Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Το πιο αδικημένο εγχείρημα της χρονιάς
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Το πιο αδικημένο εγχείρημα της χρονιάς

  • A-
  • A+
Με μια υπόθεση παλιά, ερωτική περιπέτεια στην Κρήτη του 1950, με μια γλώσσα παλιότερη, σε στίχο και δεκαπεντασύλλαβο, ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος δημιούργησε ένα έργο απόλυτα σύγχρονο σε αισθητική, θεματολογία και ύφος, μια «ποιητική μυθιστορία» που αξίζει την προσοχή μας.

Αν με ρωτούσαν πού βρίσκεται το πιο αδικημένο εγχείρημα της περασμένης (και φετινής) χρονιάς, θα έδειχνα χωρίς δισταγμό την πλατεία Καραϊσκάκη και το θέατρο «Σταθμός». Η «απαγωγή της Τασούλας» του Κωνσταντίνου Μάρκελλου ως σκέψη και υλοποίηση, τόλμημα και πόνημα, είναι πολύ σημαντικότερη από ό,τι φανερώνει η σχετικά σύντομη πορεία της στην ολότελα σαστισμένη πια σκηνή μας.

Μα πώς να μην μπερδευτεί κανείς; Από τη μια ο λαϊκότροπος, απλοϊκός τίτλος της που θυμίζει ρομάντζο. Κι από την άλλη η ποιητική πραγμάτευση ενός στην ουσία λόγιου δημιουργήματος, που ακολουθεί το πρόσταγμα να ξεκινήσει από τη λαϊκή αυτή βάση για να υψωθεί «κατακόρυφα».

Από τη μια μεριά η πρώτη έμπνευση, βασισμένη στην πραγματικότητα της δεκαετίας του ’50 και στη γνωστή ερωτική περιπέτεια ανάμεσα στις δυο αντίθετες πολιτικές οικογένειες της Κρήτης, τον άγριο έρωτα ανάμεσα στα παιδιά τους, τον Κώστα και την Τασούλα, την απαγωγή και τον γάμο τους, που έφτασαν το νησί τότε στα πρόθυρα του εμφυλίου και προκάλεσαν αίσθηση ακόμα και εκτός Ελλάδας.

Κι από την αντίθετη μεριά πάλι, ένα έργο που αφήνει πίσω του όσα προκάλεσαν τότε αίσθηση, σκάνδαλα, πολιτική, κουτσομπολιά και εκατέρωθεν μίσος, για να αποκαλύψει στο κέντρο από πού ξεκίνησαν όλα: τον έρωτα τον ανίκητο στον πόλεμο, τον ικανό να κινήσει τον κόσμο, μέχρι να τον αναποδογυρίσει….

Τέλος, από τη μια ένας νέος συγγραφέας και σκηνοθέτης, που αναζητεί μέχρι τώρα τη γλώσσα του στο ερευνητικό κυρίως, το προκλητικό, ακόμα κι ασεβές κάποτε θέατρο της γενιάς του. Και από την άλλη το κείμενο που παραδίδει τώρα, σε γλώσσα που μιμείται την αναγεννησιακή ελληνική σαν το απόλυτο όργανο του δεκαπεντασύλλαβου, μια ελληνική εντός της οποίας κοιμήθηκαν οι έρωτες του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, του Πανάρετου και της Ερωφίλης. Μια ελληνική γλώσσα, ολόκληρο κόσμο.

Πώς το κατόρθωσε; είναι η πρώτη μας απορία. Θα το φανταζόταν κανείς σαν ενθουσιώδη άσκηση μερικών σελίδων που θα ξεφούσκωνε μπροστά στις πρώτες δυσκολίες, όταν η τριβή έκανε την ευγενική αφετηρία να μοιάζει με βουνό. Εδώ όμως μιλάμε για θεατρικό αυτόνομο και ολοκληρωμένο, πλήρες και εντελές, που αν του έβρισκε κανείς ψεγάδι δεν θα ήταν άλλο παρά η χαρακτηριστική υπερφόρτωση παρόμοιων νεανικών πονημάτων… Μα κυρίως η απορία μας στέκεται εκεί: γιατί το έκανε; Είναι η ερώτηση που δεν θα μας εγκαταλείψει για μέρες μετά την παράσταση, ώσπου να αρχίζει να μοιάζει μέσα μας με θαυμασμό.

Ενας νέος καλλιτέχνης καταπιάνεται -το σωστό θα ήταν να πούμε «αντιπαλεύει»- με τη γλώσσα και το ύφος, νιώθοντας ότι η σωστή πορεία για να φτάσει κανείς στις πηγές είναι να κολυμπήσει τον ποταμό αντίθετα στο ρεύμα. Κλείνει έτσι με το έργο του την ουσία μιας φύσης που κινείται από δυνάμεις άλλες από εκείνες της λογικής και της ωφέλειας, της ευκολίας και της πρακτικής, που διαισθάνεται πως ο διάλογος της αληθινής ποίησης πρέπει να γίνεται όχι μόνο με τους ζωντανούς, αλλά και με τους ωσεί παρόντες.

Το αποτέλεσμα είναι μια «ποιητική μυθιστορία» γραμμένη σε στίχο και δεκαπεντασύλλαβο (έστω και με αρκετές μαεστρίες στην πράξη), με μπόλικες τσαχπινιές του κρητικού ιδιώματος (μα και του επτανησιακού και του φαναριώτικου…), με μετρικά χάσματα εδώ κι εκεί και ίσως με κάποια φιλολογική επιτήδευση, μα κάποτε με θαυμαστά σημεία σύντμησης λέξης και νοήματος μέχρι εκείνης της αδιάρρηκτου ενώσεως όπου γίνονται το ένα και το αυτό. Δεν επεμβαίνω άλλο σε γλωσσικές παρατηρήσεις.

Στα αυτιά μου ασφαλώς και εμφανίζεται το σημάδι ενός ιδιόμορφου σολοικισμού στη μείξη σύγχρονων και ιδιωματικών μορφών της. Μα δεν είπε κανείς πως ο Μάρκελλος διεκδίκησε τη δόξα του Κορνάρου… Το φως του ζητάει.

Και να τι καταφέρνει στο τέλος. Πρώτα να γράψει ένα έργο ιδιαίτερο. Αν και η «Απαγωγή της Τασούλας» θυμίζει πολλά σε πολλούς -από το Κρητικό Θέατρο μέχρι το δραματικό ειδύλλιο-, στην πραγματικότητα καταφέρνει να είναι μια μοναδική περίπτωση, σαν λόγιο μα και λαϊκό μυθιστόρημα όσο και θεατρικό δραματικό και κωμικό, ταπεινό μα με βλέψεις και ικανότητες που θα άρμοζαν στο πάλαι ποτέ «πανεπιστημιακό πνεύμα» της ύστερης Αναγέννησης… Κάτι ανάλογο στη δραματουργία μας δεν βρίσκω εύκολα.

Επειτα πετυχαίνει να φτάσει σε ένα θεατρικό που ζητάει εξ αρχής να ανεβεί στη σκηνή και να ζωντανέψει. Για όσους έγραψαν ποτέ θέατρο σε στίχο αυτό ήταν το ιδεατό τέλος των προθέσεών τους – αν και λίγοι μόνο το κατόρθωσαν, το συχνότερο χωρίς πολλές λόγιες περγαμηνές.

Τέλος, ο Μάρκελλος καταφέρνει το πιο σημαντικό. Με μια υπόθεση παλιά και μια γλώσσα παλιότερη να δημιουργήσει ένα έργο απόλυτα σύγχρονο σε αισθητική, θεματολογία και ύφος. Πίσω από την προσπάθειά του ανοίγεται η κοινή ρομαντική γραμμή που διαρρέει τη νεανική σκηνή μας. Είναι αυτή που κάνει τους νέους ολοένα να στρέφονται σε έννοιες με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα τους, έννοιες αληθινές και μεγάλες, σε γλώσσα ικανή να περιβάλει και να κουβαλήσει το φορτίο τους.

Μα υπάρχει πιο πίσω κάτι ακόμα. Είναι το ακραίο φανέρωμα μιας τάσης που έχω υπογραμμίσει εδώ και καιρό, της «επιστροφής» σε παλιότερες μορφές θεάτρου και λογοτεχνίας. Κάποτε οι νέοι του θεάτρου μας ανακάλυπταν τον Χουρμούζη... Τώρα επιστρέφουν πίσω για να συνομιλήσουν με τον Βιζυηνό και τον Περεσιάδη.

Η «Απαγωγή της Τασούλας» είναι επομένως μια προσπάθεια συνομιλίας με την εποχή μας μέσα από ακόμα μια συνάντηση με την παράδοσή μας, με νέους όρους. Ξεκίνησε χωρίς αμφιβολία με την επίδραση του Καραθάνου και της Κιτσοπούλου: φαίνεται αυτό στην ειρωνική κατάληξη του έρωτα των δύο νέων, στην απενοχοποιημένη μετατόπιση από το κωμικό προς το δραματικό και αντιστρόφως, στο ελευθεριάζον ύφος μείξης του παλιού με το τωρινό, του υψηλού με το ταπεινό, σε ό,τι έχουμε συνηθίσει πια να περιγράφουμε σαν «μεταμοντέρνο». Η κρίσιμη διαφορά είναι πως αυτό που οι υπόλοιποι έχουν ήδη καταθέσει ως τέχνημα, ο Μάρκελλος επιδιώκει να το υψώσει σε λογοτεχνία.

Λίγα μόνο περισσεύουν να πω για την ίδια την παράσταση, που αποδόθηκε με τη φρεσκάδα του πρωτοφανέρωτου, με αντικριστή διτοπικότητα στη σκηνή και εκφραστική δεινότητα στην απόδοση του στίχου.

Η ίδια η ερμηνεία των ηθοποιών μιλάει από μόνη της: διόλου ωραιοποιημένη, «ρομαντική» ή μελοδραματική, με πρόσωπα καθαρά και καθημερινά, φθαρτά δοχεία μιας άφθαρτης ύλης. Η Τασούλα της Ελένης Στεργίου είναι μια νέα ερωτοχτυπημένη όσο και πραγματίστρια, ο Κώστας του Δημήτρη Καπετανάκου ο νέος που βρέθηκε άθελά του καταμεσής του πάθους. Η Φερενίκη της Ελένης Βλάχου δίνει μία από τις ωραιότερες υπηρέτριες και ο Νικηφόρος του Νικολή Αβραμάκη γίνεται «βοηθός» σταθερός και συγκινητικά δοσμένος. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Μάρκελλος ως Ποιητής αφήνει μπόλικο χώρο για τη διάψευση του μεγάλου Ερωτα στην τύρβη της ζωής, μα και για την κατάφαση της μεγάλης ζωής στην ιδέα του Ερωτα. Απλή και ουσιαστική η μουσική του Νίκου Ξυδάκη.

Με αυτά φύγαμε από τον «Σταθμό» με την αίσθηση πως είχαμε δει κάτι όμορφο, τίμιο και νεανικό. Κάτι αληθινά αδικημένο.

ΘΕΑΤΡΟ
Με τη μισανθρωπία του Μπέρνχαρντ και το πνεύμα του Λευτέρη Βογιατζή
Δεν γίνεται πιθανόν εύκολα αντιληπτό πως η παράσταση του Μπέρνχαρντ στο Θέατρο Τέχνης παίζεται υπό το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη που αφανώς επιστατεί τον χώρο δίπλα σε εκείνο του Καρόλου Κουν στο Υπόγειο. Του...
Με τη μισανθρωπία του Μπέρνχαρντ και το πνεύμα του Λευτέρη Βογιατζή
ΘΕΑΤΡΟ
Ο καλύτερος Τσέχοφ των τελευταίων χρόνων
Με μια ομάδα δεμένη που αποδίδει τα μέγιστα, η Μαρία Μαγκανάρη έστησε μια εξαιρετική παράσταση, ζητώντας από τους θεατές να δουν πίσω από τους ρόλους ανθρώπους και πίσω από τους κανόνες όρους ζωής.
Ο καλύτερος Τσέχοφ των τελευταίων χρόνων
ΘΕΑΤΡΟ
Στον βυθό της ελληνικής μικροαστικής πραγματικότητας
Στην εξαιρετικά πυκνή παράσταση που έστησε ο Βασίλης Μπισμπίκης, το κλασικό έργο του Στρίντμπεργκ αποτυπώνει με έντονο τρόπο όσα συμβαίνουν σε μια σημερινή οικογένεια: από τη νεοελληνική ασχήμια και την...
Στον βυθό της ελληνικής μικροαστικής πραγματικότητας
ΘΕΑΤΡΟ
Η «Αποκάλυψη» του Παπακωνσταντίνου
Οικειοθελώς περπατά σε δύσκολα μονοπάτια και στην παράστασή του αυτή δικαιώνεται ο Θάνος Παπακωνσταντίνου, καθώς μετατρέπει τον λόγο του ευαγγελιστή Ιωάννη από λατρευτικό κείμενο σε θέατρο με ηχηρό μήνυμα. Οι...
Η «Αποκάλυψη» του Παπακωνσταντίνου
ΘΕΑΤΡΟ
Μια αναμενόμενη επιτυχία από τον Μαυρίκιο
Η παράσταση του Δημήτρη Μαυρίκιου της περσινής σεζόν δεν ήταν «διασκευή» ή «μεταφορά» ενός παλιού έργου, αλλά βασισμένη σε ένα θέμα του Λουίτζι Πιραντέλο και στη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, φέρνοντας στο...
Μια αναμενόμενη επιτυχία από τον Μαυρίκιο
ΘΕΑΤΡΟ
Η Κάθριν Χάντερ κόντρα σε θεούς και δαίμονες
Η ατυχέστερη καλλιτεχνική στιγμή του φετινού καλοκαιριού στο κατάμεστο αργολικό θέατρο είχε μια αληθινή ηρωίδα, τη μεγάλη ηθοποιό που τιτάνια σήκωσε στους ώμους της, με επαγγελματισμό και αγάπη για το ελληνικό...
Η Κάθριν Χάντερ κόντρα σε θεούς και δαίμονες

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας