Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Μια γενιά αφοπλισμένη από το όνειρο

Τζένη Σκαρλάτου, Σταύρος Μερμήγκης, Πέγκυ Σταθακοπούλου, ο σκηνοθέτης Μάνος Καρατζογιάννης, Βασιλική Τρουφάκου, Αγησίλαος Μικελάτος, Κώστας Νικούλι

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Μια γενιά αφοπλισμένη από το όνειρο

  • A-
  • A+

Εκτιμούμε τη Λούλα Αναγνωστάκη γιατί πιστεύουμε πως το έργο της ενεδρεύει με κάποιον τρόπο εντός του παρόντος και του μέλλοντός μας. Πως η συγγραφική μαρτυρία της μας αφορά σήμερα το ίδιο καίρια όσο και μισό αιώνα μετά την πρώτη εμφάνισή της στο ελληνικό θέατρο. Κυρίως όμως γιατί διαισθανόμαστε ότι το θέατρό της θα συνεχίσει να λειτουργεί ακόμη και σε πενήντα χρόνια από σήμερα.

Θα σταθώ σε έναν μόνο λόγο γι’ αυτήν την εκτίμηση, ανάμεσα σε άλλους, που συχνά λησμονείται. Η Λούλα Αναγνωστάκη διέκρινε όσο λίγοι στην εποχή της -και αποτύπωσε όπως σχεδόν κανένας- την εσωτερική ζωή της διεθνούς μεταπολεμικής νεότητας. Εντός του έργου της μπορούμε να αναγνωρίσουμε ίχνη της μεταπολεμικής ελληνικής (και όχι μόνο) νεολαίας που χαρακτηρίστηκε κάποτε σαν «οργισμένη», «επαναστατική» αλλά και «αδιέξοδη».

Μπορεί μέχρι και να αναγνωρίσει κανείς τα αίτια που οδήγησαν τις μεγάλες κινητοποιήσεις αυτής της νεότητας, από τον Μάη του ’68 στο Παρίσι μέχρι τον Δεκέμβρη του ’08 στην Αθήνα. Με τα εργαλεία της «Πόλης» και της «Νίκης», με την «Κασέτα» και τον «Ηχο του όπλου», η Αναγνωστάκη προέβλεψε από τότε τις μελλοντικές γενιές που θα ασφυκτιούν στα τριάρια της μεταπολιτευτικής σύμβασης, που θα καταπιέζονται και θα καρκινοβατούν στο χείλος του γκρεμού και του ονείρου.

Η διαφορά με την προηγούμενη δραματουργία είναι ωστόσο πως στο θέατρο της Αναγνωστάκη όλα σχεδόν κινούνται σε ένα εσωτερικό τοπίο και ελάχιστο μέρος αυτής της συμπιεσμένης οργής γίνεται φανερό. Καθώς δεν υπάρχει πια κάποιος επίσημος τρόπος εκτόνωσης (παλιότερα θα έβρισκε ίσως ανακούφιση στην ιδεολογία, στο ανάθεμα των κακών κοινωνικών συνθηκών, σε μια γονιδιακά κληρονομημένη δυστυχία κ.ο.κ.), η νεολαία στρέφεται πλέον στην εικονογράφηση της βίας.

Η Αναγνωστάκη μοιάζει να αντιστρέφει το γνωστό θεώρημα του θεάτρου που θέλει ένα πιστόλι που εμφανίζεται στην πρώτη σκηνή κάποιου έργου να έχει εκπυρσοκροτήσει μέχρι το τέλος του. Στο θέατρό της, αντίθετα, πρώτα θα ακούσουμε τον πυροβολισμό, για να αναζητήσουμε αργότερα το όπλο του εγκλήματος. Με την ευαισθησία μιας σπουδαίας αντέννας του καιρού της συλλαμβάνει πριν από όλους «τον ήχο του όπλου», ακόμα και όταν οι περισσότεροι συνηγορούν σε μια εποχή αφοπλισμού των ιδεολογιών και παροπλισμού των ονείρων.

Αυτό, είπαμε, είναι η αξία της, ανάμεσα βέβαια και σε πολλά άλλα. Η μοναξιά του ατόμου και η διάλυση της οικογένειας, η απαξίωση της πολιτικής, το αίσθημα της αποξένωσης αλλά και η απουσία στόχου και νοήματος, οι παράλληλοι μονόλογοι των παλιών και νέων, η ασυνεννοησία και ο ψυχικός φόρτος μιας νεότητας που ασφυκτιά στα δεσμά της επιβεβλημένης τάξης, το ζήτημα της ταυτότητας και ετερότητάς της -όλα παίζουν τον ρόλο τους και όλα συντελούν στον ίδιο τελικό «φόνο». Στο θέατρό της μπορούμε να αισθανθούμε πως κάτι δεν πάει καλά και να ανησυχήσουμε. Και βέβαια περισσεύει ίσως χώρος για να στραφούμε κάποτε προς τη μεριά του πυροβολισμού. Και -επιτέλους!- να ακούσουμε...

Να ακούσουμε το παιδί. Οπως τώρα, στον «Ηχο του όπλου», τέλη της δεκαετίας του ‘80, εποχή που όλα και όλοι, στους καιρούς της μεγάλης πολιτικής έντασης, στρέφονται σε ό,τι άλλο πέραν αυτού. Η Αναγνωστάκη διαγράφει, πίσω από τα επίκαιρα σχήματα της τότε πολιτικής και της ιδεολογίας, καίρια ζητήματα μιας ηθικής απαξίωσης με τα οποία μεγαλώνει μια νέα γενιά, αφοπλισμένη πριν από όλα από το όνειρο, τα σχέδια και το νόημα του βίου της. Το μόνο που της έχει απομείνει είναι ένα «όπλο», ποιος ξέρει από πού αγορασμένο και για ποιο σκοπό, που βρίσκεται εκεί για να θυμίζει σε όλους τη βαθιά απειλή, την κρυμμένη κάτω από τα εκατό παπλώματα του ύπνου μας.

Την υπόγεια αυτή δόνηση, τον υπόκωφο σεισμό, καταγράφει με την «κασέτα» της η Αναγνωστάκη στα 1987. Κι αυτόν αναμεταδίδει σήμερα ο εγγύτερος σ’ αυτήν καλλιτέχνης της σκηνής μας, ο Μάνος Καρατζογιάννης, στο θέατρο «Σταθμός» της πλατείας Καραϊσκάκη. Ο σκηνοθέτης γνωρίζει καλά πως οφείλει να παρουσιάσει στη σκηνή κάτι ορατό για να δείξει κάτι αόρατο. Πολύ κοντά στην τσεχοφική τεχνική, ο δικός του «Ηχος» είναι μια σειρά από θραύσματα, μικρο-εικόνες που συνθέτουν μιαν ασταθή ηθογραφία.

Στην κορυφή, όπως πάντα, στέκει η αγία ελληνική οικογένεια και μέσα σ’ αυτήν το πρότυπο της Ελληνίδας μάνας. Στερεότυπα που θα αποδομηθούν και θα διαλυθούν στη διάρκεια του έργου. Και στον πάτο ζει μια νεολαία βουβή, ανερμάτιστη και προβληματική, ανεδαφική κι απολιτική, μια γενιά αμέτοχη κι απόλυτα αηδιασμένη. Κι ωστόσο, όπως και να τη δει κανείς, μια γενιά εν πολλοίς αθώα.

Υπάρχει επομένως στο μέσον της σκηνής του Καρατζογιάννη ένα ρήγμα που δεν γεφυρώνεται εύκολα. Από τη μια, η Κάτια της Πέγκυς Σταθακοπούλου, με τη Μαρίκα της Τζένης Σκαρλάτου και τον Ηλία του Σταύρου Μερμήγκη. Συνθέτουν από κοινού έναν κόσμο που έχει αποδεχτεί να ζει διαφορετικά από τις επιθυμίες του, συμφιλιωμένο με μια διαφθορά που ξεκινάει από τη μέσα ήττα και επιμολύνει ό,τι αγγίζει. Οι τρεις ηθοποιοί παίζουν αυτό ακριβώς: με ελαφρά ειρωνεία και στέρεα υποκριτικά μέσα παραδίδουν τη δική τους παράσταση, στη μεγάλη σκηνή του κόσμου.

Αυτός ο κόσμος διαφέρει όμως από εκείνον της νεότερης γενιάς, της Φανής της Βασιλικής Τρουφάκου, του Μιχάλη του Αγησίλαου Μικελάτου και του Γιάννη του Κώστα Νικούλι. Ο μικρός κόσμος των νέων είναι εγκλωβισμένος στον μεγάλο κόσμο των γονιών του. Κι αυτό που οι νέοι στην πραγματικότητα αποζητούν δεν είναι να τον αλλάξουν. Είναι να δραπετεύσουν. Τη δική τους βουβή απελπισία, την άλαλη απόγνωση και τη βίαιη ακινησία τους αποδίδουν θαυμάσια οι τρεις νέοι ηθοποιοί. Ο Καρατζογιάννης δίδαξε τελικά το έργο της Αναγνωστάκη σαν μια χασμωδία ανάμεσα σε δύο φωνές και δύο κόσμους.

Λειτουργικά τα σκηνικά του Γιάννη Αρβανίτη και τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα. Και άξιοι συντελεστές της ατμόσφαιρας του έργου, οι φωτισμοί του Αλέξανδρου Αλεξάνδρου και η μουσική του Αντώνη Παπακωνσταντίνου.

Θα συναντηθούν άραγε ποτέ οι ήρωές μας; Ο μόνος κατάλληλος να δώσει απάντηση θα ήταν πιθανόν ο Τσέχοφ. Ισως, θα έλεγε, στο μέλλον, όταν οι άνθρωποι θα ακούσουν αληθινά τον άλλον και τον εαυτό τους. Μια σημαντική παράσταση της Αναγνωστάκη, ένας «ήχος του όπλου» σαν υπενθύμιση της μεταπολιτευτικής «οπλοκατοχής» και της ακόμα απειλητικότερης συλλογικής «κώφωσης» των καιρών μας.

  

ΘΕΑΤΡΟ
Ενα «μαγικό παραμύθι» για θεατές κάθε εποχής
Το έργο της Ξένιας Καλογεροπούλου, από τα σημαντικότερα της θεατρικής λογοτεχνίας μας, με την έξοχη ματιά του Θωμά Μοσχόπουλου και της Σοφίας Πάσχου, είναι μια σχεδόν επική, «στοχαστική» παράσταση, όπου τα...
Ενα «μαγικό παραμύθι» για θεατές κάθε εποχής
ΘΕΑΤΡΟ
Διαρρηγνύοντας το κέλυφος του «αμερικανικού ονείρου»
Ο Γιώργος Παπαγεωργίου στήνει μια παράσταση προσθέτοντας νότες φιλμικού εξπρεσιονισμού στο εμβληματικό έργο του Τενεσί Ουίλιαμς που με «ωμό ρεαλισμό» μετέφρασε ο Αντώνης Γαλαίος. Με μια ενδιαφέρουσα υφολογική...
Διαρρηγνύοντας το κέλυφος του «αμερικανικού ονείρου»
ΘΕΑΤΡΟ
«Τρεις αδελφές» μεστές
Από τις πιο επιδραστικές φωνές του θεάτρου μας, ο Δημήτρης Καραντζάς στην τελευταία του κατάθεση πάνω στο κλασικό έργο του Αντον Τσέχοφ τοποθέτησε τολμηρά στη θέση τριών εικοσάχρονων αδελφών τρεις κορυφαίες...
«Τρεις αδελφές» μεστές
ΘΕΑΤΡΟ
Το γαλλικό μελόδραμα στα καλύτερά του
Ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος με ένα επιτελείο δεξιοτεχνών ηθοποιών παρουσιάζει τον κόσμο του Φλοριάν Ζελέρ, με το κοινό της πλατείας να ζει μια βραδιά ψυχικής φόρτισης, προσήλωσης και ταύτισης τέτοιας ισχύος ώστε...
Το γαλλικό μελόδραμα στα καλύτερά του
ΘΕΑΤΡΟ
Ο καλύτερος Τσέχοφ των τελευταίων χρόνων
Με μια ομάδα δεμένη που αποδίδει τα μέγιστα, η Μαρία Μαγκανάρη έστησε μια εξαιρετική παράσταση, ζητώντας από τους θεατές να δουν πίσω από τους ρόλους ανθρώπους και πίσω από τους κανόνες όρους ζωής.
Ο καλύτερος Τσέχοφ των τελευταίων χρόνων
ΘΕΑΤΡΟ
Το γέλιο ενός παλιάτσου, η κραυγή ενός βασιλιά
Το αριστουργηματικό μυθιστόρημα του Φραντς Κάφκα μεταφέρεται στη σκηνή σε σκηνοθεσία του Ορέστη Τάτση, βάζοντας τους θεατές στο κέντρο της καφκικής κοσμολογίας και αγγίζοντας το «θέατρο του παραλόγου».
Το γέλιο ενός παλιάτσου, η κραυγή ενός βασιλιά

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας