Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Φάρσα... εθνικών διαστάσεων
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Φάρσα... εθνικών διαστάσεων

  • A-
  • A+

Να κάτι αληθινά ενδιαφέρον στη φετινή συγκομιδή του θεάτρου μας. Βασικοί καλλιτέχνες της σκηνής μας στράφηκαν συντονισμένα φέτος στο πλέον ταλαιπωρημένο και δυσφημισμένο είδος θεάτρου, στη φάρσα, και επιχείρησαν να αντλήσουν από αυτήν έμπνευση και σφρίγος. Η τελευταία εκδήλωση του φαινομένου αυτού –«ρεύμα» που θα δούμε αν εξελιχθεί και σε «τάση»- εμφανίστηκε στον Νέο Κόσμο, στο νέο έργο του Γιάννη Καλαβριανού και της Μαρίας Κοσκινά, με τον όμορφο και κάπως «πορτοκαλί» τίτλο «Κουμ κουάτ».

Η υπόθεση: βρισκόμαστε στα 1972, κάπου στην Αθήνα, μέρες του Πάσχα. Ενα ζευγάρι, «μοντέρνο», με τους όρους της εποχής, έχει τεχνηέντως διαφύγει την επετειακή οικογενειακή συνεύρεση γύρω από τη σούβλα, στην Κέρκυρα, και ενθουσιασμένο από την επιτυχία της απόδρασης ετοιμάζεται να περάσει ένα τρυφερό, μοναχικό και κάπως «ανεθνικό» διήμερο.

Αλλά, ως γνωστόν, όταν δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό… Στα επόμενα εβδομήντα λεπτά της παράστασης θα περάσουν από πάνω του κάθε παλαβή κατάσταση, όλοι οι εναπομείναντες στην πρωτεύουσα συγγενείς και η κάθε απίθανη ανατροπή, με φόντο τον εθνικό αχταρμά της εποχής, με χούντα, Παπαδόπουλο και τσάμικα, με Βίκυ Λέανδρος, Τσεχοσλοβακία και το κερκυραϊκό ηδύποτο. Ωσπου όλα να γίνουν ένα...

Ή έστω «δύο»… Για να γίνουν τα πράγματα ακόμα περισσότερο δραστικά οι συγγραφείς του έργου, ο Καλαβριανός και η Κοσκινά, αποφάσισαν να παιχτούν και οι έξι διακριτοί ρόλοι του έργου τους από δύο μόνο ηθοποιούς. Που έτσι καλούνται να αλλάζουν κάθε τόσο και ενώπιόν μας ρούχα, περούκα, ρόλο, μέχρι να φτάσουμε να γελάμε εκτός από τη βιτρίνα της φάρσας και με τους ίδιους τους ηθοποιούς στα παρασκήνιά της.

Κάτι σαν το «Σώσε», που είδαμε φέτος στη Στέγη… Μόνο που το «Κουμ κουάτ» αποτελεί ένα περίεργο είδος «φάρσας μέσα στη φάρσα», καθώς δεν γελάς μόνο με τους ρόλους που τρέχουν πίσω από καταστάσεις, αλλά πρωτίστως με ηθοποιούς που τρέχουν πίσω από τους ρόλους. Ετσι φτάνουμε σε μια μεταθεατρική φάρσα, πολύ επιτυχημένη στο να αναδεικνύει στο επίπεδο της φόρμας ό,τι θέλει να σημειώσει με το περιεχόμενό της.

Ανήκουμε, λέει, σε μια Ελλάδα καταδικασμένη να ζει διαρκώς σε μια θεατρική εκκρεμότητα, ανάμεσα στους πολλούς και συχνά κόντρα «ρόλους» της. Ανάμεσα στην εξωστρέφεια και την εσωστρέφεια, στην ενωμένη Ευρώπη και σε ένα ανάδελφο, βαλκανικό έθνος, μεταξύ δεξιών και αριστερών κουμπάρων και συγγενών, έχουμε σαν λαός αναπτύξει μια ιθαγενή προσαρμοστικότητα, μια αταβιστική ευελιξία, μια ιδιοσυγκρασιακή ελαφρότητα, όμοια με εκείνη του Τρουφαλδίνο, υπηρέτη πολλών, ταυτόχρονων αφεντάδων.

Ανήκοντας από κοινού στον υπαρκτό υπερρεαλισμό, μπορούμε εύκολα να αλλάζουμε πορτρέτα στους τοίχους του σπιτιού, να επιλέγουμε στιλ ντυσίματος, κούρεμα μαζί και φρόνημα, και να τρέχουμε με τη γλώσσα έξω μεταξύ «αυλής», όπου φαντάροι θα χορεύουν ρουμελιώτικα τσάμικα, και «κουζίνας», όπου κάποιος αριστερός θα περνάει το Πάσχα του συνοδεύοντας το αρνάκι με κερκυραϊκό κουμ κουάτ. Για να προλάβουμε την καταστροφή.

Αν το εξετάσει κάποιος από μια πλευρά είναι βέβαια για κλάματα και ψυχανάλυση. Από την άλλη όμως, αν αποφασίσει να το δει πιο ελαφρά, πρόκειται για φάρσα εθνικών διαστάσεων, με μόνιμα θύματα εκείνους που θέλησαν να ζήσουν κάποτε ανεξάρτητα από τις όποιες ταμπέλες.

Μόνο φτάνει να μην το παραβαρύνουμε απόψε και αλλοιώσουμε τη γεύση του λικέρ. Πρόκειται για ένα από τα σκηνικά παιχνίδια, για θεατρική σβούρα, που κι αν αποκτήσουν βαθύτερο νόημα σε μια δεύτερη ανάγνωση -γιατί όχι;-, στην πρώτη τους επαφή αντλούν την αξία τους ακριβώς από το ότι δεν ακινητούν ποτέ τόσο ώστε να προλάβει να τα εκλάβει κανείς στα σοβαρά. Περιστρέφονται όλο και γρηγορότερα μέχρι που να μην αφήσουν πίσω τους παρά τη χαρά ενός παιχνιδιού και την ελαφρότητα ενός κόσμου όπου η σκηνή ολοκληρώνεται στο στυλ και τελειώνει με τη χαρά.

Προφανώς οι καλλιτέχνες μας ανήκουν σε μια γενιά που γαλουχημένη στα νάματα του μεταμοντέρνου έχει απελευθερωθεί πια από στερεότυπα και έχει δει την τέχνη της σαν ενιαία και πολύχρωμη εμπειρία, σαν ουράνιο τόξο. Είναι μαζί και απορία ύφους. Η γενιά αυτή δεν έχει πια ευκαιρίες να δει να παίζεται η φάρσα από τους μεγάλους μαστόρους του είδους. Λογικό είναι λοιπόν να την προσεγγίζει «εργαστηριακά». Κι ας μην υποτιμούμε ποτέ τη γοητεία της στους ανθρώπους του θεάτρου.

Εμείς νιώθουμε τη φάρσα μόνο σαν ελατήριο ενός τρανταχτού γέλιου. Για τους επαγγελματίες όμως της σκηνής, βρίσκεται ακόμα εδώ ο ρυθμός της ανάσας, η τοποθέτηση του σώματος και η περιπέτεια της ατάκας. Το αυτί που ακούει τον συνάδελφο και αφουγκράζεται ταυτόχρονα τον κόσμο της πλατείας. Και ο οίστρος του κωμικού που πρέπει να γεμίσει τη σκηνή του από άκρη σε άκρη, χωρίς να αφήσει πάνω της ούτε ένα κενό σημείο (γιατί αν κάτι φοβάται η φάρσα είναι το κενό).

Εκτός από αυτά το «Κουμ κουάτ» είναι ακόμη μια φάρσα «αισθητικής». Αντλεί την ιδιαιτερότητά της από το «βίντατζ» της δεκαετίας του '70 αλλά και της δικτατορικής νοοτροπίας. Της τότε διεθνούς ποπ και ελληνικής μουσικής σκηνής. Της ενδυματολογικής, χρωματολογικής και κινησιολογικής αναγνώρισης των 70ς. Και μιας καλειδοσκοπικής ελληνικής ιδεολογίας που αλλάζει με την ίδια ταχύτητα που στις παραδοσιακές φάρσες άλλαζαν οι ρόλοι των εραστών.

Η ιδέα είναι βέβαια λαμπρή και το «Κουμ κουάτ» την έχει αποτυπώσει με κέφι. Δεν ξέρω αν μπορεί να φτάσει παλιότερες ανάλογες απόπειρες («Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης» του Ακη Δήμου), ωστόσο έχει νεύρο και έχει φανερά δεθεί με τη γλυκιά τρέλα της καλής παρέας.

Αν και η υλοποίησή του εμφανίζει ακόμη ζητήματα σκηνικού συντονισμού των ρόλων (που θα αρθούν φαντάζομαι όταν η παράσταση «λιώσει» με τον καιρό), ο Γιώργος Γλάστρας και η Μαρία Κοσκινά αποδεικνύονται αξιοθαύμαστοι στον αγώνα τους με τη «Φάρσα για 2». Αποδεικνύουν αυτό που καιρό υποψιαζόμαστε: Πως ο σύγχρονος ηθοποιός στο θέατρό μας είναι πια ένα πολυεργαλείο, ικανό να παίξει κάθε είδους έργο με αξιώσεις.

Πιστεύω ωστόσο πως, ενώ θεωρητικά η σκηνοθετική επιλογή των «μπρεχτικών» επί σκηνής αλλαγών των κοστουμιών είναι σπουδαία, στην πράξη εμφανίζει σοβαρά προβλήματα. Θα έπρεπε να βρεθεί τρόπος ώστε να γίνουν κι αυτές αστείες και ίσως πιο φαντεζί… Τώρα, εκτός από το ότι κάνουν φανερά «κοιλιές», στέκουν περισσότερο για να δημιουργούν σκηνικό άγχος. Με τον χρόνο ελπίζω να εμπλουτιστούν με τους αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι περνάει κάποιος καλά στον Νέο Κόσμο. Διασκεδάζει μισονοσταλγώντας την εποχή και μισοειρωνευόμενός την. Ισως και κάτι να περνάει από το μυαλό του, όπως απομακρύνεται από το θέατρο μετά την παράσταση. Για παράδειγμα, πως σε λίγα μέρη εκτός από την Ελλάδα θα μπορούσε να έχει γραφτεί μια τέτοια φάρσα. Κακούργα ιθαγένεια… Θα πρότεινα σε κάποιον φίλο μου να τη δει με το μορφή της φάρσας; Ασφαλώς, ναι.

ΘΕΑΤΡΟ
Παλεύοντας με τη θάλασσα και τα «κόκκινα» δάνεια
Το έργο του Βρετανού συγγραφέα Αντερς Λουστγκάρτεν, που κινείται σε δύο κόσμους παράλληλους, τους πρόσφυγες και τους δανειολήπτες, παρουσιάζεται σε σκηνοθεσία Β. Θεοδωρόπουλου με τη μορφή πολιτικού σχολίου, με...
Παλεύοντας με τη θάλασσα και τα «κόκκινα» δάνεια
ΘΕΑΤΡΟ
Αυθάδικος «Οθέλλος»
Μια ανατρεπτική, απελευθερωτική προσέγγιση του Σέξπιρ από τον Χάρη Φραγκούλη μας βάζει μέσα σε έναν κόσμο με αληθινό πρωταγωνιστή τον δαίμονα και πετυχαίνει να ταρακουνήσει, να ενοχλήσει.
Αυθάδικος «Οθέλλος»
ΘΕΑΤΡΟ
Πώς ο Περλέγκας ανανέωσε τον Πιραντέλο
​Αξίζει να στρέψουμε την προσοχή μας στην παράσταση του Γιάννου Περλέγκα στο Θέατρο Τέχνης όχι τόσο γιατί είναι μια αναντίρρητα «επιτυχημένη», όσο γιατί είναι μια καλλιτεχνικά γενναία πρόταση. Φέτος ειδικά,...
Πώς ο Περλέγκας ανανέωσε τον Πιραντέλο
ΘΕΑΤΡΟ
Ερωτική ιστορία στο φως ενός «Φεγγίτη»
Ο χαρισματικός Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης έστησε μια γοητευτική παράσταση όπου οι ηθοποιοί διδάσκουν επί σκηνής την ανθρώπινη εμπειρία των δύσκολων συναισθηματικών σχέσεων. Με τον εξαιρετικό Δημήτρη Καταλειφό...
Ερωτική ιστορία στο φως ενός «Φεγγίτη»
ΘΕΑΤΡΟ
Δεύτερη χρονιά για τους «Επισκέπτες του Δεκαπενταύγουστου»
Η παράσταση της Άννας Ετιαρίδου και της ομάδας Πλάνη «Οι επισκέπτες του Δεκαπενταύγουστου», μετά την επιτυχία της περσινής χρονιάς και τις πολύ καλές κριτικές που έλαβε, ανεβαίνει στο θέατρο «Βαφείο». Κάνει...
Δεύτερη χρονιά για τους «Επισκέπτες του Δεκαπενταύγουστου»
ΘΕΑΤΡΟ
Ο αλήτης και χασικλής, ο γυναικάς και γυρολόγος
Ενα ξεχωριστό εγχείρημα του Θ. Παπαγεωργίου μάς γνωρίζει τον μεγάλο ρεμπέτη μέσα από τα απομνημονεύματά του, που είναι η μνήμη και το ήθος μιας Ελλάδας που υπήρξε, έζησε και δημιούργησε ενάντια στους...
Ο αλήτης και χασικλής, ο γυναικάς και γυρολόγος

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας