Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
«Τρεις αδελφές» μεστές
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

«Τρεις αδελφές» μεστές

  • A-
  • A+
Από τις πιο επιδραστικές φωνές του θεάτρου μας, ο Δημήτρης Καραντζάς στην τελευταία του κατάθεση πάνω στο κλασικό έργο του Αντον Τσέχοφ τοποθέτησε τολμηρά στη θέση τριών εικοσάχρονων αδελφών τρεις κορυφαίες ερμηνεύτριες του θεάτρου μας σαφώς ωριμότερες, οι οποίες αποδίδουν τους ρόλους κουβαλώντας το βάρος της πορείας τους.

Δεν έχει παρά κοντά έναν μήνα που ανέβηκαν οι «Τρεις αδελφές» στο «Βεάκη», σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Καραντζά, κι από όσο αντιλαμβάνομαι έχουν ήδη γραφτεί τόσα (και τόσο ενδιαφέροντα) για την παράσταση που τι να γράψει πια άλλο κανείς που να μην περισσεύει...

Από την πλευρά μου προτιμώ να ξεκινήσω με έναν απολογισμό. Είναι πλέον φανερό ότι ο Καραντζάς τα τελευταία δώδεκα χρόνια, κι αφού κατέκτησε τις βασικές σκηνές μας, δοκιμάστηκε σε αυτές και άντεξε τον ίλιγγό τους, έχει σήμερα εξελιχτεί σε μία από τις πιο επιδραστικές φωνές του θεάτρου μας. Δεν είναι φανερό; Οι παραγωγοί τον προσκαλούν για να σκηνοθετήσει τα ρεπερτόρια των θεάτρων τους. Τα σημαντικότερα ονόματα από τις τάξεις των ηθοποιών αποδέχονται τις υποδείξεις του.

Και το σημαντικότερο: ανεβάζει τη μια πρόταση μετά την άλλη χωρίς να εξαντλείται από την επανάληψη ή να επαναλαμβάνεται από την εξάντληση, χωρίς να περιορίζεται από την επιτυχία του. Ανήκει στην πρώτη γενιά του νέου αιώνα, μια γενιά χαρισματική μα και τυχερή. Ηταν οι πρώτοι που αφέθηκαν να κατακτήσουν αυτό που εξ αρχής τους ανήκε. Το μόνο που απομένει είναι να ξεκολλήσουμε κάποτε από πάνω τους την ταμπέλα του «νέου καλλιτέχνη», για να προχωρήσουμε παρακάτω στην ιστορία μας.

Η τελευταία κατάθεση του Καραντζά αφορά τις «Τρεις αδελφές» του Τσέχοφ και αληθινά αξίζει κανείς να ανακαλέσει άλλους δύο παλιότερους Τσέχοφ του (ο ένας στο ξεκίνημα, το 2009, κι ο δεύτερος τρία χρόνια μετά, το 2012) για να καταλάβει τη διαδρομή που ο ίδιος έχει διανύσει μέχρι σήμερα. Οτι τότε, στις αρχές της δεκαετίας, έμοιαζε με ένα πρώτο ξάφνιασμα, σήμερα καταλήγει να δίνει μια νέα θεώρηση για τον Τσέχοφ.

Κάποια «εξωτερικά» στοιχεία της σκηνοθεσίας μοιάζουν πλέον χαρακτηριστικά για τον σκηνοθέτη, συνθέτουν αυτό που λέμε το «ύφος» του. Ενα από αυτά είναι η μετωπική σκηνή κι ο τυπικός περιορισμός της δράσης σε έναν σχετικά στενό χώρο. Η απόφασή του να περιορίσει το θεατρικό σύμπαν σε μια μετόπη και να εξωθήσει τους ήρωές του σχεδόν έξω από τον φυσικό τους χώρο, στο προσκήνιο, για να μείνουν εκεί, έξω από τα νερά τους, τους κάνει να μοιάζουν πάλι μετέωροι και αμήχανοι, φθαρτοί και ανάγλυφοι.

Επειτα έρχεται η «απαγγελία» τους που πιθανόν να αποτελεί εμβάθυνση στη μέθοδο του Βογιατζή. Η μελέτη του λόγου καταλήγει στην αίσθησή μας πως τα πρόσωπα του δράματος σαν να «ανακαλύπτουν» επί σκηνής τα λόγια και την αιτία της παρουσίας τους, πως επινοούν κάθε φορά τη συνθήκη του ρόλου τους.

Επειτα έρχονται κι άλλα που ξαναβρίσκουμε μπροστά μας στη νέα διδασκαλία του Τσέχοφ. Αυτά βαδίζουν παραμέσα, σε μια προσωπική «αντίληψη» του σκηνοθέτη για τον κόσμο. Διακρίνω εκεί την αίσθηση της οντολογικής ρευστότητας, αυτό το «κάτι» που αδυνατεί να συγκρατηθεί από την πραγματικότητα και που στο θέατρο αποδίδεται με την κυκλικότητα και επανάληψη.

Από αυτό πηγάζει άλλωστε η ατμόσφαιρα της διδασκαλίας του. Ας μην ξεγελιόμαστε με την επιφανειακή ειρωνεία. Η ατμόσφαιρα των σκηνοθεσιών του Καραντζά είναι σχεδόν πάντα μελαγχολική, κάποτε ακόμα πιο μελαγχολική από τη διάθεση που ενυπάρχει στο έργο. Είναι η αίσθηση ενός αδιεξόδου, ενός θλιβερού ψέματος που βρίσκεται στο κέντρο της σκηνικής ποιητικής και το μόνο που μπορεί να την αποκαλύψει είναι ο χρόνος.

Ολα αυτά τα παραπάνω τα βλέπουμε ξανά και τώρα, καθαρά, στις «Τρεις αδελφές» του «Βεάκη». Το πιο εμφανές βρίσκεται βέβαια στην τολμηρή απόφαση της εξπρεσιονιστικής μετάλλαξης των προσώπων του -τελικά και του ήθους τους-, τοποθετώντας στη θέση τριών εικοσάχρονων αδελφών τρεις ηθοποιούς αντίστοιχα σαφώς ωριμότερες. Ο λόγος;

Προφανώς πως με το εύρημα αυτό αποκαλύπτεται το εσωτερικό τους τοπίο, το βάρος που τις κάνει να νιώθουν πρόωρα γερασμένες, κουρασμένες από την αναμονή μιας νεότητας. Λιγότερο προφανές πίσω από την αλλαγή είναι πιθανόν πως αυτό επιτρέπει σε τρεις κορυφαίες ερμηνεύτριες του θεάτρου μας να αποδώσουν τους κεντρικούς ρόλους του έργου - κουβαλώντας μάλιστα η καθεμιά τους το βάρος της πορείας που η ίδια έχει διανύσει.

Ισως ακόμα λιγότερο προφανές από όλα είναι πως με τη διολίσθηση της ηλικίας μπορεί να αποδοθεί η ξεχωριστή ποιότητα που ο ίδιος ο σκηνοθέτης ανακαλύπτει στο χιλιοπαιγμένο έργο του Ρώσου κλασικού. Συγκεκριμένα πως η περίφημη «Μόσχα» του είναι για τις ηρωίδες του όχι πια τόπος, αλλά χρόνος. Και πως η φυγή τους στη Μόσχα κρύβει στην πραγματικότητα την ουτοπική επιστροφή στον χρόνο των παιδικών ανέμελων χρόνων.

Αν αυτό ισχύει, οι «Τρεις αδελφές» αποκτούν κάτι από τον χαρακτήρα του ψυχοδράματος, της υπαρξιακής αλληγορίας που παίζεται όχι με τους όρους του αντικειμενικού, μα του υποκειμενικού ρεαλισμού. Ολα μοιάζουν με κακό όνειρο που ξεκινά σε κάθε παράσταση από την αρχή. Το μόνο εκτός ονείρου είναι η μορφή των αδελφών που φθείρεται ολοένα, που γηράσκει σε δωμάτια θεάτρου με τις διαψεύσεις και τα αδιέξοδά του.

Πώς θα το έλεγε ένας άλλος ποιητής; Ο ύπνος τις γέμιζε όνειρα καρπών και φύλλων. Ο ξύπνος δεν τις άφηνε να κόψουν ούτε ένα μούρο… Το θέατρο μπορεί να δώσει σε αυτές τις ψυχές μια σκηνή έστω λύτρωσης, μια κάποια διέξοδο «προς τη Μόσχα».

Θα τους επιτρέψει να φορέσουν ξανά τα παιδικά φουστανάκια τους (κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη), ανοίγοντάς τους έναν ορίζοντα μνήμης στα παρασκήνια. Κανείς δεν γελάει πια μαζί τους. Τώρα που τα σκηνικά της Μαρίας Πανουργιά έχουν γεμίσει τη στενή πραγματικότητα και έχουν ασφυκτικά καταλάβει τον ζωτικό χώρο, αποκαλύπτεται πίσω από το προσκήνιο ο κρυφός χώρος της λύτρωσης και της χαράς.

Υπάρχουν όμως ακόμα κι άλλοι ρόλοι στον ονειρικό θεατρικό κόσμο των αδελφών που αξίζει να αναφέρουμε. Είναι η μουσική διάσταση του Δημήτρη Καμαρωτού που δραματουργεί μαζί με τους μαγικούς φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου. Η μετάφραση των Αλέξανδρου Ισαρη και Γιώργου Δεπάστα που κάνει τον διάλογο να ρέει αβίαστα.

Κι είναι βέβαια οι ίδιοι οι ηθοποιοί. Στον στενό, προκαθορισμένο κόσμο τους οι τρεις αδελφές βρίσκουν κάποιες γωνιές για να μιλήσουν η μία στην άλλη ψιθυριστά. Εκεί υπάρχουν. Η Ολγα της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη, η Ιρένα της Αθηνάς Μαξίμου και η Μάσα της Μαρίας Κεχαγιόγλου μοιάζουν ευάλωτες, αταίριαστες και διαφανείς.

Η Σύρμω Κεκέ δίνει συναρπαστικά το άλλο άκρο, μια Νατάσα που ξέρει να επιβάλλεται και να εξαπλώνεται... Οι Αιμίλιος Χειλάκης, Ορφέας Αυγουστίδης και Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης είναι η ομάδα των αντρών που επιχειρεί εις μάτην να τραβήξει τις αδελφές προς την ενηλικίωση... Γιάννης Κλίνης, Αινείας Τσαμάτης, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Νίκος Μάνεσης, η Υβόννη Μαλτέζου και ο Δημήτρης Πιατάς συμπληρώνουν την έξοχη διανομή του «Βεάκη».

Κανείς δεν εξέρχεται του κόσμου αυτού και κανείς δεν ζει αληθινά έξω από αυτόν. Οι «Τρεις αδελφές» γίνονται ο χαμένος κρίκος όλων μας με τον κόσμο της παιδικής αθωότητας και προσκόλλησης. Κι είναι περίεργο. Τώρα που τις βλέπουμε «μεγαλωμένες», κατανοούμε πως οι τρεις αδελφούλες του Τσέχοφ δεν μεγάλωσαν ποτέ στ’ αλήθεια.

ΘΕΑΤΡΟ
Ενα «μαγικό παραμύθι» για θεατές κάθε εποχής
Το έργο της Ξένιας Καλογεροπούλου, από τα σημαντικότερα της θεατρικής λογοτεχνίας μας, με την έξοχη ματιά του Θωμά Μοσχόπουλου και της Σοφίας Πάσχου, είναι μια σχεδόν επική, «στοχαστική» παράσταση, όπου τα...
Ενα «μαγικό παραμύθι» για θεατές κάθε εποχής
ΘΕΑΤΡΟ
Διαρρηγνύοντας το κέλυφος του «αμερικανικού ονείρου»
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου στήνει μια παράσταση προσθέτοντας νότες φιλμικού εξπρεσιονισμού στο εμβληματικό έργο του Τενεσί Ουίλιαμς που με «ωμό ρεαλισμό» μετέφρασε ο Αντώνης Γαλαίος. Με μια ενδιαφέρουσα υφολογική...
Διαρρηγνύοντας το κέλυφος του «αμερικανικού ονείρου»
ΘΕΑΤΡΟ
Το γαλλικό μελόδραμα στα καλύτερά του
Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος με ένα επιτελείο δεξιοτεχνών ηθοποιών παρουσιάζει τον κόσμο του Φλοριάν Ζελέρ, με το κοινό της πλατείας να ζει μια βραδιά ψυχικής φόρτισης, προσήλωσης και ταύτισης τέτοιας ισχύος ώστε...
Το γαλλικό μελόδραμα στα καλύτερά του
ΘΕΑΤΡΟ
Ο καλύτερος Τσέχοφ των τελευταίων χρόνων
Με μια ομάδα δεμένη που αποδίδει τα μέγιστα, η Μαρία Μαγκανάρη έστησε μια εξαιρετική παράσταση, ζητώντας από τους θεατές να δουν πίσω από τους ρόλους ανθρώπους και πίσω από τους κανόνες όρους ζωής.
Ο καλύτερος Τσέχοφ των τελευταίων χρόνων
ΘΕΑΤΡΟ
Το γέλιο ενός παλιάτσου, η κραυγή ενός βασιλιά
Το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Φραντς Κάφκα μεταφέρεται στη σκηνή σε σκηνοθεσία του Ορέστη Τάτση, βάζοντας τους θεατές στο κέντρο της καφκικής κοσμολογίας και αγγίζοντας το «θέατρο του παραλόγου».
Το γέλιο ενός παλιάτσου, η κραυγή ενός βασιλιά
ΘΕΑΤΡΟ
Στον κόσμο των κωφών και του έρωτα
Ο Τάκης Τζαμαργιάς δίνει ζωή σε όσα «εκστομίζονται» και σε όσα σιωπούν εγκλωβισμένα στο σώμα των ηθοποιών στο υπέροχο βρετανικό έργο της Νίνα Ρέιν, όπου ξεχωρίζει η ερμηνεία του Μάνου Καρατζογιάννη στον ρόλο...
Στον κόσμο των κωφών και του έρωτα

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας