Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Μπέκετ χωρίς πλήξη και κλισέ
Φωτ.: Kostis Giokas
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Μπέκετ χωρίς πλήξη και κλισέ

  • A-
  • A+
Με την υπέροχη θεατρική ματιά του Γιάννη Κακλέα, τέσσερις γενιές θεατρίνων (Θανάσης Παπαγεωργίου, Σπύρος Παπαδόπουλος, Αρης Σερβετάλης, Ορφέας Αυγουστίδης) έφτιαξαν μια παράσταση όχι μόνο επιτυχημένη και πειστική αλλά αληθινά συναρπαστική.

Λίγο πριν από την αφετηρία (;) της πιο αμήχανης σεζόν της μεταπολεμικής εποχής, στην τεθλασμένη πάνω της διαρκούς αμφιβολίας για το αν μια παράσταση θα παιχθεί ή όχι, το «Περιμένοντας τον Γκοντό» λογικό είναι να φώτιζε σαν αναμμένος φάρος αυτό το θεατρικά σκοτεινό καλοκαίρι. Οσο για την ίδια την επιλογή του έργου, τι να πει κανείς;

Από δραματολογικής και σκηνοθετικής άποψης πιθανόν η πιο ενδεδειγμένη πρόταση για μια συγκυρία που διατηρεί τον άνθρωπο σε απόσταση από την αφή των πραγμάτων. Μα και έργο διαρκώς προφητικό απέναντι στο μέλλον ενός διαρκώς επιδεινούμενου αντιδιαφωτισμού - μα και θεατρικά ακόμη, έργο που τηρεί τις αποστάσεις, που τις μετατρέπει σε σκηνική αντι-ύλη, ώστε να μιλήσει κανείς για την απουσία με την απουσία. Πιθανόν το έργο που θα διέσωζε στη μνήμη της η ανθρωπότητα από έναν μικρό και πυκνό αιώνα ελπίδων και διαψεύσεων, για να θυμίζει στους επόμενους πως ό,τι απομένει από την ανθρώπινη «πρόοδο» δεν είναι παρά το παλιό εκείνο αινιγματικό χαμόγελο μιας αμφιβολίας δεμένης με κουράγιο και επιμονή.

Μα έτσι που μιλούμε για τον Μπέκετ και το «Περιμένοντας» υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να μας παρεξηγήσει κανείς και να πιστέψει πως η «κλασικότητα» σημαίνει μαζί και την αυταπόδεικτη θεατρικότητά του. Διόλου δεν είναι έτσι! Ας παραδεχτούμε κάποτε πως έργα κλασικά, σαν το «Περιμένοντας», ηλικίας που ξεπερνά πια τις τρεις γενιές, έχουν χάσει σημαντικό μέρος της πρώτης θεατρικής τους κόψης. Οσο κι αν παραμένουν ενεργά στον πυρήνα, στις εξωτερικές στοιβάδες αυτό που πριν από χρόνια ήταν ζεστό έχει αρχίσει να παγώνει. Μια παράσταση του «Περιμένοντας», με τον τρόπο που τον ήθελε ο ίδιος ο συγγραφέας του, θα προκαλούσε ασφαλώς χασμουρητά - κι αυτά, φοβάμαι, δεν θα ήταν λόγω του θέματος ή της ουσίας του, αλλά από την ξεθυμασμένη του αναπαράσταση.

Αυτό που θέλω να πω είναι πως έρχεται κάποτε καιρός να ελευθερωθεί το δημιούργημα από τον δημιουργό, για να τιμήσει το πρώτο τον δεύτερο εις τους αιώνας. Δεν είναι εύκολο να το καταλάβει κανείς αυτό με τους «νεοκλασικούς». Πριν από κάποια χρόνια, οι κληρονόμοι του Μπέκετ κίνησαν γη και ουρανό για να εμποδίσουν μια παράσταση του Ιρλανδού συγγραφέα, ανεβασμένη στην Ιταλία από γυναίκες! Και ακόμη παλιότερα, αλίμονο σε εκείνον που επιχειρούσε να παρέμβει στον σκηνικό κόσμο του συγγραφέα ή έστω των κληρονόμων του.

Μα απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, αυτά ανήκουν καθώς φαίνεται στο παρελθόν. Και εμείς είδαμε πρόσφατα μια ωραία παράσταση του «Τέλους του παιχνιδιού» με γυναίκες ηθοποιούς να αποδίδουν τα πλάσματα του μετα-αποκαλυπτικού κόσμου του (σε σκηνοθεσία Κώστα Χατζή), και τώρα είμαστε σε θέση να χαρούμε το «Περιμένοντας» στη θέση που του αρμόζει: στον χώρο του αληθινού θεάτρου, των ζωντανών, της πνοής, της πίστης και της αλητείας.

Αυτό που σας λέω τόση ώρα είναι πως είδαμε επιτέλους έναν Μπέκετ να αφήνει πίσω του τα στερεότυπα της επιτηδευμένης πλήξης κι όλα τα κλισέ, σύμφωνα με τα οποία αν βαριέσαι στον Μπέκετ (και παρεμπιπτόντως στον Τσέχοφ…) βρίσκεται σε καλό δρόμο. Είδαμε έναν Μπέκετ που εκτός από «υπαρξιακός», «προφητικός», «αποκαλυπτικός» ή ό,τι άλλο, ήταν αληθινά συναρπαστικός. Και μάλιστα τόσο ώστε να κυλάει μπροστά μας σαν το νερό, με τη χάρη του θεάτρου που θυμίζει το εξής θεμελιακό σε κάθε εποχή: Ακόμα κι όταν μιλάς για τον αιώνιο κόσμο, οφείλεις να το κάνεις με θέατρο της εποχής σου.

Είδαμε λοιπόν στο Ηρώδειο το «Περιμένοντας» εγκιβωτισμένο στο ύφος και στα υλικά που δίνουν τόσα χρόνια τώρα στον συγκεκριμένο σκηνοθέτη την «ταυτότητά» του. Είδαμε το χαρακτηριστικό δεντράκι στο κέντρο της σκηνής, μπροστά από τα μεταβιομηχανικά υλικά που ο Κακλέας τοποθετεί σχεδόν εμμονικά στις παραστάσεις του (σκηνικά του ίδιου και του Σάκη Μπιρμπίλη, τα ωραία κοστούμια της Ηλένιας Δουλαδίρη). Είδαμε πάλι το χαρακτηριστικό πείραγμα του σκηνοθέτη στην αρχή του έργου, με το τυπικό ζευγάρι να μπαίνει στη σκηνή (ο Αρης Κακλέας με την Αγγελική Τρομπούκη) και να πλαισιώνει το περιβάλλον του με την καταφατική κοσμοθεωρία του σκηνοθέτη.

Υπάρχει τόσος Κακλέας σε αυτό το «Περιμένοντας», όσος και Μπέκετ. Και οδηγεί την παράσταση πέρα από την επιτυχία, σε μια αληθινή, εκ των έσω κατάκτηση. Το έργο ήταν, θυμίζω, το πρώτο που σκηνοθέτησε ο Κακλέας πριν από σαράντα χρόνια. Και ο ίδιος επιστρέφει πάλι σε αυτό, κουβαλώντας, όπως οι αντι-ήρωές του, την αίσθηση της αναμονής για κάτι αληθινά μεγάλο, που μετατέθηκε μέρα με τη μέρα με ελπίδες και διαψεύσεις σαν σισύφειος μύθος. Οπως και ο Ιρλανδός συγγραφέας, ο Ελληνας σκηνοθέτης έφτασε πιθανόν στο ίδιο συμπέρασμα, πως ό,τι ξεκίνησε να γίνει κάποτε το «θέατρο που ακολουθεί τον κόσμο», κατέληξε αλληγορία τόσο πειστική, τόσο αμείλικτα εκτική, ώστε να καταπιεί τον κόσμο αυτόν κι εμάς μαζί του.

Ή μήπως όχι;… Τέσσερις γενιές θεατρίνων καλούνται στην παράσταση να αποδώσουν έναν κύκλο θεάτρου και τον κόσμο που κυνηγάει την ουρά του. Συμβαίνει μάλιστα οι γενιές να συναντιούνται επί σκηνής η καθεμιά με τα όπλα της, με την εμπειρία της πρώτης γενιάς να συναντά την αφέλεια της τελευταίας. Και η αλήθεια είναι πως λόγω των συνθηκών ο παραγωγός είχε στη διάθεσή του ένα επιτελείο ηθοποιών λαμπρών, αν και μεταξύ τους αταίριαστων. Κι όμως. Ποιος θα μπορούσε αρχικά να φανταστεί τη χημεία που θα έβγαζαν στη σκηνή ο Θανάσης Παπαγεωργίου με τον Σπύρο Παπαδόπουλο; Ή τον τρόπο που η ερμηνεία τους θα συνομιλούσε με τους νεότερους;

Η επιτυχία είναι πως σε καμιά στιγμή δεν σκέφτηκαν να μειώσουν τα πρόσωπά τους στο επίπεδο της «φάρσας»: επέλεξαν αντ’ αυτού να διατηρήσουν την προσωπικότητα και το ήθος ζωντανών (ακόμα) υπάρξεων. Και ποια μεγαλύτερη αντίθεση των δύο πλάνητων με τα πλάσματα των Αρη Σερβετάλη (Πόντζο) και Ορφέα Αυγουστίδη (Λάκι), όπως τα βλέπουμε να έρχονται από το πουθενά, αποκυήματα μιας διαδικασίας που απανθρώπισε τα πρόσωπά και τα μετέβαλε σε ιδεοληψίες βίας, τεχνουργήματα άψυχα, αληθινές μηχανές τεχνητής νοημοσύνης! Περιττό ωστόσο να τονίσω την ικανότητα του Σερβετάλη να προσδώσει σώμα και πνεύμα στη μορφή του Πόντζο ή την ικανότητα του Αυγουστίδη να γίνει ένας Λάκι εφιαλτικά αισθαντικός μέσα στην τόση κενότητά του…

Με αυτά τα παραπάνω όλα, είμαι σε θέση να αποτολμήσω κάποια γενικότερη ερμηνεία… Σαν να μου φάνηκε λοιπόν ότι, ξεκινώντας από την παρουσία των δύο νέων, έχουμε στην παράσταση τους δύο πόλους, το θεατρικό και το ανθρώπινο, να εναλλάσσονται μεταξύ τους αμοιβαία… Σαν οι νέοι της αφετηρίας να «ζουν» ακόμη μακριά από την εκφυλιστική ιδέα μιας ύπαρξης που στηρίζεται στο εξής θεώρημα: «Αφού κάποιος με βλέπει, άρα υπάρχω».

Από αυτόν τον εφιάλτη τρέχουν να κρυφτούν οι δύο φίλοι μας, με τελευταία ελπίδα τους τον «Γκοντό», τον μόνο ικανό, όπως πιστεύουν, να προσδώσει στην ύπαρξη την καταλυτική έξωθεν μαρτυρία... Φοβούνται τελικά αυτό που ήδη συμβαίνει στους Λάκι και Πόντζο: Για εκείνους δεν υπάρχει τίποτε άλλο σε αυτό το θέατρο, παρά «θέαμα». Θέλω να πω πως οι Βλαδίμηρος και Εστραγκόν έρχονται από τον έναν κόσμο και βαδίζουν σε έναν άλλο. Από την κατάφαση στην άρνηση, με ενδιάμεσο σταθμό την αναμονή.

Κι όμως ο Μπέκετ που είδα στο Ηρώδειο δημιουργεί ταυτόχρονα την αίσθηση της ματαιότητας και της υπέρβασης. Ποια άλλη καλύτερη απόδειξη υπάρχει πως από τη σκοτεινιά μπορεί να γεννηθεί φως, από την πεποίθηση πως το ταπεινό θέατρο της ζωής θα συνεχίσει να τραγουδά και να χορεύει εν τη ερημία του κόσμου και σε πείσμα του; Στο τέλος τέλος υπάρχει και η αντίστροφη πορεία. Να κινηθούμε από τους Λάκι και Ποντζο, και με σταθμό τον Βλαδίμηρο και τον Εστραγκόν, προς τους δύο ερωτευμένους νέους της αρχής: Τα σώματά τους, η ελευθερία και η νεανική ειρωνεία τους είναι πιθανόν για εμάς ο «Γκοντό».

ΘΕΑΤΡΟ
Φτάνοντας στον πάτο του κόσμου
Το έργο «Παίζοντας το θύμα» των Ολεγκ και Βλαντίμιρ Πρεσνιακόφ σε σκηνοθεσία του Γιώργος Κουτλή μας έφερε ξανά κοντά στο θέατρο μέσα από την υπόγεια σκηνή του ΡΕΞ.
Φτάνοντας στον πάτο του κόσμου
ΘΕΑΤΡΟ
Το θέατρο στο σκοτεινό μέλλον
Η πολιτεία πρέπει να βρει τρόπους να βοηθήσει με κάποιο πρόγραμμα, υποστηρικτικό και αναγκαίο στους καιρούς που θα έλθουν. Οχι σαν ελεημοσύνη, μα σαν στήριξη ενός κλάδου που θα περάσει περίοδο κρίσης.
Το θέατρο στο σκοτεινό μέλλον
ΘΕΑΤΡΟ
Η υπαρξιακή αυτοθυσία του θυσιαστή
Μια καλοφτιαγμένη πρόταση σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη, πάνω σε ένα αληθινά δραματικό κείμενο που μας έρχεται από την Κρητική Αναγέννηση, ζητά να αποτελέσει μοχλό συζήτησης για το τι σημαίνει πίστη και...
Η υπαρξιακή αυτοθυσία του θυσιαστή
ΘΕΑΤΡΟ
Η θολή μοναξιά μιας αντροπαρέας
Μια μαύρη κωμωδία ρεαλισμού του Ιρλανδού Κόνορ Μακφέρσον και με τη σκηνοθετική ματιά της Ελένης Σκότη από την «Ομάδα Νάμα» γίνεται έργο δυστυχώς αφοπλισμένο και ακίνδυνο, πέφτοντας στην παγίδα της ηθογραφίας.
Η θολή μοναξιά μιας αντροπαρέας
ΘΕΑΤΡΟ
Αγρια ποίηση χωρίς «χάρτινο φεγγαράκι»
Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός ανατρέπει όλα όσα ξέραμε για το θρυλικό έργο του Τενεσί Ουίλιαμς. Ενας Κοβάλσκι (Χάρης Φραγκούλης) χωρίς το φανελάκι του Μπράντο, μια Μπλανς (Μαρία Ναυπλιώτου) χωρίς την «καλοσύνη των...
Αγρια ποίηση χωρίς «χάρτινο φεγγαράκι»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας