Αθήνα, 35°C
Αθήνα
Αίθριος καιρός
35°C
35.7° 33.7°
4 BF
27%
Θεσσαλονίκη
Αίθριος καιρός
34°C
35.3° 31.3°
3 BF
38%
Πάτρα
Αίθριος καιρός
34°C
39.8° 34.4°
1 BF
51%
Ιωάννινα
Αραιές νεφώσεις
35°C
34.9° 34.9°
2 BF
21%
Αλεξανδρούπολη
Ελαφρές νεφώσεις
35°C
34.6° 34.6°
3 BF
42%
Βέροια
Αίθριος καιρός
35°C
34.8° 30.7°
0 BF
36%
Κοζάνη
Ελαφρές νεφώσεις
31°C
31.2° 31.2°
1 BF
28%
Αγρίνιο
Αίθριος καιρός
36°C
35.7° 35.7°
3 BF
21%
Ηράκλειο
Αίθριος καιρός
31°C
31.6° 30.8°
4 BF
42%
Μυτιλήνη
Αίθριος καιρός
33°C
33.3° 32.3°
2 BF
29%
Ερμούπολη
Αίθριος καιρός
28°C
27.7° 27.7°
3 BF
62%
Σκόπελος
Αίθριος καιρός
29°C
29.0° 29.0°
3 BF
68%
Κεφαλονιά
Ελαφρές νεφώσεις
30°C
30.0° 30.0°
2 BF
52%
Λάρισα
Αίθριος καιρός
33°C
32.9° 32.9°
4 BF
24%
Λαμία
Αίθριος καιρός
34°C
34.4° 34.0°
3 BF
35%
Ρόδος
Αίθριος καιρός
29°C
33.4° 28.8°
3 BF
62%
Χαλκίδα
Αίθριος καιρός
35°C
35.0° 34.3°
3 BF
13%
Καβάλα
Αίθριος καιρός
30°C
29.9° 29.9°
0 BF
61%
Κατερίνη
Ελαφρές νεφώσεις
31°C
35.5° 31.4°
3 BF
41%
Καστοριά
Ελαφρές νεφώσεις
31°C
31.3° 31.3°
1 BF
36%
ΜΕΝΟΥ
Τρίτη, 25 Ιουνίου, 2024
parastasi-i taxi
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ
«Η τάξη» - Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη- Θέατρο Σταθμός

«Βρικόλακες» μιας αποτυχημένης εκπαίδευσης

Ο Μιχάλης Βιρβιδάκης, αληθινός δάσκαλος του θεάτρου, με αποστολή και έργο μεγαλύτερα από το ανέβασμα μιας «επιτυχίας», παρουσίασε από τη θεατρική εταιρεία «Μνήμη», πρώτα στα Χανιά, το πολυβραβευμένο έργο των Ιζόλτ Γκόλντεν και Ντέιβιντ Χόραν και για λίγες μέρες στην Αθήνα μετά, στον «Σταθμό».

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Μιχάλης Βιρβιδάκης και το θέατρό του στα Χανιά –περιττό να επαναλάβουμε για πολλοστή φορά τη συμβολή τους στην πολιτιστική ζωή της επαρχίας– μας ενημερώνουν για κάποιο σημαντικό έργο του διεθνούς ρεπερτόριου, πριν κιόλας το αντιληφθούμε στο κλεινόν άστυ. Αυτή τη φορά, όμως, ο θίασος, ακολουθώντας την παλιά ρήση για το βουνό και τον Μωάμεθ και σε συνεργασία με το πάντα πρόθυμο για παρόμοιες ανταλλαγές θέατρο του Μεταξουργείου, επέλεξε να έρθει ο ίδιος στην Αθήνα και να παρουσιάσει την τελευταία δουλειά του απευθείας στους εδώ θεατρικούς συντάκτες.

Απολύτως δικαιολογημένη η κίνησή του, καθώς αφορά κι αυτή τη φορά ένα πολύ ενδιαφέρον έργο, την «Τάξη» των Ιρλανδών συγγραφέων Ιζόλτ Γκόλντεν και Ντέιβιντ Χόραν, παρουσιασμένο για πρώτη φορά στο Δουβλίνο και φορτωμένο ήδη με αρκετά βραβεία στα επτά χρόνια ζωής του. Ασφαλώς και η μετάκλησή του στον Σταθμό έκανε αρκετούς από εμάς να νιώσουμε άβολα, καθώς, χωρίς αυτήν, έργο και παράσταση θα περνούσαν μάλλον απαρατήρητα. Επειτα, όλο και κάποιοι θα ζήλεψαν με την επιλογή του χανιώτικου θιάσου. Και ορισμένοι, φαντάζομαι, θα έχουν ήδη ανατρέξει στα τηλέφωνα των πρακτόρων τους, για να παραγγείλουν το έργο για την επόμενη κιόλας σεζόν…

Δεν αποτελεί ασφαλώς έκπληξη ότι το έργο είναι για μια ακόμη φορά ιρλανδικό. Οι Ιρλανδοί κατάφεραν από τη μεγάλη πηγή του βρετανικού θεάτρου να αντλήσουν τις αρετές της πυκνής δραματικότητας, του πνευματώδους διαλόγου, μα και της διάθεσης να κεντρίζουν κάθε φορά το ενδιαφέρον των θεατών με μια επίδειξη υποκριτικής δεξιοτεχνίας. Τα έργα τους έχουν συχνά μεγαλύτερο βάθος από τα αντίστοιχα τον Βρετανών συναδέλφων τους, πλουσιότερο πολιτικό ενδιαφέρον, μα και σημαντικότερο κοινωνικό έρεισμα από εκείνα. Και βέβαια παραμένουν πάντα πρόθυμα να εντάξουν στο ρεαλιστικό φόντο τους πινελιές μιας ποίησης ενταγμένης τόσο αρμονικά στην ψυχοτροπία αυτού του λαού.

Αυτό είναι η «Τάξη» που είδαμε για λίγες μέρες μέσα στο Πάσχα στον Σταθμό από τη θεατρική εταιρεία «Μνήμη», σε σκηνοθεσία Μιχάλη Βιρβιδάκη. Από τη μια η ομορφιά της δραματουργικής απλότητας -έργο βγαλμένο λες από σεμινάριο: ένας δάσκαλος καλεί δυο γονείς για να τους μιλήσει εκτάκτως για τον γιο τους, παιδί δημοτικού. Και, από την άλλη, η δήλωση από τη μεριά του έργου μιας κρίσιμης για πολλούς από τους θεατές κατάστασης: Το παιδί έχει εμφανίσει μαθησιακά προβλήματα, αλλά και «παραβατική» συμπεριφορά στην τάξη του. Γι’ αυτά ακριβώς θέλει να ενημερώσει ο καλοπροαίρετος δάσκαλος τους γονείς. Και θέλει να τους παρακινήσει να συνδράμουν το παιδί τους με κάποιον ψυχολόγο αλλά και με ένα πρόγραμμα υποβοηθούμενης διδασκαλίας.

Και εντούτοις η ειλικρινής αυτή εκδήλωση ενδιαφέροντος στην ενημέρωση των κηδεμόνων πρόκειται να καταλήξει σύντομα σε αληθινό πεδίο μάχης. Ο χώρος της σχολικής αίθουσας θα μετατραπεί σε ρινγκ, πρώτα μεταξύ του δάσκαλου και των γονιών κι έπειτα των δυο γονιών μεταξύ τους, καθώς αυτοί κουβαλούν στην τάξη τα προσωπικά και οικογενειακά τους ζητήματα.

Μέρος όμως της ερμηνευτικής πρόκλησης του έργου είναι ότι αυτό κινείται σε δυο δραματουργικούς χρόνους ταυτόχρονα. Σε ένα απόλυτο «τώρα», που αφορά τη συνάντηση των γονέων με τον δάσκαλο. Και σε ένα μεταχρονολογημένο «παρόν», στο οποίο ο δάσκαλος συναντά το συγκεκριμένο παιδί μαζί με μια φίλη του –εξίσου διαφορετική και αυτή–, για να τους κάνει το βοηθητικό μάθημα. Σε αυτό το δεύτερο επίπεδο τα παιδιά παίζονται από τους ίδιους ηθοποιούς, οι οποίοι ερμηνεύουν τους γονείς. Και έτσι είμαστε σε θέση να δούμε τον έναν μέσα στον άλλον. Μπορούμε να προβάλουμε στο τώρα των παιδιών το αύριο της μελλοντικής τους εξέλιξης. Παράλληλα –και μην το λησμονούμε αυτό–, μας δίνεται η ευκαιρία να θαυμάσουμε τους ηθοποιούς της παράστασης να μεταλλάσσονται από ενήλικες σε ανήλικους, διατηρώντας τη φυσική μορφή τους και μετατοπίζοντας τον ρόλο τους στον δραματικό άξονα του έργου.

Από το σημείο αυτό και μετά ξεκινάει, βέβαια, ο αληθινά μεγάλος διάλογος, που αφορά πρωτίστως τους εκπαιδευτικούς. Και όχι μόνο αυτούς… Γιατί στην αντίδραση των γονέων όταν ακούν ότι το παιδί τους έχει «προβλήματα» συμπεριφοράς και μάθησης δεν βλέπουμε μόνο κάποιους μακρινούς Ιρλανδούς κηδεμόνες. Η πρώτη άρνησή τους να αποδεχθούν το γεγονός, αν όχι ορισμένα από τα επιχειρήματά τους εναντίον της επισημοποίησης του προβλήματος εκ μέρους του σχολείου, είναι νομίζω γνώριμα και κατανοητά σε όλους μας. Οι περισσότεροι θα προτιμούσαμε να αντιμετωπίζονται παρόμοια προβλήματα στο σχολείο και στη ρίζα τους, αντί απλά να δηλώνονται με τρόπο ώστε πιθανόν να χαρακτηρίσουν τα «δύσκολα παιδιά» στο διηνεκές.

Μα και πάλι... Η έλλειψη εμπιστοσύνης από τους συγκεκριμένους γονείς προς τον δάσκαλο και η προπετής στάση τους (ειδικά του πατέρα) απέναντι στο λειτούργημά του είναι, δυστυχώς, και αυτά σημείο των καιρών που δεν περιορίζεται προφανώς στην Ιρλανδία. Είναι φανερό πως υπάρχει εξαρχής μια εχθρική στάση απέναντι στην εκπαιδευτική διαδικασία, που, για να την κατανοήσουμε, θα πρέπει να ψάξουμε βαθύτερα. Μέχρι εκεί όπου θα δούμε ότι το σχολείο, που τόσο πεισματικά αρνιούνται οι γονείς (ο πατέρας γιατί έγινε στόχος αρνητικών σχολίων από τους δασκάλους του, η μητέρα γιατί ποτέ δεν έστερξαν στο δικό της μαθησιακό πρόβλημα), αυτό το σχολείο έχει στιγματίσει ανεξίτηλα και τους δύο. Οχι επειδή ήταν, αλλά γιατί δεν ήταν «σχολείο». Οπως συνέβη σε πολλούς άλλους ακόμη προηγούμενων γενεών, το σχολείο που θυμούνται δεν ήταν παρά ένας στίβος μάχης με νικητές, θριαμβευτές, χαμένους και ολοκληρωτικά αφανισμένους.

Μα στον αντίποδα αυτού του σχολείου, βρίσκεται ένα νέο, αληθινό σχολείο, που από τη μεριά του έργου φανερώνεται στις σκηνές του δασκάλου με τους δύο «προβληματικούς» μαθητές του. Πρόκειται για ένα σχολείο που θέλει και ξέρει πώς να πλησιάζει τον διαφορετικό μαθητή, πώς να τον αντιμετωπίζει ισότιμα, προσφέροντάς του στοργή, κατανόηση και αξιοπρέπεια. Στο πρόσωπο έτσι των δύο παιδιών αντανακλάται το χαμένο πρόσωπο των γονιών τους. Οπως και στους δύο γονείς μπορούμε να δούμε τους «βρικόλακες» μιας νεκρής και αποτυχημένης εκπαίδευσης.

Πολύ σωστά ειπώθηκε πως το έργο φτάνει να συνομιλεί με το ψυχολογικό δράμα του Ιψεν. Θα πρόσθετα και συνομιλεί εξίσου και με το κοινωνικό του έργο. Είναι αξιοθαύμαστο το ότι ο Βιρβιδάκης μπόρεσε να διδάξει αυτό το έργο σκηνικά και θεματικά στους τρεις ηθοποιούς του. Εμείς, βέβαια, το είδαμε σε άλλο χώρο από εκείνον για τον οποίο σκηνοθετήθηκε αρχικά, όμως και έτσι ακόμη το είδαμε να αναπτύσσεται με σωστούς ρυθμούς, ανατροπές, μικρές και πολύτιμες ανάσες πριν από την κορύφωση. Το μεγάλο συνήθως πρόβλημα –ή και πρόκληση, όπως το δει κανείς– της «Μνήμης» είναι ότι στελεχώνεται ερμηνευτικά από μαθητές του Εργαστηρίου, που τρέχει ο ίδιος ο σκηνοθέτης στη διάρκεια της χρονιάς. Αυτό χαρίζει στο ύφος του φρεσκάδα, όπως συμβαίνει εδώ, μα του στερεί κάποτε το κύρος του επαγγελματικού θεάτρου, την ωριμότητά του στην έκφραση απαιτητικών ρόλων. Ξέρω ότι αυτό ενοχλεί τον σκηνοθέτη. Μα δεν είναι διόλου έτσι. Αν δίδασκε το ίδιο έργο με, ας πούμε, έναν Παπαδημητρίου, έναν Κουρή και μια Κεχαγιόχλου, όλα όσα βλέπαμε θα ήταν πιθανόν αρτιότερα, μα θα ήταν στην ουσία τους πολύ λιγότερα. Γιατί χαιρόμαστε τώρα στο πρόσωπό του εκτός από τον διανοούμενο, δεινό συγγραφέα, σκηνοθέτη και ηθοποιό, τον αληθινό δάσκαλο του θεάτρου, με αποστολή και έργο μεγαλύτερα από το ανέβασμα μιας «επιτυχίας». Ο «ερασιτεχνισμός» του Βιρβιδάκη στα Χανιά μάς φέρνει στον νου ένα ηθικό ύψος μεγαλύτερο από πολλά επαγγελματικά καλλιτεχνήματα του καιρού μας.

Τους ρόλους του έργου ερμηνεύουν άριστα, τηρουμένων των κριτηρίων μας, οι Αιμίλιος Καλογερής (δάσκαλος), Παναγιώτης Νικολιδάκης (πατέρας και γιος), Ρίτα Μαρτσάκη (μητέρα και μαθήτρια). Μπράβο σε όλους, χωρίς να παραλείπουμε στους επαίνους μας την άριστη μετάφραση του Δημήτρη Κιούση, τα όμορφα κοστούμια του Αιμίλιου Καλογερή και τις ηχητικές νότες του Δημήτρη Ιατρόπουλου.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS
«Βρικόλακες» μιας αποτυχημένης εκπαίδευσης

ΣΧΕΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας