Αθήνα, 11°C
Αθήνα
Σποραδικές νεφώσεις
11°C
12.4° 9.2°
0 BF
84%
Θεσσαλονίκη
Ελαφρές νεφώσεις
8°C
9.6° 4.6°
1 BF
75%
Πάτρα
Αυξημένες νεφώσεις
10°C
11.5° 9.4°
2 BF
86%
Ιωάννινα
Αυξημένες νεφώσεις
4°C
3.9° 3.9°
0 BF
100%
Αλεξανδρούπολη
Σποραδικές νεφώσεις
7°C
6.9° 6.9°
1 BF
100%
Βέροια
Αίθριος καιρός
6°C
6.6° 4.0°
1 BF
72%
Κοζάνη
Σποραδικές νεφώσεις
0°C
2.9° 0.4°
2 BF
93%
Αγρίνιο
Αραιές νεφώσεις
7°C
6.8° 6.8°
1 BF
91%
Ηράκλειο
Ελαφρές νεφώσεις
10°C
11.1° 9.1°
2 BF
85%
Μυτιλήνη
Σποραδικές νεφώσεις
8°C
7.9° 6.8°
2 BF
76%
Ερμούπολη
Αυξημένες νεφώσεις
12°C
12.4° 12.4°
1 BF
58%
Σκόπελος
Αυξημένες νεφώσεις
9°C
9.0° 9.0°
2 BF
72%
Κεφαλονιά
Αυξημένες νεφώσεις
11°C
10.9° 10.9°
3 BF
64%
Λάρισα
Ελαφρές νεφώσεις
1°C
5.1° 0.9°
1 BF
100%
Λαμία
Αυξημένες νεφώσεις
10°C
9.9° 3.5°
1 BF
82%
Ρόδος
Ελαφρές νεφώσεις
15°C
14.9° 13.8°
2 BF
57%
Χαλκίδα
Σποραδικές νεφώσεις
9°C
12.1° 8.8°
0 BF
94%
Καβάλα
Ελαφρές νεφώσεις
9°C
8.8° 8.8°
1 BF
84%
Κατερίνη
Ελαφρές νεφώσεις
6°C
7.2° 4.7°
2 BF
83%
Καστοριά
Ελαφρές νεφώσεις
3°C
3.2° 3.2°
0 BF
91%
ΜΕΝΟΥ
Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου, 2024
parastasi-theatro bellos
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Παράλογο, σάτιρα και ωμός ρεαλισμός, μπουρλέσκ και ό,τι άλλο φανταστεί κανείς

Στο έργο του Βίζνιεκ αυτό που λέμε «παράλογο» δεν βρίσκεται -όπως συνέβαινε ας πούμε στον συμπατριώτη του ή στον Μπέκετ- σε μια φάρσα που παίζει ο κόσμος εναντίον μας. Είναι μέσα μας. Στα συντρίμμια μιας καμένης πόλης και πάνω στα σύνορα μιας χώρας που χαράχτηκαν όχι με «αίμα» αλλά και με τα αδειανά πουκάμισα στρατιωτών, να που φυτρώνει ένας νέος κόσμος, μια νέα κατάσταση πραγμάτων, το ίδιο αν όχι και περισσότερο τρελή από πριν, με τα ίδια ανδρείκελα ανθρώπων που τίποτα δεν έμαθαν κι ούτε ποτέ θα μάθουν.

Το θεατρικό έργο του Ρουμανογάλλου συγγραφέα Ματέι Βίζνιεκ –συμπατριώτης διπλός, από τη μεριά καταγωγής και μετοικεσίας, με τον παλιό Ιονέσκο– έρχεται στο θέατρο «Μπέλλος» με όλα τα εχέγγυα της σημαντικής ξένης δραματουργίας. Ο Βίζνιεκ, όχι πολύ γνωστός στο ελληνικό κοινό μέχρι σήμερα, αποτελεί σπάνιο παράδειγμα ψυχικής πυκνότητας –προερχόμενη από τη ρουμανική ιστορία– και ανάλαφρης αναρχίας –από τον αέρα της παρισινής πρωτοπορίας-, που χαρίζει σε έναν συγγραφέα την άδεια να πει τα πιο σοβαρά πράγματα με τον πιο παράδοξο τρόπο.

Δεν το κρύβω πως καθώς είδα το έργο του να ανεβαίνει στο κυκλικό και ακόμα «νωπό» μετά την ανακαίνισή του θέατρο της Πλάκας, με την πλησμονή του θεατή που επενδύει το βράδυ του σε μια άγνωστη παράσταση και έργο, στο μυαλό μου ήλθε ξαφνικά το Θέατρο Τέχνης του Κουν… Ισως γιατί με διαπέρασε μια ριπή συνενοχής μεταξύ καλλιτέχνη και θεατή, παρμένη από την ατμόσφαιρα που κάποτε περιέγραφε τις ιστορικές προσπάθειες του Ορφέα με τους νέους, ξένους συγγραφείς. Ισως πάλι γιατί το έργο που συνάντησα στο «Μπέλλος» υπήρξε κάτι περισσότερο για μένα από μια βραδιά «καλού θεάτρου»: ήταν μια αποκάλυψη.

Οι περισσότεροι όταν μιλούν για τον Βίζνιεκ στέκονται στο αμάλγαμα των ετερόκλητων στοιχείων που συνιστούν το θέατρό του, ένα είδος υφολογικού μωσαϊκού με το οποίο συντίθεται το κείμενό του. Παράλογο, σάτιρα και ωμός ρεαλισμός, μπουρλέσκ και ό,τι άλλο φανταστεί κανείς, με τρόπο ώστε το σύνολο να προβάλλει τη θραυσματικότητά του… Αυτή η ειδολογική και υφολογική βιρτουοζιτέ –που υπήρχε εν μέρει και στον Ιονέσκο– γίνεται σήμα κατατεθέν του Βίζνιεκ και το στοιχείο που οι κριτικοί επισημαίνουν ξανά και ξανά στα έργα του.

Τίποτε από αυτά όμως εδώ, στο «Μπέλλος», δεν μπορεί να μας κάνει να χάσουμε το δάσος κοιτώντας δέντρα. Αυτό που συναντούμε στην Πλάκα είναι πάνω απ’ όλα ένα έργο σπαρακτικό, μια κραυγή-αντίλαλος εκείνης του Μουνχ, που φανερώνει για μια ακόμη φορά ότι μπορεί κάποιος να φτάσει στο τραγικό, ακόμα κι από τον πιο πλάγιο δρόμο, το «αντι-τραγικό».

Δύο γέροι άνθρωποι, ο Βίγκαν και η Γιάσμινσκα, ζωντανά λείψανα μετά τον θάνατο του γιου τους στον Εμφύλιο, επιστρέφουν στο καμένο σπίτι τους με μια αποστολή παρόμοια με εκείνη της Αντιγόνης: να βρουν το σώμα του γιου τους, Βίμπκο, και να το θάψουν. Για να έχουν μετά κάποιο μνήμα να κλαίνε… Κι όμως όπου κι αν σκάψουν, τι βρίσκουν; Ξένα λείψανα άλλων ξένων νεκρών, που χάθηκαν πριν από τον γιο τους, σε άλλες μάχες. Δάσος σπαρμένο με λείψανα.

Κι όμως ο γιος τους βρίσκεται κοντά τους όλη αυτή την ώρα, τους παρακολουθεί και τους παροτρύνει να ανοίξουν την καρδιά τους, αντί να κοιτούν βουβά τη γη, να κοιτάξουν μέσα τους – κι εκεί θα τον βρουν. Με το χαμόγελο μιας επουράνιας χάριτος, με τη θαλπωρή της απαντοχής, της μετάνοιας και συγχώρεσης, νέο ακόμη θα τον βρουν, μα και τόσο σοφό όσο ένα παιδί.

Δεν θα συνεχίσω άλλο, μην και χαλάσω την «αποκάλυψη» σε όσους θελήσουν να ακολουθήσουν τη θερμή προτροπή μου να δουν το έργο αυτό της ανθρώπινης χαρμολύπης, της ακριβής πνευματικότητας, αλλά και της σκληρής διαπίστωσης για τον άνθρωπο. Είναι βέβαια –προειδοποιώ– μελαγχολικό. Και μάλιστα για έναν λαό σαν τον δικό μας, που ακόμα νιώθει στα πέλματά του λείψανα αδικοχαμένων νεκρών, ίσως και τραυματικό. Μα το θέατρο ξέρει και να δείχνει πληγές και να τις θεραπεύει.

Στο έργο του Βίζνιεκ αυτό που λέμε «παράλογο» δεν βρίσκεται –όπως συνέβαινε, ας πούμε, στον συμπατριώτη του ή στον Μπέκετ– σε μια φάρσα που παίζει ο κόσμος εναντίον μας. Είναι μέσα μας. Στα συντρίμμια μιας καμένης πόλης και πάνω στα σύνορα μιας χώρας που χαράχτηκαν όχι με «αίμα» αλλά και με τα αδειανά πουκάμισα στρατιωτών, να που φυτρώνει ένας νέος κόσμος, μια νέα κατάσταση πραγμάτων, το ίδιο αν όχι και περισσότερο τρελή από πριν, με τα ίδια ανδρείκελα ανθρώπων που τίποτα δεν έμαθαν κι ούτε ποτέ θα μάθουν.

Αυτή είναι η αληθινή πληγή μας. Και η παρηγοριά έρχεται από το θέατρο, που φέρνει στη σκηνή τους νεκρούς για να τους δούμε για λίγο ενσαρκωμένους μέσα στο φως τους, να καθίσουμε στο ίδιο τραπέζι και να μιλήσουμε μαζί τους αδελφικά.

Τίποτε από αυτά δεν θα είχε σημασία αν δεν συνοδευόταν από την εξαιρετική παράσταση της Αικατερίνης Παπαγεωργίου, μιας σκηνοθέτιδας που από ό,τι βλέπω διαγράφει ήδη σημαντική πορεία στο θέατρό μας. Στο απαιτητικό κυκλικό θέατρο της Πλάκας, που δύσκολα καλύπτει τα όποια χάσματα, δίδαξε το έργο του Βίζνιεκ πάνω σε δύο τόνους. Ο πρώτος ήταν ο στρίγκλος ήχος ενός κόσμου που έχει χάσει την πυξίδα του, με μαριονέτες για ανθρώπους και χειρονομίες ματαιότητας αντί για χειραψίες κατανόησης. Αυτός οδηγεί τη σκηνοθεσία της σε έναν εξπρεσιονισμό στον οποίο έχουν όλα στραβώσει, αλλοιωθεί, υπερχειλίσει. Την ίδια στιγμή ο άλλος, ο δεύτερος τόνος της διδασκαλίας χτίζει τον ποιητικό ρεαλισμό του έργου πάνω στο αδιάκοπο ίσο του ανθρώπινου λυγμού, του πένθους που χαράζει τα πρόσωπα και ακινητοποιεί την ψυχή.

Φτάνω γρήγορα στους ηθοποιούς, καθώς οι ερμηνείες τους είναι το ίδιο καθοριστικές για το αποτέλεσμα. Κατ’ αρχάς του Δημήτρη Πετρόπουλου και της Μάνιας Παπαδημητρίου – οφείλουμε να τους δούμε μαζί, σαν κάποιο από τα τυπικά ζευγάρια του «παραλόγου». Μα ξεκινώντας από αυτό, από αυτή τη βάση, χτίζουν στοά που φτάνει μέχρι το υπόγειο των πιο βαθιών αισθημάτων μας. Ο ένας, ο πατέρας, τα έχει εμφανώς χαμένα, δεν κατανοεί πλέον τίποτα, σωπαίνει ή ψελλίζει λόγια… Η άλλη, η μητέρα, γίνεται κραυγή, που καθώς δεν εκφράζεται, γυρνά προς το σώμα και το σκάβει… Τίποτα δεν υπάρχει εδώ το ψεύτικο ή κίβδηλο.

Κι απέναντί τους οι νέοι αυτοί, οι χαμένοι-υπαρκτοί και οι υπαρκτοί-χαμένοι... Ο νεκρός γιος του Τάσου Λέκκα, παραδόξως γεμάτος ζωή και θετική ενέργεια, με το γλυκό πάνω του νεύμα της ζωής που κι αν ξοδεύτηκε για το τίποτα, βρίσκει ακόμα νόημα στην αγάπη. Ο Αλέξανδρος Βάρθης έπειτα, που δίνει μια χαρακτηρολογική παλέτα, από την αδρότητα του καρτούν μέχρι την επιδεξιότητα του μπουρλέσκ. Η Ελίζα Σκολίδη, τέλος, που παίζει δύο αντίθετους πόλους, τη θαμμένη ζωντανή κόρη που χάθηκε στα έγκατα του υπόκοσμου θυσιαζόμενη για την οικογένειά της, μα και μια γριά με τη σκληρότητα μέσα της του κόσμου που συνεχίζει να πληγώνει χωρίς να μετρά τις πληγές του.

Σπουδαία η μεταφραστική κατάθεση της Ερσης Βασιλικιώτη. Τα σκηνικά της Μυρτώς Σταμπούλου δίνουν την ερμηνεία του έργου όλη σε μια εικόνα: κόσμος εξπρεσιονιστικός, στον οποίο έχουν αλλοιωθεί η τάξη και η αρμονία, κόσμος πλάγιος και ακατανόητος. Η μουσική παρέμβαση της Μαρίνας Χρονοπούλου προσφέρει μια ακόμη αισθητική σύνοψη της σκηνικής διδασκαλίας.

Μα ανακάλυψα, νομίζω, τι μου έφερε στον νου το Θέατρο Τέχνης... Είναι πιθανόν το ποιητικό θέατρο, που δεν φωνάζει την ποίηση, μα την αφήνει να γεμίσει τα κενά μιας πραγματικότητας που δεν γίνεται να ειπωθεί αλλιώς. Είναι πάλι ο ρεαλισμός που πλέκεται με χειρονομίες και στάσεις, σε μια διδασκαλία που λες και πηγάζει από την παράδοση του Βαχτάγκοφ… Ομοια όπως περιγράφουν κι εκείνη κάποτε, του δασκάλου.

Google News ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS
Παράλογο, σάτιρα και ωμός ρεαλισμός, μπουρλέσκ και ό,τι άλλο φανταστεί κανείς

ΣΧΕΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΣΕ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας