Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Πώς ο Περλέγκας ανανέωσε τον Πιραντέλο

Μια τολμηρή παράσταση που μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε μέσα από τις έξοχες ερμηνείες των ηθοποιών πως έξω από το «θέατρο» δεν υπάρχει καμιά άλλη μεγάλη Αλήθεια, μονάχα ένας κόσμος που τρεκλίζει επικίνδυνα στην άκρη του γκρεμού

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Πώς ο Περλέγκας ανανέωσε τον Πιραντέλο

  • A-
  • A+

Αξίζει να στρέψουμε την προσοχή μας στην παράσταση του Γιάννου Περλέγκα στο Θέατρο Τέχνης όχι τόσο γιατί είναι μια αναντίρρητα «επιτυχημένη», όσο γιατί είναι μια καλλιτεχνικά γενναία πρόταση. Φέτος ειδικά, που στο θέατρό μας βρίσκεται σε τόση έξαρση ο πυρετός του Πιραντέλο, οφείλουμε να θυμηθούμε ότι ο μέγας κίνδυνος με αυτούς τους συγγραφείς είναι να τους ανεβάζουμε από ρεπερτοριακό αυτοματισμό. Ευτυχώς δεν συνέβη κάτι τέτοιο φέτος στο Εθνικό με το «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» του Δημήτρη Μαυρίκιου.

Και δεν συνέβη ούτε στο Τέχνης με το «Να ντύσουμε τους γυμνούς». Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε έναν αναγκαίο και ριζικό Πιραντέλο σε διάλογο με τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς της ομάδας. Αυτός ωστόσο ο δίαυλος που στην παράσταση του Μαυρίκιου και στη σχεδόν μεταδραματική της απόδοση είναι εμφανής, στην περίπτωση του «Να ντύσουμε τους γυμνούς» της Φρυνίχου λειτουργεί διακριτικά.

Στην παράσταση του Περλέγκα ο καλλιτέχνης κυκλοφορεί στον πιραντελικό κόσμο αόρατος και «γυμνός».

Ο Πιραντέλο, θυμίζω, προβλήθηκε ως ο κατεξοχήν δραματουργός μιας αδρής θεατρικότητας που βασίζεται περίπου στο ίδιο συμπέρασμα με τον κοινό σχετικισμό: πως είναι ακατόρθωτο να καταλήγουμε στο τι «είναι» ο κάθε άνθρωπος ανάμεσα στους πολλούς του ρόλους, καθώς οι μαρτυρίες που συλλέγουμε γι’ αυτόν είναι πάντα αλλοιωμένες από τα φίλτρα της υποκειμενικότητας, της ασάφειας ή του συμφέροντος.

Δεν είμαστε μακριά από τη μεγαλοπρεπή επιστροφή του ελισαβετιανού κοσμοθεάτρου, έστω και στην εκδοχή του μοντερνισμού. Στο θέατρο του Πιραντέλο, και μάλιστα στην «τρίτη φάση» του, καθώς ονομάζεται, του «θεάτρου μέσα στο θέατρο» (σε αυτήν ανήκει και το «Να ντύσουμε τους γυμνούς»), ζωντανά πλάσματα της σκηνής συγχέονται με εκείνα του νου και αποκυήματα της φαντασίας μοιράζονται τον ίδιο κόσμο με τον δημιουργό τους.

Τα λέω αυτά γιατί είναι ωραία, μα παραστάσεις σαν αυτές στο Εθνικό και στο Τέχνης θυμίζουν πως έρχονται μετά. Αυτό που προηγείται στον Πιραντέλο δεν είναι η φόρμα ή η όποια επιστημολογία του. Είναι η προσωπική κόλαση του ίδιου του λογοτέχνη, ο αγωνιώδης μετεωρισμός, η νόσος μιας εποχής που πριν γίνει σκηνή και θέατρο, έχει πρώτα διαλύσει τη σκέψη και τη ζωή του. Αυτό που περιγράφει ο Πιραντέλο είναι η αγωνία εκείνου που επιβεβαίωσε με κάθε τρόπο την άρνηση της βεβαιότητας εκ μέρους της ανθρωπότητας. Κι είναι, νομίζω, αυτός ο μόνος τρόπος για να δούμε πως ο εκφραστής μιας παλιάς κραυγής που τη φρίκη της σκιάζουν σήμερα οι καμινάδες του Αουσβιτς μπορεί να παραμένει ακόμη και σήμερα ένας «καταραμένος».

Το «Να ντύσουμε τους γυμνούς» είναι βέβαια μια «γκροτέσκα μασκαράτα», μια σάτιρα ηθών και εθών της μεσοπολεμικής (και όχι μόνο) εποχής. Μα πριν από όλα είναι μαζί κι ένα έργο που μιλάει για τον φόβο του κενού. Και ακολούθως για τη συλλογική αγωνία να ντύνουμε την κάθε ενοχλητική ιστορία με προθέσεις και με το όποιο ευσεβές ή ασεβές σενάριο. Εδώ, ας πούμε, μια πλανημένη, μοιραία γυναίκα (τυπική μορφή του λαϊκού μελοδράματος), η Ερσίλια, θα γίνει το περιθώριο της κενής σελίδας στην οποία ο καθένας θα γράψει το δικό του μελό.

Ο καθένας θα διακρίνει σε αυτήν ό,τι επιθυμεί, θα προβάλει τη μορφή της στο πορτρέτο του, θα την εκτιμήσει σύμφωνα με την ηθική του ή την κρίση του. Σαν μια πολλαπλή Γαλάτεια για πολλούς Πυγμαλίωνες, η ίδια θα γίνει κάτι άλλο για τον δημοσιογράφο ή τον συγγραφέα, για τον έναν ή τον άλλο εραστή, για τη σπιτονοικοκυρά ή, τέλος, για τους θεατές... Το γυμνό σώμα δανείζεται κάθε φορά το παλτό μιας διαφορετικής, βολικής και πάντα διαζευκτικής ταυτότητας.

Με αυτά βέβαια καταλήγουμε σε μια τραγικοκωμική διάλυση της βεβαιότητας. Κι από εδώ ξεκινάει η τόλμη του σκηνοθέτη. Ο Περλέγκας όχι μόνο δεν απέφυγε το αρχικό μελό του έργου, αλλά αντίθετα βούτηξε μέσα του για να ειρωνευτεί από εκεί, στο κέντρο, την ανάγκη όλων μας να δούμε τη ζωή με το δικό του ευκολοχώνευτο κι ευκολοσυγκίνητο «νόημά» του. Για να κάνει μάλιστα τα πράγματα να ακούγονται ακόμα περισσότερο γελοία και μακρινά, «θεατρικά», στηρίχτηκε σε μια διαγλωσσική μετάφραση, με γνώριμες ιταλικές φράσεις, σαν τα πρώτα ζακυνθινά ηθογραφήματα του νεαρού Ξενόπουλου. Μα, υπάρχει άνθρωπος που θα πάρει ποτέ στα σοβαρά ένα έργο γραμμένο στα φραγκολεβαντίνικα;…

Κι η τόλμη δεν σταματάει εδώ… Ακολουθεί η διόλου ευχάριστη διαπίστωση, και καθόλου χαριτωμένη, πως πέρα από αυτή την ιταλική «σαπουνόπερα», έξω από το «θέατρο», δεν υπάρχει καμιά άλλη μεγάλη Αλήθεια. Υπάρχει μονάχα ένας κόσμος που τρεκλίζει επικίνδυνα στην άκρη του γκρεμού, ένα βήμα πριν από το παράλογο. Αυτό που βλέπουμε στην παράσταση του Τέχνης είναι ένας ταπεινός μικρόκοσμος, εμφιαλωμένος σε οντολογική μποτίλια (από εκεί ακούγεται η μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή), με πλάσματα που ζουν εκεί, χωρίς να αντιλαμβάνονται την ειρωνεία στο βλέμμα μας.

Μα με ποιους γελάμε; Αρκεί ένα βήμα για να περάσει από το μυαλό η ανατριχιαστική υποψία μήπως και το δικό μας μεγάλο «θέατρο» βρίσκεται σε μια άλλη, μεγαλύτερη μποτίλια από αυτήν… Οπως κι εμείς, τα πειραματόζωα του μπουκαλιού συνεχίζουν τη ζωή τους. Ανεβοκατεβαίνουν σκάλες (σκηνικά της Γεωργίας Μπούρα), παίρνουν πόζες, αισθάνονται κι ίσως να λένε κάποτε τη δική τους «αλήθεια», όπως την υπαγορεύει το κείμενο. Κι όπως εμείς, όταν συναντήσουν το θαυμαστό υπερφυσικό κοράκι στην άκρη της σκηνής (και του κόσμου όλου), θα υποκριθούν πως δεν το βλέπουν.

Προσωπικά, όσες φορές κι αν έχασα τον δρόμο στον λαβύρινθο της μιας πραγματικότητας μέσα στην άλλη, οι ηθοποιοί τού Τέχνης βρίσκονταν εκεί για να μου δείξουν πως εντός της μποτίλιας τα πάντα είναι «πραγματικότητα»: Μια πραγματικότητα για τον βαθιά αλαζόνα και βαθύτερα απελπισμένο συγγραφέα-καρικατούρα Λουντοβίκο Νότα του Θανάση Δήμου.

Μια άλλη για τον αμφίσημο δημοσιογράφο Αλφρέντο Κανταβάλε του Στέργιου Κοντακιώτη. Ακόμη μία για τον μετανοημένο εραστή Φράνκο Λασπίγκα του Θάνου Τοκάκη ή τον μπερδεμένο πρόξενο Γκρότι του Γιάννου Περλέγκα. Και από την άλλη, για τις γυναικείες σιλουέτες της παράστασης: Η μια διαπερατή και διάφανη, η νεκροζώντανη Ερσίλια Ντρέι της Μαρίας Πρωτόπαππα. Κι η άλλη, υλική, σωματική και βουλητική, η παμφάγα Σινιόρα Ονόρια της Εύης Σαουλίδου. Δίπλα τους περνάει σαν νότα ευαισθησίας η Εμα και η φιγούρα της Μάγδας Καυκούλα.

Στο βάθος όμως του βλέμματος ζει η αγωνία του Πιραντέλο. Αγωνίζονται όλοι να μη δουν τον εαυτό σαν παιχνίδι και τη ζωή σαν ρόλο. Αγωνίζονται κι αυτοί μαζί με εμάς να υπάρξουν. Ακούστε όμως για λίγο πώς χρησιμοποιεί το ποίημα του Παζολίνι «Η μπαλάντα των μανάδων» ο Περλέγκας στην παράσταση. Η φωνή του αποκαλύπτεται κάποια στιγμή χωμένη στη φόδρα της, ραμμένη εκεί από τον καλλιτέχνη με αόρατη κλωστή. Είναι μια εκ μέρους του δήλωση «γυμνότητας», τόσο προσωπική και εύθραυστη ώστε οφείλουμε απλώς να τη σημειώσουμε.

Δεν το αρνούμαι. Είναι δύσκολος Πιραντέλο, προσωπικός, βαρύς και δυσκολοχώνευτος. Καμιά φορά έτσι γίνεται. Αλλοτε ανανεώνουμε έναν κλασικό συγγραφέα ξεκινώντας από τις εκβολές. Κι άλλοτε -όπως εδώ- βαδίζοντας στις πηγές του.

Ετσι φτάνουμε στο «εμείς» του τίτλου. Νομίζετε ότι βλέπετε «Πιραντέλο» στο Τέχνης;.. Για δείτε καλύτερα!

ΘΕΑΤΡΟ
Η Κάθριν Χάντερ κόντρα σε θεούς και δαίμονες
Η ατυχέστερη καλλιτεχνική στιγμή του φετινού καλοκαιριού στο κατάμεστο αργολικό θέατρο είχε μια αληθινή ηρωίδα, τη μεγάλη ηθοποιό που τιτάνια σήκωσε στους ώμους της, με επαγγελματισμό και αγάπη για το ελληνικό...
Η Κάθριν Χάντερ κόντρα σε θεούς και δαίμονες
ΘΕΑΤΡΟ
Το γέλιο ενός παλιάτσου, η κραυγή ενός βασιλιά
Το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Φραντς Κάφκα μεταφέρεται στη σκηνή σε σκηνοθεσία του Ορέστη Τάτση, βάζοντας τους θεατές στο κέντρο της καφκικής κοσμολογίας και αγγίζοντας το «θέατρο του παραλόγου».
Το γέλιο ενός παλιάτσου, η κραυγή ενός βασιλιά
ΘΕΑΤΡΟ
Αυθάδικος «Οθέλλος»
Μια ανατρεπτική, απελευθερωτική προσέγγιση του Σέξπιρ από τον Χάρη Φραγκούλη μας βάζει μέσα σε έναν κόσμο με αληθινό πρωταγωνιστή τον δαίμονα και πετυχαίνει να ταρακουνήσει, να ενοχλήσει.
Αυθάδικος «Οθέλλος»
ΘΕΑΤΡΟ
Στον κόσμο των κωφών και του έρωτα
Ο Τάκης Τζαμαργιάς δίνει ζωή σε όσα «εκστομίζονται» και σε όσα σιωπούν εγκλωβισμένα στο σώμα των ηθοποιών στο υπέροχο βρετανικό έργο της Νίνα Ρέιν, όπου ξεχωρίζει η ερμηνεία του Μάνου Καρατζογιάννη στον ρόλο...
Στον κόσμο των κωφών και του έρωτα
ΘΕΑΤΡΟ
Φάρσα... εθνικών διαστάσεων
Το νέο έργο του Γιάννη Καλαβριανού και της Μαρίας Κοσκινά («Κουμ Κουάτ») έχει αποτυπώσει με κέφι και νεύρο τη γλυκιά τρέλα ενός «μοντέρνου» ζευγαριού στην Αθήνα το Πάσχα του 1972, μέσα στη χούντα. Οι έξι ρόλοι...
Φάρσα... εθνικών διαστάσεων
ΘΕΑΤΡΟ
Ενας σοφός έφηβος αποκαλύπτει την τρέλα των μεγάλων
Η παράσταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου με την «οσκαρική» ερμηνεία του Γιάννη Νιάρρου, που μας κλείνει στον κόσμο του «αυτιστικού» Κρίστοφερ, αποδεικνύει πως στο θέατρο ό,τι αγγίζουμε στον Αλλον είναι η μορφή μας
Ενας σοφός έφηβος αποκαλύπτει την τρέλα των μεγάλων

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας