Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Παλαιότερα είχα τον τρόμο της απραξίας, τώρα αναζητώ την παύση
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Παλαιότερα είχα τον τρόμο της απραξίας, τώρα αναζητώ την παύση

  • A-
  • A+
Καταπιάνεται για πρώτη φορά με τον Αριστοφάνη σκηνοθετώντας στην Επίδαυρο τις «Νεφέλες», τη λιγότερο «αριστοφανική» κωμωδία, με μια πλειάδα πρωταγωνιστών, και μας αποκαλύπτει ορισμένα από τα «μυστικά» της παράστασης.

Ο Στρεψιάδης (Γιώργος Γάλλος), τυπικό μοντέλο χρεοκοπημένου ανθρώπου, ψάχνει τρόπους να σωθεί από τους δανειστές του. Προσπαθεί να πείσει τον μοσχαναθρεμμένο του γιο Φειδιππίδη (Αινείας Τσαμάτης) να σπουδάσει στο φροντιστήριο του Σωκράτη (Νίκος Καραθάνος) για να διδαχτεί τη ρητορική, ώστε να επιχειρηματολογεί στο δικαστήριο και να γλιτώνει. Οταν εκείνος αρνείται, αποφασίζει να καθίσει ο ίδιος στο θρανίο. Αποδεικνύεται ανεπίδεκτος μαθήσεως κι έτσι εξαναγκάζει τον γιο του να παρακολουθήσει τα μαθήματα.

Στον αγώνα Δίκαιου (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη) και Αδικου Λόγου (Θεοδώρα Τζήμου), για το ποιος από τους δύο μπορεί να προσφέρει την καλύτερη εκπαίδευση, ο Αδικος Λόγος νικάει και ο Φειδιππίδης μεταμορφώνεται σ’ έναν υποδειγματικό διανοούμενο. Ο Στρεψιάδης απαλλάσσεται από τους δανειστές, θα «απολαύσει» όμως ο ίδιος τα αγαθά της παιδείας που απέκτησε ο γιος του.

«Είναι κάπως περίεργα στο μυαλό μας η αριστοφανική κληρονομιά» λέει ο Δημήτρης Καραντζάς. «Η παραστασιογραφία δείχνει ότι, για να καταλάβουμε τον Αριστοφάνη, πρέπει κάθε φορά να τον επικαιροποιούμε. Οι “Νεφέλες” πάντως δεν έχουν τέτοια ανάγκη. Ενα καθαρά ποιητικό κείμενο, με τόσες πιθανότητες στοχασμού όσο και ανατροπής τους στην πορεία. Λένε πως το φινάλε καταστροφής είναι ευριπίδειο, εγώ νομίζω πως όλο το κείμενο πατάει πάνω στην ιδέα του Ευριπίδη. Ενώ από γραφής αρχίζει ως τυπική αριστοφανική κωμωδία, συγχρόνως απομακρύνεται απ’ αυτήν. Μια δισυπόστατη κατάσταση μεταξύ σάτιρας και στοχασμού. Την ίδια στιγμή που κάτι διακωμωδείται, δικαιώνεται κιόλας. Το ύφος αλλάζει συνεχώς, έτσι όπως τα σύννεφα αποκτούν διάφορες μορφές, πότε μοιάζουν με ζώα, πότε γίνονται κάτι ασαφές».

● Εδώ ο Αριστοφάνης αμφισβητεί κι ό,τι ο ίδιος υπερασπίζεται;

Ο Αριστοφάνης, γνωστός πολέμιος του νεωτεριστή Ευριπίδη, εδώ σατιρίζει με διαφορετικό τρόπο στοχεύοντας σε πολλαπλές κατευθύνσεις. Διακωμωδεί τον Σωκράτη, τους σοφιστές, ακόμα και τον ίδιο τον Ευριπίδη, έχοντας απόλυτη γνώση του τρόπου τους, τον οποίο επιλέγει σκόπιμα να χρησιμοποιήσει. Ενώ καταγγέλλει τα φροντιστήρια των σοφιστών στην Αθήνα και την «προοδευτική» εκπαίδευση, τελικά δεν νικάει το συντηρητικό του πνεύμα. Παραδέχεται ότι η διδασκαλία των σοφιστών ανατρέπει τα δεδομένα και δημιουργεί έναν φοβερό μετεωρισμό. Ακόμα και ο ίδιος ο Σωκράτης μετεωρίζεται. Ο Στρεψιάδης, όταν στο τέλος καίει το Σπουδαστήριο, είναι σαν να αυτοκαταργείται ο ίδιος.

● Ενας απροσδόκητος Χορός. Οι Νεφέλες δεν είναι ο τυπικός Χορός με τον συνήθη ρόλο στην αριστοφανική κωμωδία.

Η είσοδος των Νεφελών είναι από τις πιο λυρικές, ποιητικές και ουτοπικές σκηνές της αριστοφανικής δραματουργίας. Σαν να κατεβαίνει στη γη το ίδιο το θαύμα μέχρι να αποκαλυφθεί πως τα κοστούμια κρύβουν κάτι εντελώς διαφορετικό καθώς κι αυτό είναι απλώς μια χρήση, ένα μέρος του παιχνιδιού τους, ο τρόπος να προβληθεί κάθε δυνατή πιθανότητα σχήματος, μορφής, από μια αρκούδα μέχρι κάτι διαστημικής σχεδόν περιβολής. Απεικονίσεις μορφών και εικόνων που φαντασιώνεται κανείς έτσι όπως τα σύννεφα μετακινούνται, συστρέφονται, μετασχηματίζονται. Με τον ίδιο τρόπο λειτουργεί και το σκηνικό. Ενα κλειστό κουτί με μια χαραμάδα όπου προβάλλεται η πιθανότητα να ανοίξει και τότε ξεπηδάει απ’ αυτήν τη μικρή σχισμή ένα ολόκληρο σύμπαν, ένα χάος.

● Η Παράβαση έρχεται νωρίς μέσα στο έργο εξηγώντας την αποφασιστικότητα του ποιητή (Χρήστος Λούλης) να κερδίσει το βραβείο σ’ αυτήν τη δεύτερη εκδοχή των «Νεφελών» του.

Στην Παράβαση ο ποιητής βγαίνει σ’ ένα τοπίο αγνό, λυρικό -δεν το βλέπουμε σε άλλες κωμωδίες του-, εξηγώντας για ποιους λόγους έγραψε το έργο. Από την αρχή της Παράβασης γίνεται σαφής η πρόθεσή του. Οι θεατές είναι συνένοχοι με τον Χορό, ο οποίος δεν εκφράζει μόνο την άποψη του Αριστοφάνη για το έργο αλλά λειτουργεί και ως ένας θεατρικός μηχανισμός. Με αφορμή τη φράση του Σωκράτη «τα πάντα γίνονται ό,τι θελήσουν», ο Χορός αποτελεί διαρκώς μια άλλη πιθανότητα. Οι Νεφέλες αποχωρούν την ώρα που όλα καίγονται. Σαν να λένε: «Αρκετά παίξαμε για σήμερα». Σαν να έχουν φτιάξει όλο αυτό το παιχνίδι για να δουν τα όρια της ανθρώπινης κατάστασης.

● Δίκαιος και Αδικος Λόγος, ένας δημόσιος αγώνας ρητορικής με επιχειρήματα. Ποιος Λόγος σάς πείθει;

Η σκηνή είναι αριστουργηματική. Δεν γίνεται να μη συνταχθείς με σημεία του Αδικου Λόγου. Με την ανάγκη να αμυνθείς, να απαντάς με επιχειρήματα που γεννούν σκέψεις που αναπτύσσονται, όχι όπως του Δίκαιου Λόγου, στεγνά θέσφατα και κληρονομιές ενός συντηρητικού καθεστώτος που μας έχει παραδοθεί και πρέπει να διαιωνίζεται, υπέρ της «παράδοσης» και εναντίον του «μοντερνισμού». Ο Αδικος Λόγος είναι σαν να προτείνει ένα άφημα στη φύση, στην αναγνώριση και στην εκπλήρωση των αναγκών σου, στην εξάσκηση της γλώσσας.

● Μια τέτοια αντιπαράθεση θα είχε νόημα στην εποχή μας;

Το ενδιαφέρον είναι πως με τον Αδικο Λόγο θα συντασσόταν σήμερα ο προοδευτικός κόσμος στοχεύοντας να τον προχωρήσει κι άλλο. Δεν υπάρχει η έννοια του απόλυτου δίκιου. Στο έργο δίνεται απάντηση σε κάθε επιχείρημα της άλλης πλευράς και μάλιστα πλήρως ανεπτυγμένη. Αυτό στις μέρες μας λείπει. Είναι τόσο πολωμένη η κατάσταση, είμαστε τόσο διαιρεμένοι από εδώ κι από εκεί. Δεν ανταλλάσσουμε, δεν ακουγόμαστε καν. Υπάρχει μια απόλυτη θέση, χωρίς εξήγηση, καμιά διαλεκτική πάνω στο θέμα. Συνομιλούμε με τις κατασκευασμένες περσόνες μας, ειδικά αυτές των social media όπου οι άνθρωποι δεν μιλούν ως άνθρωποι αλλά ως κατασκευές. Ως μανιακοί μέσα στην ελευθεριότητα του ιντερνετικού διαλόγου, έτοιμοι για την καταστροφή.

● Τι πιστεύετε ότι έχει αναδείξει αυτή την επιθετικότητα;

Η μοναξιά, η μέθη αυτής της μικρής εξουσίας. Νομίζεις ότι στο συγκεκριμένο πεδίο έχεις τη στιγμή σου για να διδάξεις, να καταγγείλεις, να αποκαθηλώσεις να, να, να… Μια αυτοεκπλήρωση που χτυπάει σ’ ένα κέντρο βαθιάς απομόνωσης, σ’ ένα αίσθημα αδικαίωτου μέσα στον κόσμο. Γι’ αυτό είναι μανιασμένο, γι’ αυτό βλέπεις στις τοποθετήσεις τη χαρά της προσβολής, της βρισιάς, του αναθέματος.

● Μήπως τελικά εκφράζεται δημόσια ένα μέρος του αληθινού εαυτού μας; Μήπως η απουσία του άλλου απέναντι απελευθερώνει στο πληκτρολόγιο χαρακτηριστικά που διαθέτουμε;

Ολοι μπορεί να φέρουμε κάτι απ’ αυτό το χυδαίο όταν λειτουργεί το θυμικό. Ομως όταν αποφασίζεις να μιλήσεις σ’ αυτήν την -έστω περιορισμένης εμβέλειας- πλατφόρμα, νομίζω πως το ελάχιστο που οφείλεις είναι ο έλεγχος του θυμικού. Αλλιώς καταστρατηγείται κάθε έννοια δημόσιου διαλόγου, έκφρασης επιχειρήματος, αποτύπωσης μιας σκέψης που εξελίσσεται. Τότε δεν υπάρχει περιθώριο ανταλλαγής. Οταν ο διάλογος γίνεται με το αίτημα της ειλικρινούς αντιπαράθεσης, μπορείς είτε να ανατρέψεις το επιχείρημα του άλλου είτε να ανατραπείς εσύ είτε να προβληματιστείς, να αναγνωρίσεις ανεπάρκειές σου.

● Είναι αναστρέψιμη αυτή η κατάσταση;

Νομίζω πως κανείς δεν είναι διατεθειμένος να ακούσει γιατί κυριαρχεί μια αίσθηση ματαιότητας. Δεν υπάρχουν πια αποθέματα υπομονής και τότε προλαβαίνει να εκφραστεί μόνο η παρόρμηση, η μανία. Ως βαθιά απελπισμένοι, αρπαζόμαστε από κάτι. Πού να βρεθεί χώρος για την υποδοχή της αντίθετης σκέψης, για την παρατήρηση ενός δεδομένου που μπαίνει στο τραπέζι προς συζήτηση. Κι αυτό το βλέπεις στην πολιτική, την καθημερινότητα, τη δουλειά, τις σχέσεις μας. Κουρασμένοι, συμβιβασμένοι, έχουμε αφεθεί σε μια βαθιά αγωνία ύπαρξης, προσωπικής και κοινωνικής.

● Στο θέατρο, στη διαδικασία της πρόβας, λειτουργεί ο αντίλογος;

Ναι, γιατί το ισχυρό επιχείρημα εδώ είναι το κείμενο, αυτό διαιτητεύει στον διάλογο της πρόβας. Με επίκεντρο το έργο εμπλεκόμαστε όλοι σ’ έναν κύκλο διαλεκτικών σχέσεων που αναπτύσσονται στη διαδικασία μιας σοβαρής και βαθιάς ανταλλαγής απόψεων. Συχνά οι ηθοποιοί λένε ότι σε μια παράσταση έρχονται πολύ κοντά και μετά χάνονται. Είναι γιατί σ’ αυτό το διάστημα γνώρισαν πράγματα για τους άλλους, άκουσαν, διηγήθηκαν, άφησαν χώρο για την άλλη πλευρά, δέχτηκαν κάτι που γέννησε μια σκέψη. Αυτά που μαθαίνεις για την ίδια τη ζωή μέσα στη θεατρική διαδικασία, ακριβώς επειδή κεντράρουν βαθιά, μετατοπίζουν και τον τρόπο ζωής σου. Το θέατρο εξακολουθεί να μου δίνει χαρά, ελπίδα, παρόλο που νιώθω πως η εποχή απαγορεύει την πνευματική εγρήγορση, την αμφισβήτηση.

● Υπάρχει ωστόσο και το πεζό κομμάτι στη δουλειά σας, αυτό που ανήκει στην υλική σφαίρα. Ποιος θα χρηματοδοτήσει την παράσταση, πώς θα κινηθεί επικοινωνιακά, η σχέση με τον παραγωγό, τον επιχειρηματία που νοιάζεται πρωτίστως για το ταμείο.

Μια πλευρά, πράγματι, αντιφατική στο δημιουργικό κομμάτι της δουλειάς μας. Κατάσταση που στα χρόνια που δουλεύω την έχω δει να μεταβάλλεται πολλές φορές με διάφορους τρόπους. Εχω προλάβει την περίοδο επιχορηγήσεων, μια σοβαρή υποστήριξη για τους καλλιτέχνες, μετά κόπηκε, μετά επανήλθε μ’ έναν άλλο τρόπο. Ξέρεις, κι αν είσαι ο πετυχημένος τάδε, πάντα υπάρχει το ποσοστό της αποτυχίας. Και χωρίς στήριξη, ολόκληρη η παραγωγή κρέμεται από το πώς θα πάνε τα εισιτήρια. Ναι, αυτό είναι τρομακτικό. Ολοι κυνηγάμε την ουρά μας, πώς θα τα βγάλουμε πέρα, πώς θα κάνουμε κάτι, θα το παρατήσουμε μετά για κάτι άλλο και στο τέλος θα αφεθούμε να συμβούν όλα. Κάποτε υπήρχαν θεατρικές εστίες, σημεία αναφοράς. Σήμερα υπάρχουν μόνο ενοικιαζόμενοι χώροι στους οποίους δουλεύεις προσπαθώντας να μένεις πιστός στην τέχνη σου και συγχρόνως να επιβιώνεις. Και τότε αναρωτιέσαι: αντέχω να δουλεύω τόσο πολύ;

● Αντέχετε;

Οχι, δεν αντέχω. Πρακτικά όμως δεν μπορώ να ζήσω κάνοντας μόνο μία παράσταση τον χρόνο. Σκέφτομαι την ιδέα για έναν σταθερό χώρο όπου δεν θα αναλώνεσαι εδώ κι εκεί. Θα είναι συγκεκριμένο, ξεκάθαρο αυτό που θέλεις να κάνεις εστιάζοντας σ’ ένα ρεπερτόριο, σε ανθρώπους με τους οποίους θέλεις να συνεργαστείς. Είμαι διατεθειμένος να ακούσω τα πάντα για τη δουλειά μου. Εχω χαρεί με καίριες παρατηρήσεις κριτικών, εστιασμένες σε σοβαρά σημεία. Δεν αντέχω την ιδέα της προσωπικής επίθεσης, του τύπου «κάνει πολλά, κυνηγάει λεφτά» και άλλα τέτοια. Αυτά δεν είναι κριτική, νομίζω πως σ’ αυτή την περίπτωση ο γράφων έχει παρεξηγήσει την ιδιότητα, τα όρια εξουσίας του, μοιάζει να μην ενδιαφέρεται για το ίδιο το αντικείμενο αλλά για την προσωπική του αυτοεκπλήρωση. Επίσης θεωρώ τουλάχιστον βλακώδες το σχόλιο ότι κάνω πολλά όταν αυτός που το γράφει δουλεύει σε πέντε έντυπα…

● Οταν είναι κανείς non stop, δεν θολώνει η κρίση; Μπορεί να εποπτεύσει ψύχραιμα την πορεία της δουλειάς του;

Υπήρξε μια περίοδος καθοριστική για μένα. Η Στέγη, το Εθνικό, η πρώτη Επίδαυρος και το ίδιο καλοκαίρι η πρόταση της Αβινιόν για τον «Κυκλισμό». Μεγάλα πράγματα που με υπερέβαιναν ως μεγέθη, δεν προλάβαινα να σκεφτώ, να κατατάξω κάπου ό,τι συνέβαινε. Για να ανταποκριθώ έπρεπε όλα τα άλλα να μπουν σε κατάσταση παύσης. Τότε άρχισαν οι πρώτες κρίσεις πανικού. Τέντωσα τον εαυτό μου, αγχώθηκα τόσο βαθιά που κάτι έπνιξα σε σχέση με εμένα. Από εκείνη τη χρονιά μέχρι και πέρσι βρισκόμουν σ’ έναν κύκλο όπου δεν προλάβαινα να παρακολουθήσω, σαν να είχα παρασυρθεί από την ορμή πραγμάτων, έναν στρόβιλο που μ’ έκανε να απουσιάζω από την υπόλοιπη ζωή, όλα δίπλα μου περνούσαν ξυστά.

Πολιτικά, νιώθω απελπισμένος

● Δέκα χρόνια μετά την πρώτη σας επιτυχία, τον «Ιβάνοφ» στο θεατράκι της σχολής τού «Εμπρός», τι έχει αλλάξει στη σκέψη σας για το θέατρο;

Τα πρώτα χρόνια υπήρχε μια μεγάλη αγωνία τάξης, οργάνωσης των παραστάσεων, φοβούμενος πως αν κάτι δεν ήταν δομημένο σωστά, θα κατέρρεε η λειτουργία, η φόρμα. Εμμονή που με δέσμευε, με τύφλωνε σε σχέση με άλλα σημεία που διέφευγαν την προσοχή μου. Ηταν ένας φόβος που συνδεόταν με την ανασφάλεια της έκθεσης. Τώρα πια μαλάκωσε η εμμονή, αλλά κι εγώ ως άνθρωπος. Κατάλαβα πως δεν χρειάζεται να φωνάζει η παράσταση για τη δομή, την πρόθεσή της. Προτιμώ η παρέμβασή μου να μην υπογραμμίζεται με στάμπιλο, να είναι περισσότερο αόρατη παρά ορατή. Πέρσι, μετά τη Στέγη, σταμάτησα για πρώτη φορά 9 μήνες. Κατάλαβα πού βρίσκομαι, τι θέλω, τι δεν θέλω.

Παλαιότερα είχα τον τρόμο του κενού, της παύσης, της απραξίας. Τώρα αναζητώ την παύση. Με τρομάζει η ιδέα έλλειψης χρόνου, το να παραμελώ το υπόλοιπο και εξαιρετικά πολύτιμο κομμάτι της ζωής μου. Εχασα αλλαγές στη ζωή κοντινών μου ανθρώπων. Δεν ήμουν δίπλα κι αυτό μου κοστίζει. Μια αδελφική φίλη έκανε παιδί, κάποιος άλλος πέρασε μια δυσκολία - δεν ήμουν εκεί. Δεν θέλω πια να τα χάνω. Κάποια στιγμή συνειδητοποιείς ότι θέλεις να θυμάσαι και κάτι απ’ αυτήν τη ζωή, όχι μόνο να την κυνηγάς.

● Πολιτικά πώς νιώθετε;

Απελπισμένος. Εδώ και χρόνια έχει καταρρεύσει όποια ελπίδα ή πιθανότητα ελπίδας κι όχι μόνο στην ελληνική πραγματικότητα. Με σοκάρει η απουσία ανθρωποκεντρικής σκέψης, που όλα είναι πια θέμα οικονομικής συνδιαλλαγής. Πιστεύω μόνο σε ό,τι δημιουργείται μέσα σε μια ομάδα στο θέατρο, μέσα σε παρέα, μια φιλία. Ο,τι αφορά μεγαλύτερη κλίμακα μου φέρνει τρόμο. Ο τρόπος που λειτουργούν τα πράγματα, οι θεσμοί, ο Τύπος, ο δημόσιος διάλογος, δεν επηρεάζει προς κάτι κινηματικό. Κι αν υπάρχουν κάποιοι στοχαστές, δεν έχουν βήμα έκφρασης. Το πεδίο ανήκει σ’ αυτούς που ταΐζουν τη μάζα με σκουπίδια ώστε να συντηρείται η οκνηρία. Για τη δουλειά σου γράφει πλέον ο οποιοσδήποτε κι αυτό ενέχει την υποτίμηση της δημοσιογραφίας, του καλλιτέχνη, του κριτικού λόγου. Ενα ολόκληρο σύμπαν, όπως το ξέραμε, αποδομείται.

● Εξοικειωμένος με την Επίδαυρο, με το κοινό της;

Οι μέρες των προβών ώς το ξημέρωμα, με το θέατρο άδειο να εμπνέει μια ησυχία που στην πραγματικότητα σου λύνει τα χέρια σε σχέση με άλλους χώρους. Η αρχιτεκτονική του, η ενέργεια και η μνήμη που κουβαλάει, η φυσική ομορφιά ολόγυρα. Είμαστε θερμόαιμος λαός. Ως θεατές συχνά αντιδρούμε τερατωδώς απόλυτα, ακυρωτικά. Στην Αβινιόν, όπου το κοινό έχει άλλη σχέση με τα φεστιβάλ, διαφορετική κουλτούρα αντιμετώπισης, ενδιαφέρονται πολύ για ό,τι παρακολουθούν. Θυμάμαι όταν παίχτηκε ο «Κυκλισμός», αρκετοί έφευγαν την πρώτη μέρα. Κι όμως έμειναν στη συζήτηση που έγινε μετά, ήθελαν να ακούσουν τις προθέσεις, να καταλάβουν τι ήταν αυτό που τους έκανε να φύγουν. Εδώ, γνώστες όλοι, αποφαίνονται, στέλνουν στο πυρ το εξώτερον. Ενα φλογερό ταμπεραμέντο στο όριο της ανοησίας. Πώς γίνεται να μη νιώθουν ποτέ κάποια αμφιβολία για τις σιγουριές τους;

● Εσείς δίνετε περιθώριο στην αμφιβολία;

Εχω υπάρξει στο παρελθόν παρορμητικός. Στο πέρασμα του χρόνου αντιλαμβάνεσαι όλες τις πλευρές του σχήματος. Το θέμα είναι να μπορείς να ελέγχεσαι, να υπολογίζεις ότι ενδεχομένως κάτι σου διαφεύγει, να είσαι πρόθυμος στη συζήτηση, να αντέχεις στον σκληρό διάλογο, στη γόνιμη κριτική. Ναι, είναι κέρδος το πλεονέκτημα της αμφιβολίας κι είναι τύχη όταν έχεις φίλους που δεν σου χαρίζονται, δεν λειτουργούν ως αυλή, ως κόλακες.


♦️ Info: Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, 2 και 3/8. Μετάφραση: Γιάννης Αστερής. Συνεργάτης στη δραματουργία: Θεοδώρα Καπράλου. Σκηνικά: Κλειώ Μπομπότη. Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη. Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος. Μουσική: Ανρί Κεργκομάρ. Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου.
Παίζουν: Γιώργος Γάλλος, Νίκος Καραθάνος, Χρήστος Λούλης, Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, Θεοδώρα Τζήμου, Αινείας Τσαμάτης, Παναγιώτης Εξαρχέας, Πάνος Παπαδόπουλος, Γιάννης Κλίνης. Κορυφαίες: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Ευδοξία Ανδρουλιδάκη, Εμιλυ Κολιανδρή, Ελίνα Ρίζου.

ΘΕΑΤΡΟ
Το νήμα της ένωσης του χθες και του σήμερα
Δυο μεγάλα ονόματα της μουσικής και του χορού, ο Βαγγέλης Παπαθανασίου και ο Ράσελ Μάλιφαντ, συνεργάζονται στην πρωτότυπη παράσταση που συνδέει τη σύγχρονη τέχνη με την ελληνική λαϊκή παράδοση. Την πρεμιέρα...
Το νήμα της ένωσης του χθες και του σήμερα
ΘΕΑΤΡΟ
Χτίστηκαν καριέρες πάνω στον διχασμό
Κάνει την πρώτη του εμφάνιση στο αρχαίο θέατρο Επιδαύρου σκηνοθετώντας την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη, που παρουσιάζει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, και μας μιλάει για τα στοιχεία της τραγωδίας...
Χτίστηκαν καριέρες πάνω στον διχασμό
ΘΕΑΤΡΟ
Με ελλειμματική παιδεία, θριαμβεύει η βία που γεννάει ο φόβος
Εναν απολογισμό της θητείας του κάνει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου που σκηνοθετεί τις «Ικέτιδες» και μας προσκαλεί στην Επίδαυρο, παραμονή των εκλογών, για να ψηφίσουμε με μεγαλύτερη έμπνευση...
Με ελλειμματική παιδεία, θριαμβεύει η βία που γεννάει ο φόβος
ΘΕΑΤΡΟ
«Δεν θα τα παρατήσουμε επειδή το κακόγουστο κυριαρχεί»
Επί έναν χρόνο ο Φύλακας βρίσκεται πάνω στη στέγη των Ατρειδών αναμένοντας ένα φωτεινό σήμα, τη φρυκτωρία, την είδηση για την άλωση της Τροίας. Κι ένα πρωί το βλέπει. Ο βασιλιάς Αγαμέμνων επιστρέφει νικητής...
«Δεν θα τα παρατήσουμε επειδή το κακόγουστο κυριαρχεί»
ΘΕΑΤΡΟ
«Το σύνδρομο της χούντας μάς έκανε να μισήσουμε τη λέξη Ελλάδα»
Ο Δημήτρης Λιγνάδης μιλάει για τον τραγικό ήρωα που ερμηνεύει, για το είδος θεάτρου που θέλει να υπηρετεί, τις εκλογές που έρχονται, την παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας και το δραματικό έλλειμμα Παιδείας....
«Το σύνδρομο της χούντας μάς έκανε να μισήσουμε τη λέξη Ελλάδα»
ΘΕΑΤΡΟ
Ενα μεγάλο γλέντι στη Μικρή Επίδαυρο
Μια ανάσα πριν από τις βουλευτικές εκλογές, στις 5 και 6 Ιουλίου, ένα γαμήλιο τραπέζι στρώνεται στο Μικρό Θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, σε μια παράσταση που αποτυπώνει τη διαδικασία της μετάβασης της εξουσίας...
Ενα μεγάλο γλέντι στη Μικρή Επίδαυρο

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας