Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Με τη μισανθρωπία του Μπέρνχαρντ και το πνεύμα του Λευτέρη Βογιατζή

Λουκία Μιχαλοπούλου, Στεφανία Γουλιώτη, Αργύρης Ξάφης

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Με τη μισανθρωπία του Μπέρνχαρντ και το πνεύμα του Λευτέρη Βογιατζή

  • A-
  • A+
Με τη μεγάλη συμβολή της Μαρίας Πρωτόπαππα στη διδαχή και τρεις εξαίρετους ηθοποιούς που φτάνουν την υποκριτική στα όρια προβάλλοντας μέσα από τον ρόλο τους τον σκοτεινό εαυτό μας, η παράσταση απλώνεται σαν αλλόκοτη μουσική δωματίου, μια καταγγελία για τα επιτεύγματα της τέχνης και της διανόησης που έχτισαν κάποτε το Αουσβιτς.

Δεν γίνεται πιθανόν εύκολα αντιληπτό πως η παράσταση του Μπέρνχαρντ στο Θέατρο Τέχνης παίζεται υπό το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη που αφανώς επιστατεί τον χώρο δίπλα σε εκείνο του Καρόλου Κουν στο Υπόγειο. Του Λευτέρη Βογιατζή. Κι αυτό όχι τόσο γιατί, όπως αληθινά συμβαίνει, οι βασικοί συντελεστές, η σκηνοθέτρια Μαρία Πρωτόπαππα και οι ηθοποιοί Αργύρης Ξάφης, Λουκία Μιχαλοπούλου και Στεφανία Γουλιώτη, κάποια στιγμή σπούδασαν δίπλα στον σκηνοθέτη. Μα γιατί η δική τους τώρα πρόταση στον Μπέρνχαρντ αποδεικνύει πως ο Βογιατζής υπήρξε πράγματι ο πλέον επιδραστικός εισηγητής της σύγχρονης δραματουργίας στο θέατρό μας.

Πουθενά αλλού δεν γίνεται αυτό τόσο εμφανές όσο στις περιπτώσεις της Σάρα Κέιν και του Τόμας Μπέρνχαρντ. Και με τους δύο συμβαίνει το εξής παράδοξο: ενώ αποτελούν φορείς μιας αλλότριας ευαισθησίας και ενός κυνισμού ξένου προς την ιδιοσυγκρασία μας, το θέατρό μας όχι μόνο πρωτοστατεί στην πρόσληψή τους, μα και προπορεύεται άλλων, οι οποίοι θα μπορούσαν να προτάξουν μία εκ καταγωγής συνάφεια με αυτούς εγγύτερη και συναφέστερη της δικής μας.

Το έχω πει και παλιότερα πως η Κέιν ευτύχησε στο θέατρό μας, σε σημείο που μια καλή ελληνική παράσταση της πρόωρα χαμένης Βρετανίδας να μην αποτελεί για εμάς πλέον έκπληξη, ούτε καν γεγονός. Το ίδιο κοντεύει να συμβεί και με τον βασικό κήνσορα της κεντρικής, γεωγραφικά και ιστορικά, Ευρώπης.

Η αλήθεια είναι πως για να κατανοήσει κανείς τον Μπέρνχαρντ πρέπει να ψάξει πίσω από το προφίλ ενός ιδιόρρυθμου κυνικού διανοούμενου, πιο πίσω ακόμη κι από τον ρόλο της πατρίδας του, της Αυστρίας, στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρέπει να φτάσει στις ρίζες της νεότερης αυστριακής ταυτότητας που αναμφίβολα συνδέονται με την παρουσία μιας αυτοκρατορίας, μιας πανίσχυρης δυναστείας, μιας τάξης και νοοτροπίας που εκπηγάζουν από έναν εθνικισμό βαθιά ηγεμονικό και αυτοαναφορικό, εν τέλει πολύ διαφορετικό από τον δικό μας.

Αδυνατώ να κατανοήσω λοιπόν τι άλλο να υπάρχει εδώ παρά η πρώτη διδαχή του Βογιατζή που μας κάνει κάθε φορά να μεταλαμβάνουμε την όστια αυτού του αντιθεάτρου με την πλησμονή ελληνικής κοινωνίας. Προφανώς είναι ο Βογιατζής που έσκαψε σε τέτοιο βάθος τον Μπέρνχαρντ ώστε να ανακαλύψει σε αυτόν ρεύματα που ενώνουν λαούς και επίπεδα Ιστορίας, όπου ενώνονται οι διαφορετικές πατρίδες του ανθρώπου σε μία.

Είναι γεγονός πως ο Μπέρνχαρντ ανήκει πια στους ηθοποιούς μας. Ετσι συμβαίνει συνήθως. Ενας ξένος συγγραφέας αποκτά ιθαγένεια εκεί όπου το έργο του γίνεται απόκτημα των ηθοποιών. Καμία λοιπόν έκπληξη όταν διαπιστώνουμε πως νεότεροι ηθοποιοί είναι σε θέση να παρουσιάσουν έναν Μπέρνχαρντ αληθινά δικό τους και δικό μας, χωρίς διανοητικούς διαμεσολαβητές ή διερμηνείς.

Και ίσως στους ηθοποιούς εξαρχής να ανήκε το «Ρίτερ, Ντένε, Φος». Ως γνωστόν, ο Μπέρνχαρντ είχε την έμπνευση να μεταφέρει στον τίτλο του έργου του την πρώτη διανομή του, ένα ομάζ ίσως προς τους μόνους στους οποίους μπορούσε να εμπιστευθεί το σώμα της γραφής του. Ακόμα κι αν τα πρόσωπα στο «Ρίτερ…» αφορούν τελικά όχι εκείνους τους ηθοποιούς, μα τους γνωστούς δαίμονες του συγγραφέα...

Είναι αλήθεια πως ο Μπέρνχαρντ έγραψε ένα και μόνο έργο που κατοπτρίζεται σε πολλά. Εδώ έχουμε το ίδιο, τυπικό κλειστοφοβικό όσο και αγοραφοβικό περιβάλλον, όπου θα απομονωθεί για ακόμη μια φορά η ίδια, τυπική μικροκοινωνία των υπερπολιτισμένων όσο και υπερεκλεπτυσμένων αστών, για να αλληλοκατασπαραχθούν με την ησυχία τους... Πρώτα οι δύο αδελφές, κληρονόμοι μιας μεγάλης περιουσίας και κατ’ αποκοπήν ηθοποιοί, που περιμένουν -καθεμιά με τον τρόπο της- τον αδελφό να γυρίσει από το κοντινό ψυχιατρείο για να ζήσει μαζί τους μια κυριακάτικη «οικογενειακή γιορτή». Και οι δύο ιδιοφυείς, γεροντοκόρες κι αλλοπαρμένες, η μεγαλύτερη ψυχωτική με την τάξη και την κηδεμονία των άλλων, η μικρότερη με μια ολόκληρη τρικυμισμένη θάλασσα μέσα της. Ο αδελφός που θα κλείσει το τρίγωνο, στο δεύτερο μέρος, κουβαλά στις αποσκευές του από το άσυλο το αληθινό βιογραφικό του Λούντβιχ Βιτγκενστάιν - είναι κι αυτός το ίδιο ιδιοφυής και εκκεντρικός με εκείνον, γεμάτος όμως με όλες τις αντιφάσεις και την περισπούδαστη μισανθρωπία του Μπέρνχαρντ.

Οπως πάντα όμως είναι δύσκολο να βρεις εδώ τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και θεάτρου, μεταξύ φρονιμάδας και τρέλας, να δεις τι απ’ όλα ανήκει στον ίδιο τον συγγραφέα, στον Ιονέσκο, στον Μπέκετ ή στον Ζενέ, ποιος τρόμος ανήκει σε αυτόν ή στους επί σκηνής ηθοποιούς... Κάθε νέα φράση του διαγράφει την προηγούμενη, κάθε στοιχείο αναιρείται αμέσως μετά, ώστε αυτό που τελικά προκύπτει είναι κάτι μηδενιστικότερο από το παράλογο, βιαιότερο από την κριτική. Πρόκειται για μια ολοκληρωτικά πολεμική στάση πνεύματος και ζωής που δεν αφήνει όρθια ούτε πατρίδα, ούτε έθνος, λόγο, πίστη ή πιθανότητα σωτηρίας.

Η μεγάλη συμβολή της Μαρίας Πρωτόπαππα υπήρξε ως προς αυτό διπλή. Να διδάξει πρώτα το «Ρίτερ...» σαν αλλόκοτη μουσική δωματίου, στην οποία πυκνώνεται η αηδία του συγγραφέα για τις συνθήκες που γεννούν την εθνική αλαζονεία, την ηγεμονική παράδοση, την ατομική διαφθορά, μια καταγγελία για τα επιτεύγματα της τέχνης και της διανόησης που έχτισαν κάποτε το Αουσβιτς. Επειτα με τη δική της καθοδήγηση να αφήσει το αρχικό έργο και την επιβλητική νέα μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα να επαναγραφούν από τους ηθοποιούς. Ζήτησε να αποκτήσει σημεία στίξης από τα δικά τους όρια έκφρασης, να λάβει ανάσα από την πνοή τους, για σχήμα να πάρει το σχήμα τους: «Μιχαλοπούλου, Γουλιώτη, Ξάφης»…

Με αυτόν τον τρόπο και οι τρεις ηθοποιοί έφτασαν σε ένα όριο της υποκριτικής: εκεί όπου κάποιος αντί να παρουσιάζει στη σκηνή έναν ρόλο, προβάλλει μέσω αυτού τον σκοτεινό εαυτό μας… Η μεγάλη αδελφή της Γουλιώτη είναι φορμαλίστρια, ανασφαλής, νοσηρά εγωπαθής. Η μικρή αδελφή της Μιχαλοπούλου κρύβει πίσω από τη δήθεν αδιαφορία της βαθύ ναρκισσισμό και καταπιεσμένο ερωτισμό. Ο Λούντβιχ του Αργύρη Ξάφη χτίζει πάνω στο πορτρέτο του ιδιοφυούς κυνικού διανοούμενου έναν τόσο κατά βάθος ιδιώτη ελιτιστή ώστε να μένει τυφλός στα μνήματα που υψώνονται πίσω από την πλάτη του, στα τέρατα που εκκολάπτονται έξω από την πόρτα του. Και κάτι περισσότερο από αυτό: Ο Ξάφης μάς κάνει να αναρωτιόμαστε μήπως το δοχείο του Βιτγκενστάιν συγκοινωνεί σε κάποιο σημείο με εκείνο του Χίτλερ...

Το σκηνικό του Σάκη Μπιρμπίλη είναι φτιαγμένο από το σίδερο που έντυσε κάποτε τις μεραρχίες του Γ’ Ράιχ. Στη διακριτική μουσική του Λόλεκ υπάρχει μια ελαφρά υπόμνηση της ευρωπαϊκής κουλτούρας, όπως στα κοστούμια του Αγι Παναγιώτου ανήκει η υπόδειξη του ενδυματολογικού κώδικα της ασφυξίας της.

Και τι έχουμε τελικά; Την αίσθηση ενός δείπνου που έχει χάσει κάθε νόημα ευωχίας. Μια μεγαλοαστική τάξη που έχει απολέσει την επαφή με τη συνείδησή της. Μια οικογένεια βυθισμένη στον ανταγωνισμό, τη νοσηρότητα και την αυτοπάθεια μέχρι του σημείου της αιμομιξίας. Τελικά μια ανθρωπότητα που λογοκρίνει τη μνήμη της, ακριβώς τη στιγμή που αναρωτιέται για το μέλλον.

ΘΕΑΤΡΟ
Μια νέα ποιητική μεταφορά ενός αριστουργήματος
Η Ιόλη Ανδρεάδη και ο Αρης Ασπρούλης καταφέρνουν να φτιάξουν με το κλασικό ρωσικό μυθιστόρημα του Λέοντος Τολστόι ωραίο, σύγχρονο θέατρο. Τα ιστορικά γεγονότα ζωντανεύουν συγκινητικά, με τα βαριά ονόματα επί...
Μια νέα ποιητική μεταφορά ενός αριστουργήματος
ΘΕΑΤΡΟ
Πάθη, ίντριγκες και όνειρα στον ταραγμένο ρου της ιστορίας
Σε διασκευή Ελσας Ανδριανού και σκηνοθεσία Αρη Τρουπάκη, η μεταφορά στη σκηνή του λογοτεχνικού έργου του Σωτήρη Πατατζή γίνεται σπουδή για την ανάγκη μιας κοινωνίας να αναζητήσει μέσα της μια ομορφιά ικανή να...
Πάθη, ίντριγκες και όνειρα στον ταραγμένο ρου της ιστορίας
ΘΕΑΤΡΟ
Το πιο αδικημένο εγχείρημα της χρονιάς
Η «απαγωγή της Τασούλας» του Κωνσταντίνου Μάρκελλου ως σκέψη και υλοποίηση, τόλμημα και πόνημα, είναι πολύ σημαντικότερη από ό,τι φανερώνει η σχετικά σύντομη πορεία της στην ολότελα σαστισμένη πια σκηνή μας.
Το πιο αδικημένο εγχείρημα της χρονιάς
ΘΕΑΤΡΟ
Ο καλύτερος Τσέχοφ των τελευταίων χρόνων
Με μια ομάδα δεμένη που αποδίδει τα μέγιστα, η Μαρία Μαγκανάρη έστησε μια εξαιρετική παράσταση, ζητώντας από τους θεατές να δουν πίσω από τους ρόλους ανθρώπους και πίσω από τους κανόνες όρους ζωής.
Ο καλύτερος Τσέχοφ των τελευταίων χρόνων
ΘΕΑΤΡΟ
Στον βυθό της ελληνικής μικροαστικής πραγματικότητας
Στην εξαιρετικά πυκνή παράσταση που έστησε ο Βασίλης Μπισμπίκης, το κλασικό έργο του Στρίντμπεργκ αποτυπώνει με έντονο τρόπο όσα συμβαίνουν σε μια σημερινή οικογένεια: από τη νεοελληνική ασχήμια και την...
Στον βυθό της ελληνικής μικροαστικής πραγματικότητας
ΘΕΑΤΡΟ
Η «Αποκάλυψη» του Παπακωνσταντίνου
Οικειοθελώς περπατά σε δύσκολα μονοπάτια και στην παράστασή του αυτή δικαιώνεται ο Θάνος Παπακωνσταντίνου, καθώς μετατρέπει τον λόγο του ευαγγελιστή Ιωάννη από λατρευτικό κείμενο σε θέατρο με ηχηρό μήνυμα. Οι...
Η «Αποκάλυψη» του Παπακωνσταντίνου

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας