Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Η δημοκρατία είναι ένα διαρκές πείραμα και ο Πομερά το ξέρει

Η δημοκρατία είναι ένα διαρκές πείραμα και ο Πομερά το ξέρει

  • A-
  • A+

Μείναμε φυσικά οι περισσότεροι υπό τη Στέγη με ανοιχτό το στόμα... Αν και γνωρίζουμε πλέον αρκετά καλά τον κύριο Πομερά και το θέατρό του, αυτό το μέχρι σήμερα αριστούργημά του ήταν η απόλυτη επικύρωση προς τον καθένα των δυνατοτήτων του συγκεκριμένου καλλιτέχνη και του «ομιχλώδους» θιάσου του, των ευρύτερων δυνάμεων του γαλλικού θεάτρου, του επικού θεάτρου, και τελικά, αν το καλοσκεφτούμε, του θεάτρου του ίδιου.

Γιατί το να εξετάζεις την πολιτική σου καταγωγή εντός θεάτρου, με μέσον το θέατρο, με αγωγό το θέατρο, ενώπιον κοινού, και με αναφορά στο κοινό, δεν είναι βέβαια ανακάλυψη. Είναι η επιβεβαίωση της κοινής, γονιδιακής συγγένειας μεταξύ της μιας Αγοράς και της άλλης, επανέλεγχος της κοινής συνείδησης που ρέει μεταξύ του ενός Αμφιθεάτρου και του αμέσως διπλανού του.

Ο Πομερά βέβαια θα απαντούσε -έχει ήδη- πως δεν συνέθεσε μια «πολιτική παράσταση», αλλά μια «παράσταση για την πολιτική». Προφανώς ο Γάλλος δημιουργός θέλει να θέσει εαυτόν εκτός σύγκρισης με εκείνο το φοβερό επίτευγμα της Μνουσκίν πριν από δεκαετίες, εκτός της δικής της μαρξιστικής (Μάης του ’68) οπτικής για τα γεγονότα που καθόρισαν την εξέλιξη και -κυρίως- την ερμηνεία της Γαλλικής Επανάστασης μέχρι σήμερα.

Ας μην παίζουμε όμως με τις λέξεις. Αυτό που κάνει ο Πομερά είναι όντως μια «πολιτική παράσταση» -την κάνει όμως για τη σημερινή πολιτική και τους σημερινούς πολίτες· την κάνει, με άλλα λόγια, όχι ξεκινώντας από μια πολιτική θέση αλλά από πολιτική απορία ή, αν θέλετε, από πολιτική αναγκαιότητα.

Η επιλογή του, που καθορίζει το ύφος και το βάρος της σκηνικής προσέγγισης, έχει να κάνει με την επιστροφή στα παρασκήνια και στη σκηνή της ευρωπαϊκής δημοκρατίας, όπως αυτή καθορίστηκε στα πρώτα κιόλας βήματά της, απαντώντας σε παρόμοιες προκλήσεις, αντιφάσεις και συγκρούσεις, εκκινώντας από την ίδια ή παρόμοια αναγκαιότητα.

Ποιητική, σχεδόν μεταφυσική, σύνθεση

Γι’ αυτό και η εννοιολογία της παράστασης αφορά μια πολύ συγκεκριμένη ιστορική συνθήκη που ανάγεται καθ’ οδόν σε ένα παραβολικό επίπεδο. Αληθινά ντοκουμέντα, πολιτικοί λόγοι, μαρτυρίες και έρευνες στην ιστορική βιβλιογραφία παρατίθενται μαζί με τους αυτοσχεδιασμούς των ηθοποιών. Και η μπρεχτική σκηνική τεχνική εξαϋλώνεται με φωτισμούς, ομίχλη, κόντρα φώτα και τελάρα σε μια ατμόσφαιρα ποιητικής, σχεδόν μεταφυσικής, σύνθεσης.

Το «Ολα θα πάνε καλά» δεν είναι η παράσταση μιας σκηνής που «ανοίγεται προς την πλατεία», ούτε μιας πλατείας που «χάνεται πάνω στη σκηνή». Εδώ όλα λειτουργούν μαζί και γίνονται ένα. Είμαστε αληθινά εντός της παράστασης (θα ισχυριστώ μάλιστα ότι αναλαμβάνουμε και συγκεκριμένο ρόλο), είμαστε όλοι εντός της Ιστορίας, και μάλιστα όχι εκείνης που η παράσταση αφηγείται αλλά αυτής που συμβαίνει εδώ ή μάλλον εκτός της Στέγης.

Ολα ξεκινούν όταν ο βασιλιάς Λουδοβίκος ανακοινώνει μαζί με τον υπουργό Οικονομικών του, Μίλερ (αναφορά στον Ζακ Νεκέρ), την άθλια οικονομική κατάσταση της χώρας και την πρόθεσή του να επιβάλει μια κάποια συμμετοχή όλων των τάξεων στην επικείμενη φορολογική μεταρρύθμιση. Ευγενείς και Κλήρος (οι δύο κορυφαίες τάξεις), όπως είναι εύλογο, αντιδρούν. Ο Λουδοβίκος αναγκάζεται να συγκαλέσει το αραχνιασμένο εκείνο Συμβούλιο των Τάξεων. Κι από εκεί αρχίζει η γνωστή επιτάχυνση της «έξω ιστορίας», ιστορίας εκτός κτιρίων, που θα οδηγήσει αρχικά προς την αταξία, την αναρχία, τη διάλυση και -κάποτε- την πτώση της μοναρχίας.

Αλλά ας μη βιαζόμαστε τόσο. Η παράσταση του Πομερά δεν λέει τίποτα τέτοιο προς το παρόν∙ το μεγαλύτερο μέρος της διαδραματίζεται «εντός τειχών», επιλέγει να διαβάσει την ιστορία «από τα μέσα». Την ώρα που το Παρίσι ξεσηκώνεται, το «Ολα θα πάνε καλά» επιμένει στο τι συμβαίνει εντός των βασιλικών διαμερισμάτων και εντός Εθνοσυνέλευσης.

Και υπάρχει αλήθεια διαφορά φάσης μεταξύ του έξω και του μέσα. Πρώτα ο βασιλιάς κι έπειτα η ίδια η συνέλευση της Τρίτης Τάξης φανερά αδυνατούν να ακολουθήσουν την ορμή της «έξω ιστορίας». Τα γεγονότα τρέχουν γρηγορότερα από την ερμηνεία τους και η πλημμυρίδα της απελπισίας γεμίζει τα υπόγεια της λαϊκής τάξης γρηγορότερα απ’ ό,τι προλαβαίνουν να τα αδειάσουν οι -υπέροχοι- λόγοι των εκπροσώπων της.

Ποιο είναι το βασικό αίσθημα της παράστασης, λοιπόν; Κατά τη γνώμη μου, το ιστορικό άγχος. Η καθεμιά από τις 60 σκηνές σωρεύεται πάνω στην άλλη, λόγια πάνω στα λόγια, κι άλλα λόγια μετά, επιχειρήματα σε επιχειρήματα, ένας στροβιλισμός αγορεύσεων, την ώρα που καταφτάνουν το ένα μετά το άλλο μηνύματα από τον έξω κόσμο που λένε όλα το ίδιο: Η δημοκρατία που μόλις γεννήθηκε βρίσκεται ήδη σε κρίση. Οι νεόκοποι θεσμοί της έχουν ήδη αποδειχτεί ανεπαρκείς.

Ολα μένουν μισά και ανέσωστα, ημιτελή και κυρίως ασαφή. Κι εμείς -οι θεατές- καθόμαστε ακόμα στις θέσεις μας, κυριευμένοι από τον ίδιο συναισθηματικό στροβιλισμό των λόγων, μετακινούμενοι συνεχώς από τη μια θέση -θαυμάσια εκφρασμένη- στην άλλη -εξίσου πειστική.

Γύρω μας φουνταριστοί ηθοποιοί του θιάσου λαμβάνουν θέση, επευφημούν και πετιούνται μέσα από το πλήθος. Κάποιοι κατηγορούν τους θιασώτες της Εθνοσυνέλευσης που μένουν σιωπηροί, σταθερά αναποφάσιστοι. Κατηγορούν εμάς: Ο ρόλος που σιωπηρά αποδεχόμαστε στην παράσταση της Στέγης είναι ο ρόλος ενός ζαλισμένου, γοητευμένου, αναποφάσιστου πλήθους, ενός Δ.Ξ./Δ.Α. λαού.

Αναποφάσιστοι όλοι μας όταν παλιά ερωτήματα βρικολακιάζουν πάνω από τη δημοκρατία μας. Πρέπει να αμφιβάλλουμε για τους θεσμούς ή να τους γκρεμίσουμε, για να προχωρήσουμε παραπέρα; Ποιος εκπροσωπεί, αλήθεια, τον «λαό»; Και τι να σημαίνει αυτό; Υπάρχει καλός και κακός λαός; Η δημοκρατία πρέπει να στεριώνεται «από τα κάτω» ή πρέπει να μεσολαβεί ένα διάστημα κηδεμονίας;…

Η δημοκρατία είναι ένα διαρκές πείραμα και ο Πομερά το ξέρει. «Ολα θα πάνε καλά…», λέει στο τέλος της παράστασης ο ιδιώτης μονάρχης, ο Λουδοβίκος, πριν αποσυρθεί στο βάθος της ιστορίας με την αύρα της ειρωνείας να μένει πίσω του. Ανακαλεί δηλαδή ο ίδιος το μότο της Επανάστασης, θυμίζοντας έναν δημοφιλή ύμνο των Επαναστατών!

«Αφού φάμε, θα τους κρεμάσουμε»

Που κι αυτό, πάλι, σηκώνει κουβέντα…. Γιατί κι οι επαναστάτες, θυμίζω, είχαν άλλους, δικούς τους επαναστάτες να τους κρίνουν. Το «Ολα θα πάνε καλά» κατέληξε γρήγορα στο στόμα «αβράκωτων» να στολίζεται με δυσοίωνους στίχους: «Αφού φάμε, θα τους κρεμάσουμε∙ κι έπειτα θα αφήσουμε να τους τρων οι μύγες»….

Είμαστε στη σκηνή, όσο και στην πλατεία. Εκεί πάνω είναι οι δικοί μας μονάρχες, η δική μας Αυλή (σε στιλ Κένεντι και συνοδεία λαϊκών μέσων προβολής) και η αιώνια σαγήνη μας προς τη σύγχρονη «αριστοκρατία», που κρατάει ζωντανούς τους νεκρούς (μα αλήθεια, ο Λουδοβίκος δεν θυμίζει τον Γουίλιαμ της Αγγλίας;…). Είναι η πάλη μας μεταξύ των άκρων και η δική μας απορία για το τι θα συμβεί στο επόμενο «επεισόδιο» σε αυτό το μακρύ σίριαλ που λέγεται «Ευρωπαϊκή Δημοκρατία».

Η δημοκρατία είναι ένα διαρκές πείραμα…. Δύο μήνες μετά την πρεμιέρα της παράστασης, Νοέμβριος του ’15, λίγα χιλιόμετρα μόλις πιο κάτω από τη Nαντέρ, κάποιοι νέοι είχαν διαλέξει εκείνο το βράδυ να διασκεδάσουν στο «Μπατακλάν»… Θα πάνε όλα καλά;

 

ΘΕΑΤΡΟ
Συνοδοιπόροι και συνωμότες της ίδιας τέχνης
Σήμερα δεν μπορούμε να φανταστούμε τον κόσμο μας χωρίς έστω μία θεατρική εκδήλωση, ιστορικά όμως και για το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη μας το θέατρο και οι θιασώτες του αντιμετωπίστηκαν αρνητικά.
Συνοδοιπόροι και συνωμότες της ίδιας τέχνης
ΘΕΑΤΡΟ
Το αιδοίο «στα μούτρα μας»
Σαράντα χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα του έργου του Μάριου Ποντίκα, η παράσταση του Κώστα Παπακωνσταντίνου και της Αγγελικής Μαρίνου φέρνει στη σκηνή το μεγάλο πρόβλημα της σεξουαλικής βίας από τον άνδρα στη...
Το αιδοίο «στα μούτρα μας»
ΘΕΑΤΡΟ
Η ρεμπέτικη μαγκιά της Κιτσοπούλου
Δεν είναι το χιούμορ, το πνεύμα ή το ιδιαίτερο ύφος των παραστάσεών της που εκτιμά ο κόσμος. Είναι η τιμιότητα και η τόλμη της, το τσαγανό, που κι αν καλυφτεί πίσω από χίλια πέπλα μεταμοντέρνου και...
Η ρεμπέτικη μαγκιά της Κιτσοπούλου
ΘΕΑΤΡΟ
Τρέχοντας στα σκαλιά της επιτυχίας
Το Εθνικό Θέατρο -επιστρέφοντας στο «Ρεξ»-, ο Νίκος Καραθάνος και η ομάδα του (η συνεργασία τους αποπνέει πια τόση σταθερότητα κι αφοσίωση ώστε να μιλάμε με όρους ομάδας) παρουσιάζουν στη δική τους μπαρόκ...
Τρέχοντας στα σκαλιά της επιτυχίας
ΘΕΑΤΡΟ
Πρόκληση α λα Φαμπρ
Δεν ξέρω στον ελληνικό χώρο άλλη ομάδα που να δουλεύει με τέτοια επιτυχία κι επιμονή το αίσθημα της απέχθειας, με τόση φαντασία και σαφήνεια. Στη σκηνή υπάρχουν τα πάντα: κόπρανα, ούρα, εμετοί, σπέρμα, γυμνό,...
Πρόκληση α λα Φαμπρ
ΘΕΑΤΡΟ
Ο Τρίερ, η Πατεράκη και το θαύμα
Ο ακριβής, κρυφός και πλήρης τίτλος θυμίζει το παλιό εκείνο του Πίτερ Βάις, που σε αυτή την περίπτωση θα πήγαινε ως εξής: «Το “Δαμάζοντας τα κύματα” του Δανού σκηνοθέτη Λαρς φον Τρίερ, όπως παίχτηκε από τον...
Ο Τρίερ, η Πατεράκη και το θαύμα

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας