Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βουτιά στην άβυσσο του Μπέκετ

Ο Δημήτρης Κουρτάκης δεν επιδίωξε ακόμη μια αναφορά στον Ιρλανδό στοχαστή, αλλά δημιούργησε στην Πειραιώς μια εξαιρετική εγκατάσταση λόγου και χώρου

Βουτιά στην άβυσσο του Μπέκετ

  • A-
  • A+

Χρειάστηκαν σχεδόν δέκα χρόνια αναμονής για την επανεμφάνιση του Δημήτρη Κουρτάκη στο θέατρό μας, μετά το «Καφενείο» του στο Φεστιβάλ το 2008. Μα αληθινά, χαλάλι του. Ο ενδιάμεσος χρόνος βρήκε διέξοδο σε μια σπάνια για τα «κανονικά» μεγέθη μας προσέγγιση κλίμακας στον Μπέκετ, μια εγκατάσταση λόγου και χώρου, κράμα δραματουργίας και υπαρξισμού, έναν κρυφό οίκο καταμεσής της Πειραιώς.

Για να πω την αλήθεια εξαρχής τα πράγματα δεν έμοιαζαν διόλου «κανονικά» στην Πειραιώς. Το κοινό βρισκόταν εξαρχής χωρισμένο στα δύο, με το ένα ήμισυ να έχει απομακρυνθεί τόσο από το άλλο, ώστε να έχει χαθεί σχεδόν κάθε δυνατότητα συνεύρεσης. Και στο μεγάλο κενό που είχε ανοιχτεί στο μέσον στεκόταν πια, αντί για κάποιο «σκηνικό», ένα αληθινό αρχιτεκτόνημα από αυτά που χρησιμοποιούν οι εικαστικοί για να εγκλωβίσουν τον εργαστηριακά αισθητικό κόσμο τους...

Hταν φανερό από την αρχή: αυτό που επιδίωκε ο Κουρτάκης δεν ήταν ακόμη μια αναφορά στον Μπέκετ, αλλά η μεταφορά μιας πολύ συγκεκριμένης, μοναχικής και προσωπικής κατάστασης στην οποία το κοινό συμμετέχει σαν μάρτυρας. Το βασικό στοιχείο της σκέψης του. Να δημιουργήσει στην Πειραιώς -όπως ο Μπέκετ- μια αντι-κοινωνική, αντι- επικοινωνιακή κι αντι-συμβατική συνθήκη, συνθήκη στην ουσία της αντι-θεατρική κι αντι-λογοτεχνική.

Γι’ αυτό ο «τέταρτος τοίχος» της σκηνής είχε κλείσει πάλι μπροστά μας για τα καλά, και από τις δυο μεριές του κοινού, έχοντας εγκλωβίσει στο εσωτερικό του τον γνωστό μας εκείνο κύριο με το αρχικό Κ. Ενας άνθρωπος -καλύτερα να πω «μια ανθρώπινη φιγούρα»- δοκιμάζει πάλι σαν κάποιος τρελός διανοητής, απόκληρος από την επίσημη επιστήμη του Καρτέσιου, να αιωρηθεί στο εργαστήριό του.

Δοκιμάζει δηλαδή να αφήσει από πάνω του το έρμα της προσωπικής γλώσσας, της γλώσσας του υποκειμένου, της γλώσσας τού Εγώ και του Εδώ, για να φτάσει στο στάδιο (ή στην επινόηση) της ελαφρότητας του Είναι, στη μακαριότητα της σιωπής και τη συμφιλίωση με την Αβυσσο.

Στην αρχή λοιπόν ο Κ. προσπαθεί να κινηθεί στο φτωχικό καμαράκι του από γωνία σε γωνία, χωρίς να αγγίξει το πάτωμα. Επειτα δοκιμάζει να αντιστρέψει τον χώρο ώστε το πάνω να μοιάζει με το κάτω. Και στο τέλος, όταν τίποτα δεν μοιάζει σαν κάτι σοβαρότερο από βοντβίλ, αποφασίζει να προχωρήσει στην τελευταία αντίφαση: να αιωρηθεί βυθιζόμενος στην πέτρα, να απογειωθεί ενταφιαζόμενος.

Σε κάθε προσπάθειά του προηγείται κάποιος αφοριστικός λόγος, σαν είδος κρυπτικής γραφής, ακολουθεί ένας Χορός, η σωματική βάσανος, και στο τέλος ένα είδος γλωσσικής επιληψίας, ο χείμαρρος των ανθρωπίνων λέξεων που σκορπίζονται στον άνεμο.

Αυτό που βλέπαμε ήταν πλάγιο και διαμεσολαβημένο, κινηματογραφημένο σε ζωντανό χρόνο. Δεν βλέπαμε τον άνθρωπο αλλά το ίχνος του, και δεν ζούσαμε τι συμβαίνει «εκεί μέσα» αλλά την εικόνα του. Κάποιες στιγμές -σαν εφέ που θα γοήτευε και τον ίδιο τον Σβόμποντα-, θέατρο και γύρισμα, η μια πραγματικότητα με την άλλη βρισκόντουσαν δεμένες στενά σε ένα αξεδιάλυτο σώμα.

Και πώς άραγε να γίνει πιο αυθεντικός Μπέκετ; Οταν στην ουσία της γραφής του Ιρλανδού στοχαστή βρίσκεται η ίδια ερημία, η απόλυτη σιωπή, η άβυσσος σε έναν κόσμο που πρέπει να κατοικηθεί εκ νέου από το υποκείμενό του; Η ρωγμή που ανοίγει καταμεσής του κτιρίου σε πολλούς έμοιαζε πως ήθελε να σκίσει το κτίσμα. Για εμένα πάλι ήταν το αντίθετο: ήταν η πρόχειρη κι όπως όπως συρραφή των ανοιγμάτων της «μπούκας» που θα απομονώσει το μέσα από το έξω, τη φασαρία, το χάσιμο και τελικά εμάς τους ίδιους.

Γιατί ας είμαστε ειλικρινείς. Αυτό που συμβαίνει στο εσωτερικό δεν είναι για όλους. Δεν είναι σίγουρα για τον καθένα, και δεν είναι κάτι που πρέπει να προσεγγιστεί σαν θέατρο. Πρόκειται για μια σκληρή, ανελέητη ακροβασία στο χείλος της γλώσσας και του νοήματος, στην άκρη του μυστηρίου που ξεκινάει εκεί όπου τελειώνει ο κόσμος μας.

Η μορφή όμως και το σώμα του Κ. που πάσχει στο βάθος έχει για εμάς όνομα: είναι ο Αρης Σερβετάλης. Εχω δει αρκετούς να παίζουν τον Κ. σαν τον «Κάποιον». Με τον Σερβετάλη είδα να παίζεται και σαν ο αόρατος «Κανένας». Και ποιος παρακαλώ ήλθε στο μυαλό μου;… Οχι ο Κίτον –αυτός ήταν σχεδόν καθισμένος δίπλα μου. Ηταν ο Ηλιόπουλος στον «Δράκο».

Από εκείνον είχα να δω την εξαΰλωση ενός ανθρωπάκου, το βούτηγμά του στη σκόνη, και μαζί- μην μου το αρνηθείτε- τον ηρωισμό που δεν καταγράφεται εύκολα, την ίδια γενναία ματιά προς την Αβυσσο, από κάποιον που δεν «του το ’χες». Θυμηθείτε το τελευταίο βλέμμα του Σερβετάλη πριν από το σκοτάδι, και δείτε εκεί μέσα την ίδια γενναία πτώση.

Οι περισσότεροι που είδαν την παράσταση του Κουρτάκη θα μιλήσουν γι’ αυτήν και οι περιγραφές της θα την ζωντανέψουν ξανά και ξανά. Θέλω όμως να πάω ένα βήμα παραπέρα. Γιατί για μια τέτοια προσπάθεια τελικά ο Κουρτάκης κι ο Σερβετάλης, ο Κάφκα κι ο Μπέκετ, δίνουν μονάχα την πρόφαση.

Ο εναερίτης τους δείχνει προς ένα βαθύ και υπόγειο ρεύμα σκέψης για τον άνθρωπο και το πεπρωμένο του. Κι αν μας φαίνεται πως η παράσταση θυμίζει τον ένα ή τον άλλο, είναι γιατί στην πραγματικότητα αντλεί από την ίδια βαθύτερη ρίζα από την οποία αντλούν και τα υπόλοιπα.

Γι’ αυτό η παράσταση του Κουρτάκη με το σκοτάδι της καταυγάζει και εντός της σιωπής της λαλεί. Ιδού και το μέγα Μυστήριο: όταν ο Μπέκετ είπε το περίφημο «δοκίμασε ξανά, απέτυχε ξανά, απέτυχε καλύτερα», γνωρίζουμε πως εννοούσε τη συνθήκη της ανθρώπινης ειρωνείας, κάτι σαν «αν δοκιμάσεις πάλι, πάλι θα αποτύχεις»…

Κι όμως, τι είναι αυτό που εκλαμβάνουμε από αυτόν; Το κουράγιο του. Σημασία δεν έχει που αποτύχαμε. Σημασία έχει πως θα δοκιμάσουμε πάλι. Από την αποτυχία αιώρησης, εμείς ανακαλούμε την πτήση.

ΘΕΑΤΡΟ
Οι πολλές «γυναίκες» που γράφονται από τον έναν «άνδρα»
«Κακά θηλυκά κι ανάποδα οι γυναίκες. Μια χειρονομία πάνω στην ποίηση του Γιώργου Βέλτσου». Στο Φουαγιέ του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά η Ρούλα Πατεράκη με τα 15 μέλη της παράστασης έδωσε το αλφάβητο μιας...
Οι πολλές «γυναίκες» που γράφονται από τον έναν «άνδρα»
ΘΕΑΤΡΟ
Ενας θεατρικός, πειστικός, μοντέρνος Γκέτε
H Κατερίνα Ευαγγελάτου φέρνει στην κατάμεστη αίθουσα μια νέα ματιά, ένα νέο έργο και γίνεται σπουδαία δασκάλα συνόλων. Οι ήρωες (Νίκος Κουρής-Φάουστ, Αργύρης Πανταζάρας-Μεφιστοφελής), χωρίς ερμηνευτική...
Ενας θεατρικός, πειστικός, μοντέρνος Γκέτε
ΘΕΑΤΡΟ
Η νέα γενιά ανοίγεται στα γηρατειά
«Το γήρας – Ένα χορικό», Εθνικό – Πειραματική Σκηνή. Η παράσταση της Γεωργίας Μαυραγάνη και της ομάδας Happy End είναι απλή, ειλικρινής, συγκινητική. Και μας υπόσχεται κι άλλες εκπλήξεις και θαύματα στο...
Η νέα γενιά ανοίγεται στα γηρατειά
ΘΕΑΤΡΟ
Λαϊκή παράσταση, αντιλαϊκίστικο μήνυμα
Ο Γιάννης Μπέζος πέτυχε μια συγκρατημένη, σοβαρή παραγωγή, με σπιρτάδα, χυμούς, εκρηκτικότητα. Ενώ συγχρόνως ο ίδιος, παίζοντας την Πραξαγόρα, έλαμψε με τη σκηνική του σεμνότητα και πρόβαλε τους μικρότερους...
Λαϊκή παράσταση, αντιλαϊκίστικο μήνυμα
ΘΕΑΤΡΟ
Φάρσα... εθνικών διαστάσεων
Το νέο έργο του Γιάννη Καλαβριανού και της Μαρίας Κοσκινά («Κουμ Κουάτ») έχει αποτυπώσει με κέφι και νεύρο τη γλυκιά τρέλα ενός «μοντέρνου» ζευγαριού στην Αθήνα το Πάσχα του 1972, μέσα στη χούντα. Οι έξι ρόλοι...
Φάρσα... εθνικών διαστάσεων

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας