Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Φτάνοντας στον πάτο του κόσμου

«Παίζοντας το θύμα», Εθνικό Θέατρο

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Φτάνοντας στον πάτο του κόσμου

  • A-
  • A+
Ενας νέος σκηνοθέτης, ο Γιώργος Κουτλής, ανέβασε το έργο των Ολεγκ και Βλαντίμιρ Πρεσνιακόφ με ρυθμό, δέσιμο, ύφος και θαυμάσια διανομή. Φορέστε τη μάσκα σας και πηγαίνετε στο Ρεξ να δείτε έναν κόσμο αμασκάρευτο.

Με το αίσθημα της ανακούφισης και της προσμονής ξαναγυρίσαμε στις πλατείες των θεάτρων μας, μασκοφορεμένοι και απομακρυσμένοι έστω, έχοντας ωστόσο εκτιμήσει σε βάθος κατά τη διάρκεια της απουσίας του τη σημασία «του να πηγαίνεις θέατρο». Η περιήγησή μου, που ελπίζω να μακροημερεύσει, σκέφτηκα να ξεκινήσει από το θεσμικό κέντρο της αθηναϊκής θεατρικής ζωής, από το Εθνικό μας Θέατρο, και τη σκηνή που φιλοξένησε πρόσφατα μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες νέες προτάσεις.

Η υπόγεια σκηνή του Ρεξ παρουσιάζει και πάλι τώρα έναν νέο σκηνοθέτη, τον Γιώργο Κουτλή, σε ένα νέο ρωσικό έργο, το «Παίζοντας το θύμα», γραμμένο από δύο συγγραφείς της νέας γενιάς, τους Ολεγκ και Βλαντίμιρ Πρεσνιακόφ, που με την έναρξη αυτού του νέου αιώνα έφεραν το «νέο δράμα» της μετα-Ρωσίας στο κέντρο της επικαιρότητας. Οπως εύκολα γίνεται κατανοητό, υπάρχει μπόλικο «νέο» ενδιαφέρον στην αναμενόμενη πρεμιέρα του Ρεξ.

Και το λέω ξέροντας πως αυτό που τελικά με εντυπωσίασε στην παράσταση δεν βρισκόταν ανάμεσα στις ποιότητες του νέου, αλλά κάπου αντίθετα. Κάτι λοιπόν στο ίδιο το έργο και στην ατμόσφαιρα, στους ηθοποιούς και στο ύφος τους, στην ωριμότητα της σκηνοθεσίας με μετέφερε χρόνια πριν και χιλιόμετρα παραπέρα, από το υπόγειο του Ρεξ στον Εξώστη του πάλαι ποτέ Αμόρε (που είναι καιρός, μου φαίνεται, να βρει κι αυτό μια θέση στη μυθολογία του θεάτρου μας). Μόνο που κι αν βρισκόμουν σε παλιό μονοπάτι, τα πράγματα δεν γυρνούσαν σε παλιά λημέρια, μα προχωρούσαν. Για να το πω απλά, η παράσταση στο Ρεξ μου φάνηκε ότι ξεκινούσε εκεί που είχε αφήσει τα τελευταία χνάρια του το Αμόρε, χρόνια πριν.

Οπως άλλωστε το έργο των Πρεσνιακόφ... Ναι, θυμίζει (και ίσως οφείλει) πολλά στο θέατρο της νέας οργισμένης γενιάς των Βρετανών του «in-yer-face», στον νέο ρεαλισμό ή στο μεταμοντέρνο αλαλούμ του γερμανικού θεάτρου. Ομως έχει δική του ταυτότητα, ρίζες και τολμώ να πω -μετά και το «Οξυγόνο» και την «Πλαστελίνη» που έχουμε ήδη δει στο θέατρό μας από το ίδιο κύμα νέου δράματος της μετα-κομμουνιστικής Ρωσίας-, σε πολλά, σε πάρα πολλά αποδεικνύεται κι αυτό σπουδαιότερο από τα ξένα πρότυπά του.

Στο κέντρο του έργου βρίσκεται ο Βάλια, ένας σπουδαγμένος νέος, χαμένος στο γύρισμα των δύο αιώνων, με ένα μαύρο παρελθόν πίσω του και μπροστά του ένα σκοτεινό μέλλον, σαν εκείνους άλλοτε τους ανάστατους φοιτητές του Τσέχοφ. Εντάξει όμως, είναι φανερό, ο ρόλος κλείνει το μάτι προς τον Αμλετ… όπως και εκείνος, ο Βάλια, συνομιλεί με το φάντασμα του πατέρα του και μένει σε ένα σπίτι στο οποίο μια σαστισμένη μητέρα ερωτοτροπεί με τον μέθυσο -και πολύ σάρκινο- θείο του. Εχει κι αυτός πάνω του τους σπασμούς του παλιού Αμλετ και στα ρουθούνια του την παλιά εκείνου οσμή από το αόρατο σάπιο «κάτι» που βαρύνει το βασίλειο της ενηλικίωσης.

Ομως ο Βάλια είναι μια νέα μορφή, ένας νέος αγνοούμενος του σύγχρονου θεάτρου μας, χαμένος κι αυτός στο τρίγωνο των «Βερμούδων», με το στίγμα του να αναζητείται στην πραγματικότητα μεταξύ Αμλετ, Βόιτσεκ και Βιτράκ. Ο ίδιος ζει με την εντύπωση πως τίποτα από όσα ζει δεν είναι απολύτως αληθινό -ή για να το πούμε με τους δικούς του όρους: τίποτα δεν αξίζει να ονομαστεί «αληθινό». Μετατρέπεται επομένως και αυτός σε εθελούσια σαλό που ζητάει να φτάσει στον πάτο του κόσμου. Κι έτσι που ο κόσμος έχει πια γυρίσει ανάποδα, φτάνει άθελά του από αυτόν τον δρόμο στην κορυφή του.

Είναι υπάλληλος της αστυνομίας, με αποστολή του να κάνει το θύμα στις αναπαραστάσεις των εγκλημάτων. Μπορεί έτσι να ζει παίζοντας σε έναν κόσμο όπου παίζει τον εαυτό του. Το εργασιακό του περιβάλλον είναι το καλύτερο μέσον για να επιβεβαιώσει τη θεωρία του: Εκεί που κανονικά θα έπρεπε να σμιλεύεται το τι «αληθινά συνέβη», με κριτήριο την αντικειμενικότητα και διακύβευμα την ίδια τη ζωή, εκεί ακριβώς γίνεται φανερό πως τίποτα δεν είναι κάτι άλλο παρά «αναπαράσταση», μίμηση πράξης που κι αυτή ήταν μίμηση πράξης, κοκ, λες και ο ένας κόσμος μπαίνει στον άλλον, το ένα θέατρο ενσωματώνει το διπλανό του και το ένα πρόσωπο αποκαλύπτει άλλο μέσα του, σαν παιχνίδι με μπάμπουσκες.

Το μόνο που θα μπορούσε να σε κάνει να κρατηθείς από την πραγματικότητα δεν είναι η «αλήθεια» αλλά η σημασία, η αξία της ζωής από μόνη της. Μα σε αυτή τη συγκυρία, στη Ρωσία των αρχών του αιώνα, η ζωή σε απωθεί με τη διαφθορά, την έλλειψη στόχων, τη γενική απαξίωση. Ετσι, για τους υπερευαίσθητους όπως ο Βάλια, η φυγή από αυτήν τη ζωή οδηγεί στον συνεχή στροβιλισμό μεταξύ αδιαφορίας και ασημαντότητας.

Παρακολουθώντας μέχρι τέλους αυτόν τον στροβιλισμό, φτάνεις στο τέλος να αναρωτηθείς μήπως συμμετέχεις σε μια «φιλοσοφική φάρσα» όπου όλα είναι αναπαράσταση ενός εγκλήματος που διέπραξε ο ίδιος ο Βάλια και στην οποία, αντί για τον ρόλο του θύματος, τη φορά αυτή ανέλαβε τον ρόλο του θύτη. Και γιατί να μην πάμε ένα βήμα παραπέρα; Μήπως η ίδια η σκηνή μας, το «Ρεξ», οι ηθοποιοί μας και εμείς απέναντί τους είμαστε όλοι φτιαγμένοι από το «υλικό των ονείρων»;… Από τα υλικά της «αναπαράστασης» ενός «εγκλήματος»;

Αν αυτή είναι η πρώτη κατάθεση του Γιώργου Κουτλή, τι να του ευχηθεί κανείς για τη συνέχεια;… Εκτός από την παρουσίαση ενός αληθινά σπουδαίου έργου (που τρέχει με δύο καρμπιρατέρ κάτω από το καπό), η σκηνοθεσία του έχει ρυθμό, δέσιμο και ύφος. Θα σταθώ όμως σε επιμέρους σκηνές που κατά την άποψή μου ξεπερνούν τα συνηθισμένα της «καλής κριτικής» και αγγίζουν το επίπεδο ανθολογίας.

Η πρώτη είναι η σκηνή του σεξουαλικού πνιγμού του Βάλια στο κρεβάτι, το οποίο μετακινείται θαυμαστά κατά τη διάρκεια της σκηνής (Αρτεμις Φλέσσα στα σκηνικά, Κατερίνα Φώτη στην κίνηση). Σκηνή που θα ζήλευαν ώριμοι σκηνοθέτες του θεάτρου μας. Η δε απόδοση του ρόλου από τον Βασίλη Μαγουλιώτη είναι γενικά από αυτές που χαρίζουν βραβεία. Ο ήρωας διαρκώς στην άκρη ενός παραθύρου, με την άβυσσο να χάσκει από κάτω...

Η δεύτερη σκηνή είναι η Εύη Σαουλίδου ντυμένη γκέισα να τραγουδά το υπέροχο τραγούδι του Λευτέρη Βενιάδη με την υπέροχη φωνή της. Η συγκίνησή μας είναι μαζί βαθιά, επική και νοσταλγική, πηγαίνοντάς μας πίσω σε έναν ονειρικό Πιραντέλο και σε ένα πιο μυθικό «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε»…

Ο Λαέρτης Μαλκότσης δίνει σε κάποια άλλη σκηνή έναν εκπληκτικό στη σκιαγράφηση Ρώσο (στο ρωσικό έργο!), με οικείο και ξένο ταυτόχρονα σώμα. Και ο Επιθεωρητής, τέλος, του Κώστα Μπερικόπουλου εκφωνεί έναν απίστευτο λόγο-καταγγελία που τρυπάει τα κόκαλα, για μια νέα γενιά-τρύπα. Νομίζω πως εκεί νιώθεις πως ένας ηθοποιός έχει κάνει τόσο δρόμο για να καταλήξει να παίζει έναν τέτοιο μονόλογο με έναν τέτοιο τρόπο…

Μένει τέλος το φινάλε της παράστασης, γεμάτο με ποίηση. Ενα μικρό ψάρι μένει πάνω στην άδεια σκηνή μέσα σε μια γυάλα. Με ένα άλλο σαν μπαλόνι ξεφεύγει για λίγο προς εμάς, έτσι, σαν να μας λυτρώνει για λίγο από αυτόν τον κόσμο… Τη θαυμάσια διανομή συμπληρώνουν ο Μικές Γλύκας, η Ελένη Κουτσιούμπα, ο Ερρίκος Μηλιάρης (σε τρεις κόντρα μεταξύ τους ρόλους) και ο Λευτέρης Βενιάδης, για να δείχνουν πως όλα μπορεί να είναι θέατρο και ταυτόχρονα αληθινά.

Φορέστε τη μάσκα σας και πηγαίνετε στο Ρεξ να δείτε έναν κόσμο αμασκάρευτο.

ΘΕΑΤΡΟ
«Δείπνο ηλιθίων»... στο σπίτι σας
Διαδικτυακές προβολές για την επιτυχημένη παράσταση βασισμένη στην κωμωδία του Φρανσίς Βεμπέρ «Δείπνο ηλιθίων».
«Δείπνο ηλιθίων»... στο σπίτι σας
ΘΕΑΤΡΟ
Με την κάμερα φίλο και συνένοχο
Η παράσταση «Πυραμίδες» του Ανδρέα Φλουράκη παρουσιάζεται από το Θέατρο Τέχνης σε μια νέα φόρμα, που κινείται στο ενδιάμεσο της θεατρικής παράστασης και της «βιντεοσκοπημένης» προβολής της.
Με την κάμερα φίλο και συνένοχο
ΘΕΑΤΡΟ
Ιστορία απομόνωσης και εγκλεισμού
Το μονόπρακτο του Βασίλη Μαυρογεωργίου με τίτλο «Αυτοί που κοιτούν» ανήκει στο ακουστικό θέατρο και φιλοξενείται από το Θέατρο Τέχνης στην ψηφιακή του πλατφόρμα δωρεάν για το κοινό.
Ιστορία απομόνωσης και εγκλεισμού
ΘΕΑΤΡΟ
Από τη σκηνή στην οθόνη του υπολογιστή
Η παράσταση της Λούλας Αναγνωστάκη και του Αλέξανδρου Αβρανά «Σε εσάς που με ακούτε» ψηφιακά από το Εθνικό Θέατρο λόγω της πανδημίας.
Από τη σκηνή στην οθόνη του υπολογιστή

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας