαυρο από τον Γιάννη Χουβαρδά. Το μούδιασμα δεν προέρχεται από την «επιτυχία» της (το Σάββατο το θέατρο ήταν πλήρες) ή την υποδοχή (το χειροκρότημα ήταν θερμό). Προέρχεται από τη δική μας αδυναμία να συνθέσουμε ένα βολικό σχήμα πρόσληψης και ερμηνείας, που να ξεπερνά τα πρώτα, τυπικά σχόλια και να συνδέει την πρόταση του σκηνοθέτη με την παράδοση του αρχαίου δράματος.

Η «Ορέστεια» υπήρξε κατά τη γνώμη μου μια πολύ πυκνή κι ιδιοφυής ακροβασία, πολύ πέρα από τα στερεότυπα με τα οποία υποδεχόμαστε την τριλογία του Αισχύλου, μακριά από τις βεβαιότητες, μάλλον αδιάφορη για τον ίδιο τον χώρο της Επιδαύρου. Νομίζω ότι μια πρώτη και πρόχειρη ανάλυση της πρότασης περιλαμβάνει δύο άξονες: Ο πρώτος -ας πούμε, «οριζόντιος άξονας»- είναι αυτός που δραματουργικά δίνει στην «Ορέστεια» την πολιτική διάσταση.

Πρόκειται για ένα (όχι πάντα διαυγές) παστίς όπου συμφύρεται η μυθική κατάθεση της τριλογίας με την πρόσφατη ιστορική μνήμη της Κατοχής, τον Εμφύλιο και τα χρόνια της «Ανοικοδόμησης».

Σύμφωνα με αυτή την πρόταση, ένας θίασος ερμηνεύει επί σκηνής την «Ορέστεια», εμβολιάζοντάς την με στοιχεία του αδελφοκτόνου σπαραγμού, της εμφύλιας σύρραξης, του φατριασμού, των εσωτερικών τριβών της πρόσφατης πολιτείας μας. Υπάρχει στην ίδια απόδοση και κάτι σημαντικότερο: είναι η αγωνία μιας κοινότητας να διαχειριστεί το αίμα που ρέει αντιδρώντας ή -συνηθέστερα- υπεκφεύγοντας μέσω της τέχνης.

Από Βέμπο μέχρι Βάνου

Η «Ορέστεια» έτσι κι αλλιώς είναι από μόνη της μια από τις μεγαλοφυέστερες απόπειρες κάθαρσης της πόλης από κάποιο αόρατο μίασμα. Ο Χουβαρδάς διακρίνει και αντιπαραβάλλει αυτή την κατάθεση με τη βαθιά συλλογική ψυχολογία φόβου, ενοχής, ανασφάλειας που ελλοχεύει στο περιβάλλον της Κατοχής, του Εμφυλίου και της μεταπολεμικής εποχής (μουσική επιμέλεια του Κώστα Γασπαράτου).

Από τη Βέμπο μέχρι τη Βάνου, η ελαφριά αστική τέχνη διατήρησε όχι μόνο τη μελαγχολία αλλά και τη διάθεση λησμονιάς και φυγής. Η ορχήστρα επομένως εδώ δεν δείχνει την αγορά της πόλης, αλλά το αστικό σαλόνι και τους «διαδρόμους» του (σκηνικά Εύα Μανιδάκη, κοστούμια Ιωάννα Τσάμη), τόποι που φωτίζονται (εξαιρετικοί οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου) ανάμεσα σε σκιές.

Τα πράγματα είναι, όπως καταλαβαίνετε, ζόρικα... Τα κάνει δυσκολότερα ο δεύτερος άξονας της απόδοσης, που πιστεύω ότι ρυθμίζει τα πράγματα «καθέτως». Αφορά τη σχέση του ίδιου του σκηνοθέτη με την τριλογία. Την οποία ασφαλώς σέβεται, αν και καθώς φαίνεται περισσότερο από τον… συγγραφέα της.

Είναι κάπως δύσκολο για εμάς να αντιληφθούμε ότι η παράσταση της «Ορέστειας» ζητά να προβάλει τη διαχρονική σημασία της τριλογίας (στην οποία στηρίζεται η μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη), υποσημειώνοντας ωστόσο τη στενή και περιοριστική αντίληψη του συγγραφέα της.

Το πιο σημαντικό είναι ότι ο Αισχύλος εμφανίζεται φορέας μιας πατριαρχικής αντίληψης, η οποία σήμερα όχι μόνο δεν εφαρμόζεται, αλλά αντιθέτως καταγγέλλεται στον δυτικό κόσμο. Οι περισσότεροι σκηνοθέτες κρύβουν τέτοιες αντιφάσεις με βήξιμο ψάλτη. Εδώ όμως αλλάζει ριζικά ολόκληρη την οπτική, μεταβάλλει το πρόσωπο της Κλυταιμνήστρας, διαμορφώνει τον ρόλο του Αγαμέμνονα. Αλλάζει τη δυναμική των «Χοηφόρων», αλλάζει ακόμα και το τέλος της τριλογίας!

Αν έχεις την τόλμη να παραδεχθείς ότι για έναν σημερινό θεατή η επιχειρηματολογία που πείθει τις Ερινύες είναι έωλη, δεν μπορείς να δεχθείς ότι σήμερα οι σκοτεινές θεές πείθονται με τα ίδια λόγια. Στη συλλογιστική εισέρχεται μοιραία ο δαίμων της ειρωνείας.

Η «Ορέστεια» λέει στον Χουβαρδά κάτι που μας διαφεύγει. Οτι σε κάθε νέα εποχή οι Ερινύες θέλουν εκ νέου παραμυθία για να σωπάσουν. Προς το παρόν -και το παρόν μας καθορίζεται εν πολλοίς από τα μεταπολεμικά χρόνια- οι Ερινύες βρίσκονται κουκουλωμένες πρόχειρα κάτω από νάιλον παραπετάσματα, στα σαλόνια.

Μια πόλη διαιρεμένη

Δεν απομένει λοιπόν παρά να δούμε επί τροχάδην τους δύο άξονες στην παράσταση. Παρατηρώ στον «Αγαμέμνονα» την -ας πούμε- «σκηνή» εισόδου του στρατιώτη από το μέτωπο (Ιερώνυμος Καλετσάνος). Τον υποδέχεται μια ανήσυχη πόλη που κουβαλά εντός της τον ίδιο δαίμονα με το παλάτι: Ο εμφύλιος κρύβεται κάτω από τις λέξεις της.

Ο Φύλακας (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης) είναι ένας υπήκοος του παλατιού και της αυλής. Και είναι ασφαλώς αυτός που παραληρεί πρώτος με την έλευση του βασιλιά – τώρα τα πράγματα θα μπουν επιτέλους στη θέση τους! Ο Αγαμέμνων (Νίκος Κουρής) θυμίζει περισσότερο κατσαπλιά, εξαγριωμένο από τον πόλεμο (κι ο αντίζηλός του Αίγισθος -Δημήτρης Παπανικολάου- είναι εξαγριωμένος, αλλά από την εξουσία).

Ωστόσο η ίδια η πόλη έχει διαιρεθεί: υπάρχει στα σωθικά της ένα ρήγμα ανάμεσα στους ευπατρίδες μεγαλοαστούς και αυλικούς (ταιριάζουν στην Κλυταιμνήστρα περισσότερο απ’ ό,τι στον βασιλιά τους) και στους λαϊκούς, ακατέργαστους χειρώνακτες. Θυμίζει κάτι αυτό;

Η Κασσάνδρα (Αλκηστις Πουλοπούλου) αποτελεί από μόνη της ένα πρόβλημα για την παράσταση: Η εμφάνισή της έχει τεθεί σαφώς για να ερεθίζει τα αντανακλαστικά μας. Είναι μια απροσάρμοστη, ανήσυχη, ερωτική και σεξουαλικά κακοποιημένη νέα. Η οποία λαμβάνει τους παλμούς μιας άλλης πραγματικότητας και τους αναμεταδίδει (με παρεμβολές, παρακαλώ, στις ηλεκτρικές συσκευές!).

Και βέβαια έπειτα, η ίδια η Κλυταιμνήστρα (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη). Αρχόντισσα, σχετικά χαμηλών τόνων, που τελικά ίσως και η ίδια να αιφνιδιάζεται με το σχέδιό της. Το κυριότερο: έχει δουλευτεί χωρίς το άγχος της «εξαιρετικής περίπτωσης». Είναι μια γυναικεία ψυχολογία που στηρίζεται στον ερωτισμό, στη ζήλια, στη μητρική προστασία.

Ο «Αγαμέμνων» ως σύνολο είναι καλοδουλεμένος και πυκνός στα νοήματά του. Ακόμα και μετά τον φόνο, η αντίσταση του Χορού θα εκδηλωθεί κυρίως από τα μέλη που μετά υποδύονται την Ηλέκτρα (Στεφανία Γουλιώτη), τον Ορέστη (Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης) και τον Πυλάδη (Νίκος Ψαρράς): από εκείνους δηλαδή που κατά κάποιον τρόπο μεταβιβάζουν τη δράση στο δεύτερο μέρος. Οι Κορυφαίοι (Σύρμω Κεκέ, Χριστίνα Μαξούρη, Πολύδωρος Βογιατζής) θα μείνουν μάλλον αδρανείς.

Ευνουχισμένος Ορέστης

Στη διασκευή του Χουβαρδά η τριλογία μοιάζει με δράμα που εκτείνεται σε τρεις πράξεις. Η δεύτερη «πράξη», οι «Χοηφόρες», ίσως δεν διαθέτουν την πολιτική σήμανση της πρώτης, έχει όμως μια πολύ ενδιαφέρουσα ψυχαναλυτική (ας πούμε, «φροϊδική») ερμηνευτική.

Εξηγούμαι: Η εμφάνιση του Ορέστη με τα τεράστια γυαλιά υπερμετρωπίας ασυνείδητα παραπέμπει σε κάποιο σεξουαλικά ευνουχισμένο πρόσωπο (η εμφάνισή του προβάλλει εξπρεσιονιστικά αυτή την εμπλοκή). Ο Ορέστης βλέπει και κρατά το μαχαίρι σαν φαλλό και αντιμετωπίζει τον φόνο της μητέρας του σαν ευκαιρία ενηλικίωσης.

Και πού βρίσκεται λοιπόν ο «ήρωάς» μας; Πουθενά. Η αναγνώρισή του με την Ηλέκτρα είναι ιδιαίτερα σαφής σε αυτό. Τα δύο παιδιά «παίζουν» ένα παλιό τραγούδι - ύστερα ακολουθεί ένα νοσταλγικό βαλς. Αυτά τα δύο παιδιά απέχουν πολύ από τους ήρωες που σκεπτόμαστε: ζητούν μια χαμένη αγκαλιά, ένα άγγιγμα…

Και από εδώ, βέβαια, αρχίζουν τα πιο ωραία. Η Κλυταιμνήστρα κατανικά εύκολα τη νωθρότητα του Ορέστη. Κι όμως είναι αυτή που τοποθετεί το μαχαίρι ξανά στα χέρια του! Είναι αυτό ένα είδος αυτοχειριασμού; Δείγμα μητρικής αγάπης που οδηγείται στην αυτοθυσία; Είναι ακόμα η τελεστική ανάρρηση του Ορέστη σε Αγαμέμνονα;

Αν παρατηρήσετε από ένα σημείο και μετά οι «Χοηφόρες» ξανατυλίγουν το ίδιο κουβάρι, που μέχρι τώρα ξετυλίγαμε: αναγνώριση μητέρας-γιου (σαν αναγνώριση αδελφών), σεντόνι με τους πεθαμένους (σαν το χαλί με τον Αγαμέμνονα και Κασσάνδρα). Και πίσω πάλι στην αρχή…

Για την «τρίτη πράξη», για τις «Ευμενίδες», έχω ήδη μιλήσει. Πρόκειται για ένα κανονικό δικαστήριο που -δυστυχώς- στα μάτια μας καταλήγει σε έναν μάλλον πολιτικό διακανονισμό.

Τίποτα περισσότερο. Εκείνο που εξέρχεται της τριλογίας δεν είναι η περίφημη Αθηνά (Στεφανία Γουλιώτη), με το χέρι υψωμένο σε στάση μνημειακού θριάμβου. Είναι μια προφήτισσα στα λαμέ, μια χαζοχαρούμενη Πυθία, που θα δώσει τον τόνο στους χρόνους που θα ’ρθουν.

Νιώθει κανείς λοιπόν ασφαλής; Οχι ασφαλώς. Κι όμως η μεγάλη τέχνη δεν λειτουργεί με τον λήθαργο αλλά με την υπενθύμιση…

Θεωρώ ότι πολλά μπορούν ακόμα να ειπωθούν για την παράσταση. Παρά τα όποια επιμέρους ζητήματα (κυρίως τη γνωστή διάθεση υπερβολής), τις σεβαστές αντιρρήσεις, η «Ορέστεια» είναι μια λειτουργική πραγμάτευση του μύθου και μαζί η μόνη ουσιαστικά πολιτική απόδοση που διαθέτουμε, μετά βέβαια από τον «Θίασο».

ΘΕΑΤΡΟ
Συζυγικό κρεβάτι πάνω σε κρατήρα
Το Θέατρο Τέχνης επιστρέφει «θριαμβευτικά» στην Επίδαυρο, όπως δείχνει και η προσέλευση του κοινού, μετά από επτά χρόνια. Η Μαρία Ναυπλιώτου και ο Χάρης Φραγκούλης κρατάνε το γεμάτο κοίλον για δύο ώρες χωρίς...
Συζυγικό κρεβάτι πάνω σε κρατήρα
ΘΕΑΤΡΟ
Από την ατομική ταυτότητα στη συλλογική χοάνη
Ο τολμηρός Εκτορας Λυγίζος, σκηνοθέτησε την παράσταση που τρέχει γρήγορα, υπερβολικά γρήγορα, για θεατές που πρέπει να γνωρίζουν καλά το έργο. Η κάθοδος του ΔΗΠΕΘΕ της Λάρισας στην Αργολίδα ήταν μια...
Από την ατομική ταυτότητα στη συλλογική χοάνη
ΘΕΑΤΡΟ
Ενα αγοροκόριτσο ωριμάζει πριν την ώρα του
Η παράσταση του Στάθη Λιβαθινού έφερε τη νέα γενιά, τα παιδιά της Θήβας, στο προσκήνιο. Την «Ορέστεια» της προηγούμενης εβδομάδας, που προκάλεσε συζητήσεις, ακολούθησε η «Αντιγόνη» του Εθνικού ή μάλλον των...
Ενα αγοροκόριτσο ωριμάζει πριν την ώρα του
ΘΕΑΤΡΟ
Σεμνός, «ρωμέικος» Αίας
Η παράσταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου σχεδόν ξάφνιασε με την έλλειψη «επιθετικότητάς» της. Καιρό είχαμε να δούμε στην Επίδαυρο σκηνοθεσία που να μην αναστατώνει ή να συγχύζει. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν...
Σεμνός, «ρωμέικος» Αίας
ΘΕΑΤΡΟ
Ενας πικρός και καθόλου λαϊκός Αριστοφάνης
Ο τρόπος που ο Γιάννης Κακλέας ανεβάζει αρχαία κωμωδία είναι η μεγαλύτερη συμβολή του στο θέατρό μας. Δεν είναι επιθεωρησιακός, δεν εκβιάζει χειροκρότημα, δεν είναι βωμολόχος. Κι όμως, κάνει τη μια εμπορική...
Ενας πικρός και καθόλου λαϊκός Αριστοφάνης
ΘΕΑΤΡΟ
Η Κάθριν Χάντερ κόντρα σε θεούς και δαίμονες
Η ατυχέστερη καλλιτεχνική στιγμή του φετινού καλοκαιριού στο κατάμεστο αργολικό θέατρο είχε μια αληθινή ηρωίδα, τη μεγάλη ηθοποιό που τιτάνια σήκωσε στους ώμους της, με επαγγελματισμό και αγάπη για το ελληνικό...
Η Κάθριν Χάντερ κόντρα σε θεούς και δαίμονες

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας