Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Στον βυθό της ελληνικής μικροαστικής πραγματικότητας
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Στον βυθό της ελληνικής μικροαστικής πραγματικότητας

  • A-
  • A+
Στην εξαιρετικά πυκνή παράσταση που έστησε ο Βασίλης Μπισμπίκης, το κλασικό έργο του Στρίντμπεργκ αποτυπώνει με έντονο τρόπο όσα συμβαίνουν σε μια σημερινή οικογένεια: από τη νεοελληνική ασχήμια και την αδιαφορία ώς την αλλοτρίωση και τη στανική συγκατοίκηση.

Ακολουθώντας την τάση που θέλει τα νέα έργα να ανεβάζουν στη σκηνή τα βήματα του «Σπιρτόκουτου» και την εύφλεκτη πλευρά της σύγχρονης ελληνικότητας, ο Βασίλης Μπισμπίκης προχωρά φέτος στη μεταφορά του κλασικού «Πατέρα» του Στρίντμπεργκ ενταγμένου στο περιβάλλον της «σύγχρονης ελληνικής οικογένειας». Είναι ενδεικτικό και το πού το επιχειρεί: το θέατρο «Αποθήκη» ως χώρος και ρεπερτόριο απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Το ότι η διασκευή του «Πατέρα» ανεβαίνει εκεί δείχνει πως προγραμματικά η τάση αυτή του «άγριου ελληνικού ρεαλισμού» έχει ξεφύγει πια από τις μικρές ανατρεπτικές σκηνές και έχει αποκτήσει ερείσματα στις μεγάλες.

Για να είμαστε ωστόσο ακριβείς η παράσταση της Αποθήκης δεν έχει τόση σχέση με το έργο του Στρίντμπεργκ όσο μαρτυρά ο τίτλος της. Εδώ ο όρος «διασκευή» δεν είναι καν επαρκής. Μιλάμε μάλλον για την «οικειοποίηση» (appropriation) εκ μέρους του συγγραφέα και σκηνοθέτη ενός θέματος που διατρέχει το έργο του 1887 προς ανάδειξη του πυθμένα της ελληνικής ζωής. Από την άποψη δε του ύφους ο όρος που σταθερά παραμένει στη σκέψη του Μπισμπίκη είναι ο «νατουραλισμός», κοντά στον βυθό του μικροαστικού οίκου, πίσω από τον τέταρτο τοίχο του.

Μα όλα αυτά είναι ψυχρή ορολογία. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει σκηνοθέτη και θεατή δεν είναι τόσο η λεπτομερειακή αποτύπωση ενός θέματος και ενός περιβάλλοντος, όσο η αποκάλυψη μιας πραγματικότητας που όσο κραυγαλέα ακούγεται εντός των τοίχων του ελληνικού σπιτιού, άλλο τόσο σιωπηρή παραμένει εκτός αυτού.

«Πατέρας» - θέατρο «Αποθήκη»

Από τον πρώτο λοιπόν «Πατέρα» το κύριο που απομένει στη μεταφορά του Μπισμπίκη είναι η σύγκρουση των φύλων, των δύο μερών του ενός ανδρόγυνου που το καθένα αγωνίζεται να επιβληθεί στο άλλο με τα δικά του και όλα τα μέσα. Τα υπόλοιπα αφορούν εμάς. Αν ο σκηνοθέτης κρατάει με το ένα χέρι τον Στρίντμπεργκ, με το άλλο δείχνει το «Σπιρτόκουτο» του Οικονομίδη, ενώ -πιθανόν χωρίς να το γνωρίζει ούτε ο ίδιος- κουβαλά το «Μάνα, μητέρα μαμά» του Διαλεγμένου υπό μάλης….

Γι’ αυτό άλλωστε η παράσταση στην Αποθήκη δεν διαρκεί πολύ -μετά βίας φτάνει τα ογδόντα λεπτά-, και όμως σε όλα της μοιάζει πληρέστατη. Η εξαιρετική πυκνότητά της σε αυτό ακριβώς βασίζεται: στο ότι αναφέρεται σε μια ορατή σε όλους μας πραγματικότητα. Και πως μιλάει για όσα συμβαίνουν στον χώρο του αοράτου.

Οπως η βουβή παντομίμα μεταξύ πρώτου και τρίτου κουδουνιού, η οποία προτάσσεται της κυρίως παράστασης. Οσοι επισκεφτείτε την Αποθήκη μην την παραβλέψετε, παρακαλώ. Βρίσκονται σε αυτήν τα πάντα ορατά και αόρατα, βοώντα και λέγοντα. Ο γνωστός αφημένος άντρας στη μια γωνιά του σπιτιού (το ελληνικό σπίτι κομμένο εγκάρσια από τη Μαρία Καραθάνου) να βλέπει τηλεόραση, στην άλλη μεριά η γνωστή φθαρμένη γυναίκα να φτιάχνει φραπέ, ρίχνοντας αδιάφορες ματιές σε κινηματογραφικά μελοδράματα.

Το παραμιλητό μιας εμπύρετης πραγματικότητας, ενοχλητικής μα και οικείας σε όλους: η κόρη που επισκέπτεται την τουαλέτα αγουροξυπνημένη και μισόγυμνη το πρωί, η γιαγιά με χαμένα τα λογικά που μένει στο σπίτι σαν υποχρέωση και βάρος, ο πανταχού παρών κουνιάδος-συνεργάτης-φίλος-Ελλην επιβήτορας της στενής οικογένειας... Μια πραγματικότητα στην οποία συμπυκνώνεται η νεοελληνική ασχήμια, αδιαφορία, αλλοτρίωση και στανική συγκατοίκηση. Σπίρτα μαζεμένα στο κουτί, έτοιμα να πάρουν φωτιά.

Η παράσταση είναι έτοιμη να εκραγεί. Χωρίς την εισαγωγή της λογικό είναι αρκετοί να αντιδράσουν στην έναρξη (που θυμίζει υπερβολικά «Σπιρτόκουτο») και στην άρνησή της να απλώσει στη συνέχεια τους χαρακτήρες της και να τους «ερμηνεύσει». Μοιάζει αλλιώς απροειδοποίητη η υστερική επίθεση της Μαρίνας στον άντρα της, επειδή προφανώς «του τα ’χει μαζεμένα». Η γρήγορη υποχώρηση της ζέσης της μετά, για να οδηγήσει τη λερωμένη πεθερά της στην τουαλέτα και να την καθαρίσει.. Η συμπεριφορά του «πατέρα» Τάσου, μέσα στην πολυκαιρισμένη φόρμα του, γεμάτη οργή και ενοχές, αυτοπεποίθηση και συμπλέγματα... Η αίσθηση μιας αδικαίωτης προσωπικότητας και η -πανταχού παρούσα στη δραματουργία μας- ανάγκη φυγής προς κάποιο «μεγάλο σχέδιο», μια «μεγάλη δουλειά», μια «επιχειρηματική ιδέα». Ταξίδια που, αλίμονο, πρόκειται να ναυαγήσουν προτού καλά καλά ξεκινήσουν.

Εκείνο όμως που χαρακτηρίζει τον «Πατέρα» της Αποθήκης είναι πάνω από όλα το βάρος του φύλου, βάρος που του ανατέθηκε νωρίς και όπως είναι φανερό αδυνατεί να σηκώσει. Είναι το βάρος ενός Πατέρα-άντρα, Πατέρα-συζύγου, Πατέρα-κουβαλητή, Πατέρα-γιου. Από εκεί πιθανόν ξεκινάει το ζήτημα της παθολογικής ζήλιας του ίδιου καθώς και της διπολικής διαταραχής που έχει αγγίξει πια τον πυθμένα της μελαγχολίας του και τον κάνει να βλέπει παντού εχθρούς και «πόλεμο», ξεχνώντας πως έχει υπάρξει και αυτός πολεμιστής και θύτης.

Ξέρω τι σκεφτόμαστε όλοι… Πως ζούμε στα 2019 και τι τέλος πάντων θα εμπόδιζε έναν «Πατέρα» να κάνει ένα «τεστ πατρότητας», ώστε να βγει από τις αμφιβολίες του; Αλλά ποιος μιλάει εδώ για γονιδιακή «πατρότητα»; Εκείνο που ο «Πατέρας» φοβάται και εσωτερικά τον διαλύει είναι η σκέψη πως ο ίδιος δεν αξίζει (και δεν έχει κερδίσει) τον σεβασμό των υπολοίπων, την αφοσίωση και αγάπη που θεσμικά δικαιούται ένας «πατέρας».

Να που φτάσαμε λοιπόν στην τόσο απλή μα αναγκαία διαπίστωση. Από την ελληνική οικογένεια λείπει αυτή η αγάπη που θα βοηθούσε να κατανοήσει ο ένας τον άλλον, αντί να τον υποτάξει στις επιθυμίες και τα σχέδιά του. Και είναι αυτός ο «Πατέρας» που μας οδηγεί πίσω στον παλιό. Γιατί τι άλλο σημαίνει η αλληλοσφαγή στον Στρίντμπεργκ από ανθρώπους που τρώνε κατά βάθος τις σάρκες τους; Αν δεν καταλάβεις τον άλλο, λέει ο μεγάλος κλασικός, πώς θα κατανοήσεις κάποτε τον εαυτό σου;

Τους δύο μονομάχους του μικροαστικού καθιστικού αποδίδουν άριστα ο Τάσος Ιορδανίδης και η Μαρίνα Ασλάνογλου. Θα πρέπει ασφαλώς και οι δύο να προσέξουν τις φωνές τους, ωστόσο πίσω από τις κραυγές τους αφήνουν να φανεί η έρημος της σιωπής, πίσω από το μίσος τους η απόγνωση.

Διόλου τυχαία η «οικειοποίηση» του έργου από τον θίασο οδηγεί στην ανάληψη κάθε ρόλου από τους ηθοποιούς ονομαστικά. Ο Ιωσήφ Ιωσηφίδης αναλαμβάνει έτσι τον ρόλο του «Σήφη», αδελφού και συνεργάτη του Τάσου. Είναι ο μόνος που φεύγει τελικά, έχοντας πιθανόν διασώσει μια ικμάδα οξυγόνου, από το σπίτι που σαπίζει από μέσα προς τα έξω. Σπουδαία η μητέρα με άνοια της Γιάννας Σταυράκη: χαμένη σε έναν άλλο κόσμο και σε άλλη γενιά, υπόλογη για πολλά από τα «εγκλήματα» του γιου της. Και στο βάθος η κόρη της Νικολέτας Χαρατζόγλου. Στον αντίποδα μα το ίδιο χαμένη, αναθρεμμένη για να κουβαλά συμπλέγματα και οργή, να κρύβει την αγάπη που νιώθει.

Κι όμως η παράσταση της Αποθήκης κλείνει με αληθινή συγκίνηση… Από όλο το βουητό των βωμολοχιών και την οσμή της σαπίλας που αναδίδεται, το σπίτι βγάζει το άρωμα μιας ανθρωπιάς που εμφανίζεται μόνο στο τέλος, αν και αργά, αν και μάταια. Είναι μια συγκίνηση δική μας, μια απλή και καθαρτική κατάφαση που μας αγγίζει, έστω και κοντά στον θάνατο. Ενα κέρδος.

Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως μιλάμε για μια μεγάλη επιτυχία της χρονιάς.

ΘΕΑΤΡΟ
Η Κάθριν Χάντερ κόντρα σε θεούς και δαίμονες
Η ατυχέστερη καλλιτεχνική στιγμή του φετινού καλοκαιριού στο κατάμεστο αργολικό θέατρο είχε μια αληθινή ηρωίδα, τη μεγάλη ηθοποιό που τιτάνια σήκωσε στους ώμους της, με επαγγελματισμό και αγάπη για το ελληνικό...
Η Κάθριν Χάντερ κόντρα σε θεούς και δαίμονες
ΘΕΑΤΡΟ
Αυθάδικος «Οθέλλος»
Μια ανατρεπτική, απελευθερωτική προσέγγιση του Σέξπιρ από τον Χάρη Φραγκούλη μας βάζει μέσα σε έναν κόσμο με αληθινό πρωταγωνιστή τον δαίμονα και πετυχαίνει να ταρακουνήσει, να ενοχλήσει.
Αυθάδικος «Οθέλλος»
ΘΕΑΤΡΟ
Φάρσα... εθνικών διαστάσεων
Το νέο έργο του Γιάννη Καλαβριανού και της Μαρίας Κοσκινά («Κουμ Κουάτ») έχει αποτυπώσει με κέφι και νεύρο τη γλυκιά τρέλα ενός «μοντέρνου» ζευγαριού στην Αθήνα το Πάσχα του 1972, μέσα στη χούντα. Οι έξι ρόλοι...
Φάρσα... εθνικών διαστάσεων
ΘΕΑΤΡΟ
Πώς ο Περλέγκας ανανέωσε τον Πιραντέλο
​Αξίζει να στρέψουμε την προσοχή μας στην παράσταση του Γιάννου Περλέγκα στο Θέατρο Τέχνης όχι τόσο γιατί είναι μια αναντίρρητα «επιτυχημένη», όσο γιατί είναι μια καλλιτεχνικά γενναία πρόταση. Φέτος ειδικά,...
Πώς ο Περλέγκας ανανέωσε τον Πιραντέλο
ΘΕΑΤΡΟ
Παράσταση με μεγάλα ονόματα, αλλά χωρίς νεύρο
Μπορεί να υπήρξε η πλέον φιλόδοξη παραγωγή του καλοκαιριού από την άποψη του δυναμικού των βασικών ηθοποιών της, ωστόσο οι «Βάτραχοι» που είδαμε τελικά στην Επίδαυρο ήταν μάλλον «παράσταση σκηνοθέτη». Γενικά...
Παράσταση με μεγάλα ονόματα, αλλά χωρίς νεύρο
ΘΕΑΤΡΟ
Ερωτευμένοι ξανά με τη «Στέλλα Βιολάντη»
Το πανέμορφο, ρομαντικό θεατρικό έργο του Ξενόπουλου, σε μια ανανεωμένη παράσταση με τη φρέσκια σκηνοθετική ματιά του Γιώργου Λύρα, υπερέβη τα κλισέ της «προδομένης και αδικημένης κόρης» και του «άγριου κι...
Ερωτευμένοι ξανά με τη «Στέλλα Βιολάντη»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας