• Αθήνα
    Αίθριος καιρός
    17°C 13.6°C / 19.7°C
    0 BF
    64%
  • Θεσσαλονίκη
    Αίθριος καιρός
    16°C 13.0°C / 18.3°C
    1 BF
    64%
  • Πάτρα
    Αίθριος καιρός
    15°C 12.0°C / 19.0°C
    1 BF
    64%
  • Ιωάννινα
    Αίθριος καιρός
    6°C 5.9°C / 5.9°C
    1 BF
    93%
  • Αλεξανδρούπολη
    Ελαφρές νεφώσεις
    12°C 11.9°C / 12.4°C
    0 BF
    82%
  • Βέροια
    Αίθριος καιρός
    16°C 13.7°C / 17.5°C
    2 BF
    43%
  • Κοζάνη
    Αίθριος καιρός
    11°C 10.4°C / 13.9°C
    2 BF
    40%
  • Αγρίνιο
    Αίθριος καιρός
    12°C 11.6°C / 18.5°C
    2 BF
    68%
  • Ηράκλειο
    Αίθριος καιρός
    16°C 15.8°C / 20.3°C
    3 BF
    71%
  • Μυτιλήνη
    Αίθριος καιρός
    15°C 9.9°C / 14.9°C
    2 BF
    67%
  • Ερμούπολη
    Αίθριος καιρός
    19°C 18.1°C / 19.8°C
    2 BF
    72%
  • Σκόπελος
    Αίθριος καιρός
    21°C 12.6°C / 20.7°C
    2 BF
    47%
  • Κεφαλονιά
    Αίθριος καιρός
    18°C 17.9°C / 17.9°C
    3 BF
    68%
  • Λάρισα
    Αίθριος καιρός
    8°C 7.9°C / 13.5°C
    0 BF
    81%
  • Λαμία
    Αίθριος καιρός
    17°C 13.5°C / 16.7°C
    1 BF
    100%
  • Ρόδος
    Αίθριος καιρός
    21°C 15.8°C / 22.1°C
    2 BF
    57%
  • Χαλκίδα
    Αίθριος καιρός
    16°C 13.8°C / 21.0°C
    0 BF
    71%
  • Καβάλα
    Ελαφρές νεφώσεις
    15°C 11.3°C / 17.1°C
    0 BF
    78%
  • Κατερίνη
    Αίθριος καιρός
    15°C 10.7°C / 18.4°C
    2 BF
    61%
  • Καστοριά
    Αίθριος καιρός
    11°C 10.8°C / 10.8°C
    2 BF
    51%
Φωτ.: Geli Kalampaka
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Σύγχρονο θέατρο που διατηρεί τον μυστικό πλούτο της κωμωδίας

  • A-
  • A+
Η δεμένη ομάδα της Αργυρώς Χιώτη με τη μετάφραση του Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου πρόσφερε στους θεατές έναν Αριστοφάνη όχι λαϊκό, αλλά ονειροπόλο. Οι ηθοποιοί σ’ αυτό το αριστοφανικό σπήλαιο με σύμπνοια και χορικότητα αντιπάλεψαν με το έργο και τους δαίμονές τους.
Ακολουθήστε μας στο Google news

Ποια είναι η ταυτότητα του φετινού Φεστιβάλ Επιδαύρου; Πριν αναζητήσουμε την απάντηση σε διάφορα άλλα, ας κοιτάξουμε το πλέον προφανές. Πρόκειται για το πρώτο πρόγραμμα μετά από καιρό στο οποίο αναφέρονται τόσες πρωτιές. Μετά τους «Ιππείς» και την «Ιφιγένεια», οι «Βάτραχοι» τώρα, πριν ακολουθήσουν άλλα, δίνουν την ευκαιρία σε σημαντικούς καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς να δοκιμαστούν στο αρχαίο κοίλον. Και αυτό από μόνο του δεν θα ήταν τόσο σημαντικό, αν δεν κουβαλούσε ο καθένας και η καθεμία μαζί τους τη σκηνική του/της προσωπικότητα, τα αιτήματα και θεωρήματα της γενιά του/της, τα δικά του/της στοιχήματα.

Το πλέον εντυπωσιακό μάλιστα είναι αυτό που συμβαίνει με τον Αριστοφάνη, όπου φανερά βρισκόμαστε πλέον μπροστά σε ένα νέο σκηνοθετικό παράδειγμα. Τέτοιο ώστε να νομίζει κανείς πως στην πρόθεση των νέων καλλιτεχνών να ανεβάσουν τον αρχαίο κωμικό αυτό που καθορίζει τη στάση τους δεν είναι τόσο κάποιο καλό παράδειγμα προς μίμηση, όσο ένα κακό παράδειγμα προς αποφυγή. Ενας Αριστοφάνης ριγμένος στη λαϊκή φασαρία, την αγοραία γλώσσα, το φτηνό πολιτικό καλαμπούρι, κάποιος επιθεωρησιακός, χαβαλεδιάρης και καθαρά εμπορικός Αριστοφάνης έχει δώσει τη θέση του σε έναν μακρινό, ονειροπόλο και μελαγχολικό ποιητή-προφήτη.

Και πουθενά αυτό δεν φαίνεται καλύτερα, σαφέστερα, από την παράσταση των «Βατράχων» από την Αργυρώ Χιώτη και την ομάδα της. Για ακόμα μία φορά είδαμε πως δεν πηγαίνει πια ο σκηνοθέτης στο αρχαίο δράμα, αλλά το αρχαίο δράμα στον σκηνοθέτη του. Κανονικά η ανάλυσή μας θα έπρεπε να ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, με μια αναδρομή τής μέχρι τώρα πορείας της σκηνοθέτριας που θα εξηγούσε πολλά από όσα είδαμε και καταλάβαμε στην Επίδαυρο -γιατί στους «Βατράχους» βρίσκεται ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας που έχει ξεκινήσει κοντά δεκαπέντε χρόνια πριν, με μεταδραματικές απόπειρες, καταθέσεις μεταμοντερνισμού, με σωματικότητα, χορικότητα, οριακότητα…

Χωρίς αυτή την προοπτική κινδυνεύουμε φοβούμαι να πέσουμε στο κενό. Κινδυνεύουμε, για παράδειγμα, να μην κατανοήσουμε την ιδιάζουσα σκηνική λειτουργία της μετάφρασης του Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου. Ως μετάφραση πρόκειται βέβαια για επίτευγμα, καθώς καταφέρνει να μεταφέρει τον γλωσσοπλαστικό αναστοχασμό της τραγικής ποιητικής εκ μέρους του κωμικού με τη διαύγεια και φεγγοβολή ακριβού κρυστάλλου. Ομως... Στις περισσότερες μεταφορές του Αριστοφάνη διατηρείται το μέρος εκείνο που αναδύεται πάνω από τα νερά της επικαιρότητάς μας, αφήνοντας ένα άλλο -μεγαλύτερο- βυθισμένο στα σκοτεινά ύδατα του δικού του καιρού. Δεν είναι μόνο τα επιμέρους πραγματολογικά στοιχεία του αριστοφανικού κόσμου που συνήθως παρακάμπτουμε ή αντικαθιστούμε.

Πιο πίσω βρίσκεται η κατάθεση ενός κόσμου που μ’ όλο που είναι κι αυτός «ελληνικός», μοιάζει τόσο μακρινός, ξένος και σκοτεινός που τρομάζει. Για παράδειγμα οι «Βάτραχοι», πέρα από τις δύο-τρεις ωραίες κωμικές σκηνές, που ασφαλώς μπορούν να περάσουν εύκολα στο σημερινό κοινό, στηρίζονται και ανακαλούν μια μυστική διαδικασία μετάβασης στην οποία δύο κόσμοι, ο ορατός και ο αόρατος, το θνητό και το αιώνιο, συναντιούνται και συμπληρώνονται. Μπορεί να είναι μια σκαμπρόζικη κωμωδία, κωμωδία ποιητικής, φάρσα με ξύλο και ανατροπές, στη βάση της όμως παραμένει ένα μυστικιστικό έργο επιφάνειας και νεκρομαντείας, όπου η πραγματικότητα καταδύεται στα ύδατα της πίστης και του ιερού.

Από αυτό το απίθανο ποιητικό υπέδαφος ο καθείς κρατάει αυτό που κατά βάθος αναζητά. Πολλοί θα έβαζαν ό,τι δεν κατανοούμε κάτω από το χαλί, αφήνοντας άπλετο χώρο στα υπόλοιπα που και γέλιο βγάζουν και τέλος πάντων ξεσηκώνουν το θέατρο με τα καμώματά τους. Οχι όμως η Χιώτη. Αυτή μοιάζει να ελκύεται ακριβώς από το σκοτεινό ή μισοφωτισμένο αριστοφανικό σπήλαιο. Στην ορχήστρα παρεμβαίνει ένας κάθετος άξονας (σκηνικά της Εύας Μανιδάκη), σαν δρόμος μετάβασης στον οποίο συναντιούνται νεκροί και πεθαμένοι, ο «εκεί» και ο «αποδώ» κόσμος, ώσπου να μη γίνεται πια καλά αντιληπτό σε ποιο μέρος του σύμπαντος ο καθένας ανήκει. Κι έχει, πέρα από τη γλώσσα του Παναγιωτόπουλου, για συνοδό της στον δρόμο τη μουσική τού Jan Van de Engel, τα κρουστά και σήμαντρα μιας άλλης γλώσσας, φυλαγμένης και λειτουργικής.

Τα υπόλοιπα τα προσφέρει ο κώδικας του θεάτρου που η ίδια ακολουθεί εδώ και χρόνια. Αίσθηση ψυχρότητας και «αραίωσης», σπασμωδικός ρυθμός, υποδόρια ενέργεια και στιλιζάρισμα στην κίνηση και τον λόγο. Στον κώδικα και ύφος θεάτρου που η σκηνοθέτρια υπηρετεί -και βασίζεται στο μεταδραματικό- τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν σταθερά σημεία έκφρασης. Για όποιον ακόμα θυμάται το αντίθετο, έναν Αριστοφάνη ριγμένο στην αδρή σκιαγράφηση των προσώπων και πρωταγωνιστών του, η εικόνα της παράστασης μπορεί να ξενίσει. Κυρίως όταν εδώ ο Διόνυσος της Μαρίας Κεχαγιόγλου και ο Ξανθίας ακόμα της Εύης Σαουλίδου συμμετέχουν στο παιχνίδι σαν παραξενεμένοι με την έκβασή του, ντροπαλοί, απόμακροι, μισοφευγάτοι. Μαζί με τους υπόλοιπους, τους Μιχάλη Βαλάσογλου, Μανούκ Καρυωτάκη, Ευθύμη Θέου, Τζωρτζίνα Χρυσκιώτη, Χαρά Κότσαλη, Δήμητρα Βλαγκοπούλου και Αντώνη Μυριαγκό, εξέρχονται όλοι του ενός θιάσου μονάχα σαν ευγενική παραχώρηση προς τις απαιτήσεις της Επιδαύρου, παραμένοντας στην ουσία μύστες του.

Γιατί εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει είναι η κίνηση και η κατάθεση της ομάδας, του Χορού, με την πολύ χαρακτηριστική για το ύφος της Χιώτη χορικότητα, τη γυμναστική σωματικότητα (ένα τραμπολίνο στο βάθος του διαδρόμου και μια ακροβασία στην άκρη του εγγυώνται για την τελευταία), με τη μετωπική παράθεση των προσώπων, έστω κι αν για τις ανάγκες του σκηνικού η μετωπικότητα τη φορά αυτή μετατρέπεται σε «καθετότητα».

Πρέπει λοιπόν να περιμένουμε την εμφάνιση του Αισχύλου από τον Νίκο Χατζόπουλο και του Ευριπίδη από τον Ακύλλα Καραζήση, για να σταθούμε σε δύο κάπως περισσότερο έντονα σκιαγραφημένες μορφές. Κι εδώ ακόμα εκείνο που επικρατεί αρχικά είναι η απόσταση των δύο προσώπων, μια αποξένωση που θα κατακτηθεί μόλις στο τέλος.

Μου φαίνεται ωστόσο πως πρόκειται για τη μόνη σκηνή στην οποία η σκηνοθέτρια βρίσκεται φανερά έξω από τα νερά της, δυσκολεύεται να χειριστεί το υλικό της. Γιατί, κι ας μην το ομολογούμε, η σκηνή του αγώνα Αισχύλου και Ευριπίδη είναι σκηνή ερμηνευτών, «πρωταγωνιστών», θέατρο στο οποίο η Χιώτη δεν είναι εξοικειωμένη και δεν γνωρίζει τα μονοπάτια του. Γι’ αυτό, αν συγκρίνουμε τη σκηνή του ποιητικού αγώνα με όσες θυμόμαστε, δεν αποτελεί παρά μια μάλλον θαμπή, αγέλαστη και σκηνικά προβληματική αντανάκλασή τους.

Δεν φταίνε γι’ αυτό οι ίδιοι οι ηθοποιοί, που κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν, αν και η στόφα τους δεν είναι κωμική. Ο Αισχύλος παραδίδεται από τον Χατζόπουλο με το παλιό, γνώριμο σχήμα του αυστηρού δασκάλου - η μορφή του μοιάζει με γυμνασιάρχη του Μεσοπολέμου. Ο Ευριπίδης του Καραζήση από την άλλη είναι πιο προκλητικός, ντύνεται και γδύνεται για να προκαλέσει ή να παίξει με την ταυτότητά του. Ομως, ας μη γελιόμαστε, τα πράγματα έχουν ήδη κριθεί. Σε αυτήν την παράσταση, στο πλαίσιο αυτό και με αυτήν την αισθητική, ποιος θα υποστηρίξει την όποια «ατομικότητα»; Το πλαίσιο της παράστασης, που επιβάλλει τη χορικότητα, έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο, που προβάλλει τον ερμηνευτή. Και έτσι τα δύο αλληλο-αποδυναμώνονται. Το αποτέλεσμα; Ούτε αξιομνημόνευτες επιμέρους καταθέσεις έχουμε εδώ, μα ούτε και ισχυρό χορικό αντίκρισμα.

Παρά τις ερμηνευτικές προσωπικότητες λοιπόν, η σκηνοθεσία αποδεικνύεται η μόνη καθοριστική δύναμη των «Βατράχων». Εχοντας στο πλευρό της μια μετάφραση που μεταφέρει τη δύναμη του ποιητή και διατηρεί το μυστικό πλούτο της κωμωδίας του, η Χιώτη μένει πιστή στην εκφραστική της και την προωθεί παραπέρα. Σημαντικό οπωσδήποτε το κέρδος για το σύγχρονο θέατρό μας. Οχι όμως χωρίς κάποιο αντάλλαγμα. Από τον καθαρά λαϊκό Αριστοφάνη, του «κοσμάκη», περάσαμε καθώς φαίνεται στην άλλη όχθη και κινδυνεύει να χαθεί η κάθε πρόσκληση προς το μεγάλο, το εκτός των ειδικών κοινό.

Θέλει προσοχή. Ωραίο να βλέπεις στην ορχήστρα μια νέα, δεμένη ομάδα να αντιπαλεύει με το έργο και τους δαίμονές της. Μα κι εξίσου ωραίο να βλέπεις την ίδια στιγμή το κοίλον γεμάτο από κόσμο και ενθουσιασμό. Ειδικά όταν υποψιάζεσαι πως ο κόσμος αυτός δεν ήλθε για τη σκηνοθεσία μόνο, αλλά και για τον Αριστοφάνη και τον Διόνυσο.

ΘΕΑΤΡΟ
Ευριπίδης με «δάνεια» από τα μεσαιωνικά λειτουργικά δράματα
Ο Διόνυσος του Ευριπίδη είναι η σκοτεινή δαιμονική δύναμη που αποκαλύπτει στις Βάκχες την τιμωρία που περιμένει τον άνθρωπο όταν η πρόοδος γίνεται χωρίς τον ανάλογο σεβασμό στις δυνάμεις της φύσης.
Ευριπίδης με «δάνεια» από τα μεσαιωνικά λειτουργικά δράματα
ΘΕΑΤΡΟ
Το μεγαλείο του ανθρώπου, τη στιγμή της μεγάλης ήττας του
Ο «Ορέστης» σε σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο αποδεικνύοντας πως αποτελεί μία από τις επιτυχίες του καλοκαιριού και μία ανάσα για το θέατρο στις δύσκολες μέρες που διανύει.
Το μεγαλείο του ανθρώπου, τη στιγμή της μεγάλης ήττας του
ΘΕΑΤΡΟ
Το «νέο κύμα» του αριστοφανικού θεάτρου
Στην Επίδαυρο παρουσιάστηκε η παράσταση «Ιππείς» του Αριστοφάνη από τον Κωνσταντίνο Ρήγο με έναν αδιάκοπο νεανικό παλμό, τη ζωτική δύναμη και με ποιητικές στιγμές δίπλα στα εύστοχα πολιτικά σχόλια.
Το «νέο κύμα» του αριστοφανικού θεάτρου

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας