Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Νίκος Μαστοράκης: «Η λήθη του φασισμού με τρομάζει περισσότερο από τον φασισμό»

Νίκος Μαστοράκης

ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Νίκος Μαστοράκης: «Η λήθη του φασισμού με τρομάζει περισσότερο από τον φασισμό»

  • A-
  • A+
Σκηνοθετεί το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ «Πριν την αποχώρηση», ένα ψυχολογικό οικογενειακό δράμα και ταυτόχρονα φάρσα πάνω στον ναζισμό. Παρουσιάζεται ξανά στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, είκοσι χρόνια μετά το πρώτο του ανέβασμα, με πρωταγωνιστές την Μπέττυ Αρβανίτη, τον Περικλή Μουστάκη και τη Σμαράγδα Σμυρναίου.

Ο δικαστής Ρούντολφ Χέλερ (Περικλής Μουστάκης), ένας πρώην ναζί, διοικητής στρατοπέδου συγκέντρωσης, μετά τον πόλεμο κατάφερε όχι μόνο να διαφύγει τη σύλληψη και τη δίκη κρυμμένος επί δέκα χρόνια στο υπόγειο του σπιτιού του, αλλά να τιμηθεί αργότερα με το ανώτατο κρατικό γερμανικό αξίωμα, να γίνει πρόεδρος του Δικαστηρίου. Πώς; Μα τότε «κανείς δεν ρωτούσε τίποτα», δεν ήταν ο πρώτος ναζί με δημόσιο αξίωμα…

Ο Χέλερ ζει με τις δύο αδελφές του, τη Βέρα (Μπέττυ Αρβανίτη) και την ανάπηρη Κλάρα (Σμαράγδα Σμυρναίου). Αυτό που περιμένει όλο τον χρόνο είναι μια συγκεκριμένη μέρα. Εκείνη που θα γιορτάσει τα γενέθλια του αρχηγού των Ες Ες Χάινριχ Χίμλερ! Η μέρα αφιερώνεται στο ναζιστικό παρελθόν, στις ένδοξες γεμάτες πτώματα μνήμες από το στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Για τις ανάγκες της «παράστασης», εκτός από φαγητό, εκλεκτή σαμπάνια και λουλούδια, επιστρατεύονται ναζιστικές στολές, καλογυαλισμένες μπότες, αγκυλωτοί σταυροί, ακόμα και ο εχθρός – η μία αδελφή του επωμίζεται τον ρόλο της «Εβραίας» με ξυρισμένο κεφάλι και ριγωτή στολή. Το εθνικοσοσιαλιστικό τελετουργικό ολοκληρώνεται με μια… άρια πράξη αιμομιξίας…

Περικλής Μουστάκης, Μπέττυ Αρβανίτη, Σμαράγδα Σμυρναίου

Το έργο του Αυστριακού συγγραφέα Τόμας Μπέρνχαρντ «Πριν την αποχώρηση» πρωτοπαρουσιάστηκε το 1979 γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία. Στην Ελλάδα ανέβηκε στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού, το 1999, μια επιτυχημένη και βραβευμένη παράσταση. Είκοσι χρόνια μετά ανεβαίνει ξανά στο ίδιο θέατρο από τον Νίκο Μαστοράκη.

Ο σκηνοθέτης επιστρέφει για έβδομη φορά με το Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας – το θέατρο απ’ όπου ξεκίνησε να σκηνοθετεί το 1994 με το «Τρίπτυχο» του Χεράντιαν Ράιντερς. Συνεργάζεται για πέμπτη φορά με την Μπέττυ Αρβανίτη («Παλιοί καιροί», «Επιστροφή» του Χ. Πίντερ, «Ο Γλάρος» του Αντον Τσέχοφ, «Μαρία Στιούαρτ» του Φρίντιχ Σίλερ).

Συναντήσαμε τον Νίκο Μαστοράκη στο σπίτι του στην πλατεία Αμερικής, στο ίδιο σπίτι όπου μένει μόνος πολλά χρόνια. Αυτή τη φορά έχει συγκατοίκους, θορυβώδεις, ζωηρούς, παιχνιδιάρηδες: τον γάτο Μήτσο και τη γάτα Δραχμή… «Ηταν επιλογή της Μπέττυς, κατά τη γνώμη μου σωστή», μας λέει. «Ισως πρόκειται για το καλύτερο θεατρικό του Μπέρνχαρντ. Ναι, αυτό το ανέβασμα είναι διαφορετικό. Το πρώτο είχε αντιμετωπιστεί κάπως ρεαλιστικά, ακολουθήθηκαν κατά γράμμα οι σκηνικές οδηγίες του συγγραφέα.

Η αδελφή έπλενε τα πόδια του δικαστή, στρωνόταν ένα κανονικό τραπέζι για φαγητό. Αυτά τώρα δεν υπάρχουν. Αφήνω τον λόγο «στο πιάτο», εκτεθειμένο στον θεατή. Είχαμε καιρό να δουλέψουμε με την Μπέττυ. Είναι ηθοποιός που θαυμάζω. Τολμηρή, επίμονη, ακούραστη, ευφάνταστη, εργατική περισσότερο ακόμα κι από νέους. Διαθέτει ένα νεανικό ίρτζι πάνω στη σκηνή, σαν κοριτσάκι, κάνει πράγματα που για μένα είναι αδιανόητα».

• Το έργο είναι πολιτική σάτιρα, ψυχολογικό δράμα, φάρσα πάνω στον ναζισμό, μια κωμωδία της γερμανικής ψυχής;

Δεν είναι ότι μιλάει απλώς για τον φασισμό, τον ναζισμό, αλλά και για το πώς διαχειριζόμαστε αυτή την άγρια ψύχωση. Σκέψου πως οι ήρωες είναι λάτρεις της τέχνης, μιλούν συνεχώς γι’ αυτήν: «Η τέχνη λυτρώνει», «Αν δεν πάω μια φορά την εβδομάδα στο θέατρο δεν μπορώ να ζήσω» κ.λπ. Και από την άλλη νοσταλγούν τον Φίρερ, εκείνη τη δοξασμένη εποχή…

Είναι τόσο γελοία τα πρόσωπα! Υπάρχει ένα γκροτέσκο στην όλη σύλληψη του έργου, ένα ιδιαίτερο χιούμορ που δεν περνάει με ακρίβεια στο ελληνικό κοινό καθώς είναι άγνωστες κάποιες αναφορές. Δεν νομίζω ότι ο Μπέρνχαρντ ενδιαφέρεται για τη ρεαλιστική απεικόνιση.

Στο πρώτο μέρος οι δύο γυναίκες δεν αναφέρονται στο θέμα. Οταν εμφανίζεται εκείνος, που αποτελεί τον πυρήνα του έργου, βλέπουμε να ξεδιπλώνεται η νοσταλγική διάθεση για τη χιτλερική εποχή, η παραφροσύνη του δικαστή, νοσηρά συνδεδεμένου με το ναζιστικό παρελθόν. Κι αυτό γιατί η συγκεκριμένη μέρα δεν είναι τυχαία. Ο δικαστής έχει υποσχεθεί στον εαυτό του πως σήμερα θα κάνει μια γιορτή για την επέτειο των γενεθλίων του Χάινριχ Χίμλερ.

• Η Βέρα λέει κάποια στιγμή: «Το 98% του λαού λάτρευε τον Φίρερ, μισούσε τους Εβραίους». Πώς γίνεται ένας ολόκληρος λαός να έχει μονταριστεί πάνω σε μια αποτρόπαιη ιδέα; Μοιάζει σαν να είχε πειραχτεί ο ψυχισμός του, σαν να είχε προσβληθεί από ένα είδος μαζικής υστερίας.

Ναι, έτσι ήταν. Ο Μπέρνχαρντ φτάνει μ’ έναν τρόπο στην υπερβολή, επίτηδες, και καλά κάνει. Οι μελέτες των σύγχρονων ιστορικών εξηγούν το φαινόμενο. Ο πολύς κόσμος δεν ήξερε ακριβώς τι συνέβαινε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ότι αφανιζόταν ένας ολόκληρος λαός. Μην ξεχνάμε πως δεν ήταν η πρώτη φορά στην Ιστορία που οι Εβραίοι διώκονταν, είναι γνωστά τα πογκρόμ στην Ισπανία, τη Ρωσία.

Η συνθήκη ειρήνης που αναγκάστηκε να υπογράψει η ηττημένη Γερμανία μετά τον Α’ Παγκόσμιο τη βύθισε όχι μόνο στην εθνική ντροπή αλλά σε οικονομικό και κοινωνικό χάος, στη μαζική ανεργία, τη φτώχεια και την εξαθλίωση. Το ιδανικό πεδίο για να εκκολαφθεί ο φασισμός. Το έργο γράφτηκε με αφορμή το ότι ένας πρώην ναζί έγινε πρόεδρος της Δημοκρατίας.

• Οσες φορές κι αν παρακολουθήσουμε έργα, ντοκιμαντέρ γύρω από αυτήν την ιστορία, η αίσθηση φρίκης είναι πάντα παρούσα.

Κι όμως, εγώ πιστεύω ότι πάμε να το συνηθίσουμε, να ξεχάσουμε, να θάψουμε αυτό το τερατώδες έγκλημα. Οι νεότερες γενιές φοβάμαι ότι δεν ξέρουν, δεν συναισθάνονται τι σημαίνει Ολοκαύτωμα, αυτή η βαθιά προσβολή στον ουμανισμό της δυτικής σκέψης. Και αυτό θεωρώ πως είναι ο απόλυτος τρόμος. Η λήθη. Γιατί μπορεί να συμβεί ξανά, αύριο, μεθαύριο.

Αλλωστε, τελευταία, παίρνουμε καλές γεύσεις του εθνικισμού, του φασισμού. Και στην Ελλάδα. Εδώ, κάτω από τις γραμμές του κειμένου ακούμε τη φωνή του συγγραφέα: «Προσέξτε, ο τρόμος παραμονεύει, το τέρας δεν είναι νεκρό, λουφάζει και ανά πάσα στιγμή μπορεί να βγει στην επιφάνεια». Απ’ την άλλη, και στη δική μας κοινωνία, έχουμε δει το έργο. Τη Χρυσή Αυγή, αλλά και σε κάποια παλικάρια του κυβερνώντος κόμματος που είχαν θητεύσει δυναμικά σε τέτοια μετερίζια.

• Αυτός ο πρότερος βίος μοιάζει να έχει διαγραφεί...

Μα διαγράφεται; Θα μου πεις το βλέπουμε, ο κόσμος ξεχνά, τους θέλει, τους ψηφίζει. Κι αυτό σημαίνει ότι ζούμε μια μεγάλη παρακμή της σκέψης, της κριτικής ικανότητας. Ο άνθρωπος προτιμά να μη σκέφτεται. Εχοντας καθημερινά ν’ αντιμετωπίσει δύσκολες ζωτικές συνθήκες, το τελευταίο που τον απασχολεί είναι να αναρωτιέται για την πολιτική ηθική των προσώπων.

• Πώς ωριμάζει μια κοινωνία ώστε να μπορεί να διεκδικήσει μια σοβαρή πολιτική εκπροσώπηση;

Εμείς, δυστυχώς, δεν έχουμε πού να πατήσουμε. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν αστικές δομές. Σε όλη την Ευρώπη παρατηρούμε άνοδο της Ακροδεξιάς κι όμως η κουλτούρα δεν επηρεάζεται. Στη Βιέννη το ζήτημα του Πολιτισμού δεν αγγίζεται από την κυβερνώσα Ακροδεξιά. Αντίθετα, ένα από τα Κρατικά Θέατρα έπαιζε πέρσι παράσταση με τίτλο «Να υπερασπιστούμε τη δημοκρατία». Κανένας δεν παρενέβη, κανένας δεν σκέφτηκε να κατεβάσει την παράσταση.

Στην Αυστρία, που όλοι ξέρουμε την άθλια στάση της στο προσφυγικό, κάποια πράγματα λειτουργούν ερήμην της κυρίαρχης ακροδεξιάς πολιτικής γιατί υπάρχουν νόμοι σε ισχύ. Δεν τολμούν να κατεβάζουν παραστάσεις, να καταργούν καλλιτεχνικούς διευθυντές –χωρίς καν να τους ενημερώσουν– με το έτσι θέλω, όπως κάνουν εδώ οι δημοκράτες υπουργοί Πολιτισμού.

Εμείς δεν έχουμε κράτος με συνέχεια, νόμους που διασφαλίζουν την απρόσκοπτη λειτουργία των θεσμικών ιδρυμάτων στις τέχνες. Κάποτε ο Πάιμαν, διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου της Στουτγκάρδης, συγκέντρωνε χρήματα για τους Μπάαντερ–Μάινχοφ. Στη Γερμανία, το Deutsche Theater δύο τρεις φορές τον χρόνο έχει μόνιμο ομιλητή τον Γκρέγκορ Γκίζι, πρόεδρο του κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, και ουδείς τολμά να βάλει θέμα. Εμείς, παρ’ όλο που δεν έχουμε την απειλή του φασισμού μπρος στα μάτια μας, πολύ ευκολότερα ανεχόμαστε φασιστικές συμπεριφορές.

• Κάποτε όμως δεν ήταν έτσι. Υπήρχε ένας κόσμος που διεκδικούσε, διανοούμενοι που τολμούσαν να θέσουν ζητήματα, να παρακινήσουν.

Και μόνο την παρουσία της Μελίνας να σκεφτείς, καταλήγεις πως αυτή η σημερινή εποχή δεν διακρίνεται από καμιά τόλμη, από καμιά πνευματικότητα. Κι αν πάμε πιο πίσω στον χρόνο, τότε που μια μεγάλη θαρραλέα ιδέα συσπείρωνε λαούς με το αίτημα αλλαγής ολόκληρου του κόσμου, σε πιάνει θλίψη. Ηταν εποχές που παρήγαν ιδεολογίες, κινήματα, ενέπνεαν ελπίδα και αγωνιστικότητα σε γενιές και γενιές. Θα μου πεις πως το στοίχημα απέτυχε, η νομενκλατούρα, και όχι μόνο, το στραγγάλισε.

• Μπορούμε λέτε να κρίνουμε τα πολιτικά γεγονότα τού τότε με την οπτική τού σήμερα;

Δεν γίνεται. Για παράδειγμα, η Ελένη Παπαδάκη –που δεν μας είναι και τόσο γνωστή η καλλιτεχνική της αξία–, πέρα από το φρικτό γεγονός του θανάτου της υπήρξε μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Μπορεί να μη συνεργάστηκε με τους ναζί αλλά μεσολαβούσε για να σώσει, που σημαίνει ότι διατηρούσε κάποιες σχέσεις. Αρα, για ποια αποκατάσταση μιλάμε; Δεν θεωρώ την κίνηση με πολιτική σκοπιμότητα, νομίζω πως ήταν άστοχη, χωρίς σκέψη.

Και τέλος πάντων δεν προηγούνταν μια αίθουσα με το όνομα του Δημήτρη Ροντήρη, του Αιμίλιου Βεάκη ή του Φώτου Πολίτη, του ανθρώπου που δημιούργησε το Εθνικό Θέατρο; Είναι δύσκολο να δεις με καθαρό μάτι, να κρίνεις εκείνες τις εποχές, όπου η πίστη στις ιδέες υπερέβαινε και τον ίδιο τον άνθρωπο. Πάνω σ’ αυτό το θέμα έχω διαβάσει δύο εξαιρετικά βιβλία: το αμετάφραστο στα ελληνικά διήγημα του Παζολίνι «La vita di una cosa» («Η ζωή ενός πράγματος»).

Μια ομάδα νεαρών στο Φρίουλι αγωνίζονται, προπαγανδίζουν τις ιδέες του σοσιαλισμού, βέβαιοι πως ήρθε η ώρα για τη μεγάλη αλλαγή. Και στο μεταξύ βλέπεις πως η ζωή τούς παίρνει σιγά σιγά από κάτω, η ίδια η διαδικασία τους αλλοτριώνει. Το δεύτερο βιβλίο περιλαμβάνει τις συνεντεύξεις τριών Ιταλών κομμουνιστών ηγετών που, σε μεγάλη ηλικία πια, εξηγούν ψύχραιμα πώς και γιατί κατέρρευσε όλο αυτό.

• Για τους απλούς ανθρώπους, πάντως, τους ανώνυμους αγωνιστές, είναι δύσκολο να απαλλαχτούν από τη μνήμη, τα τραύματα.

Οταν έχεις φάει τη ζωή σου σε εξορίες, όταν έχεις θάψει γονείς, παιδιά γι’ αυτήν την ιδέα, πώς να σου πουν «Κύριε, συγγνώμη, κάναμε λάθος». Σκέψου τι τράβηξαν. Κατατρεγμούς, διώξεις, εξορία, καθεστώς παρανομίας. Πώς να ξεχάσουν; Και το ακόμα δυσκολότερο: πώς να μην είναι μνησίκακοι;

Και φτάσαμε στο σήμερα, σ’ έναν λαό με κατάθλιψη, μια νεολαία κατηφή πάνω από ένα κινητό. Δεν ξέρω πόσο μεταβατική είναι η εποχή μας, ξέρω πως είναι δυσάρεστη, άθλια, σιχαμένη. Μένω σε μια πόλη βρόμικη, δεν μπορείς να την περπατήσεις, νεκρή από παλμό ζωής, κανείς δεν διεκδικεί, δεν προβληματίζεται για τίποτα. Οι τηλεοράσεις όλη μέρα γανιάζουν το μυαλό των νοικοκυραίων, δεν ξέρεις τι είναι είδηση και τι είναι επινόηση είδησης.

• Εσείς πώς ενημερώνεστε;

Νομίζω πως μέσα σ’ αυτό το χάος δεν ξέρεις τι ισχύει, τι είναι αλήθεια ή ψέματα. Δεν βλέπω καθόλου τηλεόραση. Οταν συνειδητοποίησα ότι λειτουργεί επιβαρυντικά στον ψυχισμό μου, κυριολεκτικά με διέλυε_ την αποφεύγω απολύτως συνειδητά. Δεν έχω ιδέα τι χάνω, είμαι βέβαιος ότι στην τελική είναι καλύτερα να μην ενημερώνομαι.

Για θυμήσου εκείνο το φιάσκο της δημοπρασίας των σταθμών. Που είχαν τους ενδιαφερόμενους στην απομόνωση, τους πήγαιναν με φρουρούς στην τουαλέτα… Να το κάνεις ταινία και να γελάει και το παρδαλό κατσίκι. Τώρα ακούω θα σταματούν τη μουσική· άρα τα μπουζουξίδικα θα ξεκινούν το μεσημέρι;... Πόσο γελοία, πόσο συγχυτικά είναι όλα. Μόνο το θυμικό μας λειτουργεί. Βλέπουμε έναν μετανάστη στην τηλεόραση, κλαίμε· τον βλέπουμε στον δρόμο λίγο μαύρο, λίγο βρόμικο, τον βρίζουμε.

• Το θέατρο όμως καλά κρατεί. Εκατοντάδες παραστάσεις, καινούργιοι χώροι.

Είμαστε λαός θεατρόπληκτος, ποιος ξέρει γιατί. Απειρες δραματικές σχολές, εκατοντάδες νέοι ηθοποιοί που κάτι πρέπει να κάνουν μετά, κάπως να εκφραστούν. Δεν υπάρχουν πια θεατρικές εστίες όπως το Αμόρε, το θέατρο του Λευτέρη Βογιατζή. Βλέπεις το ρεπερτόριο μεγάλων θεατρικών σκηνών και δεν καταλαβαίνεις τι παίζουν. Ούτε ένα κανονικό έργο. Διασκευές, περφόρμανς, παραστάσεις που δεν βασίζονται καν πάνω σε έργο, «μοντερνιτέ», δήθεν πρωτοπορίες.

Είχα μια πλήρη, έντονη ζωή

• Φέτος είναι ο πρώτος χειμώνας που κάνετε μόνο μία παράσταση.

Αν δεν με ιντριγκάρει κάτι, αν δεν βρίσκω ενδιαφέρον σε μια πρόταση, γιατί να το κάνω; Προτιμώ να ασχολούμαι με άλλα πράγματα.

• Σκέφτεστε έργα;

Οχι, δεν σκέφτομαι έργα, περισσότερο σκέφτομαι την απόσυρση. Προτιμώ να διαβάζω, διαβάζω πολύ. Νομίζω πως η ανάγνωση είναι σπουδαία απόλαυση. Διάβασα τελευταία τη «Σεροτονίνη». Μου αρέσει ο Ουελμπέκ, είναι διεισδυτικός, πιάνει το θέμα ακριβώς στην καρδιά. Βγαίνω ελάχιστα, δεν έχω κίνητρο, μόνο για τα αναγκαία.

• Ο χρόνος που περνάει σας μελαγχολεί;

Αντίθετα, μου αρέσει. Τον διακρίνω πάνω μου, στο πρόσωπο, στο σώμα, δεν μου αρέσει αλλά δεν με νοιάζει. Εχω δικαίωμα πια και στο πάχος. Το τέλος δεν με απασχολεί καθόλου. Το θεωρώ απολύτως φυσικό, η περιπέτεια ολοκληρώθηκε. Το αντιλαμβάνομαι σαν να χάνω την παρτίδα σ’ ένα παιχνίδι. Εχω την αίσθηση πληρότητας στη ζωή μου.

• Εχετε μετανιώσει για πράξεις, αποφάσεις;

Δεν θα έβαζα τη λέξη «μετάνοια», την λέξη «ενοχή» σ’ αυτό το παιχνίδι της ζωής. Εχω μετανιώσει για πράγματα που δεν έχω κάνει. Ναι, ίσως μερικά να μην τα έκανα ξανά. Αλλά δεν είναι αυτό που μαρκάρει τον όποιο απολογισμό... Εζησα μια πολύ πλούσια ζωή, έντονη σε όλους τους τομείς. Ερωτες, μίση, χωρισμοί, πειρασμοί, προδοσίες, ταξίδια. Εκανα πάνω–κάτω πολύ περισσότερα απ’ ό,τι είχα σχεδιάσει και πολύ πιο επικίνδυνα απ’ ό,τι θα μπορούσα να φανταστώ.

• Φοβηθήκατε ποτέ;

Πολλοί φίλοι μου το ρωτούν. Δεν φοβήθηκα ποτέ. Ούτε στιγμή, ίσως γιατί αφηνόμουν στα πράγματα. Σκέφτομαι καμιά φορά τα γεγονότα στη Νομική, στο Πολυτεχνείο. Που περνούσα από την πύλη την ίδια στιγμή που έμπαινε το τανκ. Τώρα δεν θα το έκανα. Αλλά τώρα δεν θα έκανα κι άλλα πολλά. Αυτό είναι το καταπληκτικό στα νιάτα. Εχεις άγνοια κινδύνου, έχεις όρεξη να κάνεις ακόμα και τα αδύνατα.


INFO: Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας (Κεφαλληνίας 16Α Κυψέλη, Τηλ.: 210-8838727). «Πριν την αποχώρηση» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Μετάφραση: Βασίλης Πουλαντζάς. Σκηνοθεσία: Nίκος Μαστοράκης. Σκηνικά: Eλένη Μανωλοπούλου. Kοστούμια: Eλένη Μανωλοπούλου. Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου. Παίζουν: Μπέττυ Αρβανίτη, Περικλής Μουστάκης, Σμαράγδα Σμυρναίου.

ΘΕΑΤΡΟ
«Οι Ελληνες είμαστε σε κατάσταση απελπισίας»
Τρία πρόσωπα κι ένα στρωμένο τραπέζι σαν μια κωμικοτραγική ιεροτελεστία. Τρία αδέλφια σαν χορωδία παραφρόνων αποπειρώνται ενάντια στην αφασία, στην παράλυσή τους, ενάντια στον μηδενισμό, με όπλο τον...
«Οι Ελληνες είμαστε σε κατάσταση απελπισίας»
ΘΕΑΤΡΟ
«Η Γερτρούδη Στάιν και η συνοδός της» επέστρεψαν
Η Λυδία Φωτοπούλου και η Μαρία Κατσιαδάκη συναντιούνται ξανά στο έργο του Ουίν Ουέλς «Η Γερτρούδη Στάιν και η συνοδός της», έργο που αγάπησαν και που σε μεγάλο βαθμό τις καθόρισε καλλιτεχνικά μέσα στον χρόνο....
«Η Γερτρούδη Στάιν και η συνοδός της» επέστρεψαν
ΘΕΑΤΡΟ
Ο Τζόνι ξαναπήρε τ’ όπλο του
Ο Τάσος Ιορδανίδης αναμετριέται και πάλι με το σπουδαίο έργο τού, κυνηγημένου από τον μακαρθισμό, Ντάλτον Τράμπο. Μια πολιτική, σκληρή παράσταση, ικανή «να προκαλέσει συνειδήσεις και τον κόσμο σε ένα θεατρικό...
Ο Τζόνι ξαναπήρε τ’ όπλο του
ΘΕΑΤΡΟ
Ο «Δον Κιχώτης» μάς έδωσε την ανάγκη για το όνειρο
Ο Αλόνσο Κιχάδα είναι ένας απλός αγρότης που όμως έχει διαβάσει πολλά βιβλία για τον ιπποτισμό. Γι’ αυτό αποφασίζει να γίνει κι αυτός ιππότης με το όνομα Δον Κιχώτης. Κι έτσι ο δονκιχωτισμός μπήκε -ευτυχώς-...
Ο «Δον Κιχώτης» μάς έδωσε την ανάγκη για το όνειρο
ΘΕΑΤΡΟ
«Φράνκι και Τζόνι», μια νύχτα στο Μανχάταν
Ενας μάγειρας σε συνοικιακό εστιατόριο και μια σερβιτόρα αναζητούν την αδελφή ψυχή και μια δεύτερη ευκαιρία στις ζωές τους. Ο Τάσος Ιορδανίδης και η Ιωάννα Παππά πρωταγωνιστούν στη βραβευμένη ρομαντική κομεντί...
«Φράνκι και Τζόνι», μια νύχτα στο Μανχάταν
ΘΕΑΤΡΟ
«Το συναίσθημα στο θέατρο είναι αναγκαίο»
Μια συγκινητική «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» διασκευάζει και σκηνοθετεί στο Εθνικό Θέατρο, ένα μιούζικαλ βασισμένο στη νουβέλα του Τσαρλς Ντίκενς με την πρωτότυπη μουσική και τραγούδια που έγραψε ο Θοδωρής...
«Το συναίσθημα στο θέατρο είναι αναγκαίο»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας