Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Από την ατομική ταυτότητα στη συλλογική χοάνη

«Βάκχες»

MARILENA STAFYLIDOY

Από την ατομική ταυτότητα στη συλλογική χοάνη

  • A-
  • A+

Με διάρκεια κάτι λιγότερο από μία ώρα και ένα τέταρτο, η παράσταση του ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας ερωτοτροπεί εξαρχής με ένα ρεκόρ: της συντομότερης σε διάρκεια παράστασης αρχαίου δράματος μέχρι σήμερα στο Φεστιβάλ της Αργολίδας. Δεν είναι όμως αυτός ο βασικός λόγος για τον οποίο πρέπει να την κατατάξουμε στην κατηγορία των δοκιμών.

Είναι μαζί και το ίδιο το ύφος της, που θα ταίριαζε περισσότερο στην Πειραιώς και μάλιστα καταμεσής κάποιας εβδομάδας του Ιουνίου. Είναι πρόταση εννοιολογικά και φορμαλιστικά προσδιορισμένη στο πώς μπορεί να παιχθεί η τραγωδία του Ευριπίδη με τρόπο λοξό, ριζικά αναδομημένο, σαν αφήγημα και χορικό.

Αυτό βέβαια αφορά πρωτίστως ένα κοινό που γνωρίζει σε βάθος το έργο, μπορεί να το ανακαλέσει και να κατανοήσει τις δραματουργικές επιλογές, και το οποίο τελικά μπορεί να αισθανθεί ορισμένα από τα αιτήματα του σύγχρονου (ελληνικού) θεάτρου. Ενα από αυτά, για παράδειγμα, είναι το «ζήτημα της ατομικότητας», του ερμηνευτή που στη σκηνή συναντάται με το άυλο πρόσωπο του ήρωα.

Το θέατρο τέχνης ανδρώθηκε κάποτε έχοντας για αντίπαλό του τον «πρωταγωνισμό», τον μισητό πάλαι ποτέ βεντετισμό που απομυζούσε τις δυνάμεις του θεάτρου και χαλούσε τα σχέδια προόδου του ομαδικού θεάτρου.

Σήμερα οι νέες καλλιτεχνικές προσπάθειες προχωρούν ένα επίπεδο πιο πίσω, στο ίδιο το φυσικό πρόσωπο του καλλιτέχνη, ζητώντας να υποκαταστήσουν το δράμα με το έπος, τη σκηνική παρουσία του ηθοποιού με την επί σκηνής συνεύρεση και τη θέση τού ενός με τη χορική συσσωμάτωση πολλών.

Ενδιαφέρουν αρκετούς τέτοια πράγματα στην Ιερουσαλήμ -δεν μπορώ ωστόσο να ισχυριστώ το ίδιο και για την Αργολίδα. Δεν είναι η πρώτη φορά που μια «δοκιμή», κατάλληλη για μικρό και ειδικό κοινό, παίχτηκε σε λάθος τόπο. Οι περισσότεροι δεν φτάνουν στο μεγάλο θέατρο για να δουν μια σύνοψη του έργου, την κατάθεση καλλιτεχνικής αγωνίας, ή μια -για πολλούς ακόμη- αόριστη πρόταση περί της τραγωδίας.

Σε όσους επικαλούνται τον σεβασμό στην Επίδαυρο, αντιτείνω τον σεβασμό και στην πρόθεση των καλλιτεχνών: Η κάθοδος του ΔΗΠΕΘΕ της Λάρισας στην Αργολίδα ήταν μια παρακινδυνευμένη πρόταση, εκτός τόπου και εκτός των ίδιων των προθέσεων της παράστασης.

Θέμα της παράστασης με δυο λόγια, κι όπως αναφέρεται συνοπτικά στα δελτία Τύπου, ήταν η αμφίσημη πορεία που διακρίνεται στις «Βάκχες» από την ατομική ταυτότητα στη συλλογική χοάνη, και από την ασφάλεια του Εγώ στη ρήξη και άγρια ένωση με τη Φύση και το(ν) Αλλο. Ταυτόχρονα, συμπληρώνω, θέμα της πρότασης είναι και η πορεία προς την ελευθεριακή κατάσταση του χάους, το χάσιμο της συνείδησης και την άρση της διάκρισης.

Γιατί αυτό που συμβαίνει στις «Βάκχες», και ο Λυγίζος αναγνωρίζει, είναι ένα διαρκές θαύμα, σαν σημείο κύρους, αγριότητας και τιμωρίας. Αληθινά στις «Βάκχες» υπάρχουν ποιητικές εικόνες άπειρης αγριότητας και βίας, στις οποίες ο κόσμος του θεού περιγράφεται με αποκαλυπτικό τρόπο.

Το ζήτημα επομένως στην πρόταση της Λάρισας δεν είναι (ή δεν είναι μόνο) ο ήρωας ή ο θεός. Το κέντρο βάρους της πρότασής της βρίσκεται στην επιβολή αυτών των εικόνων: του δάσους με τα κατακρεουργημένα κτήνη, των γυναικών που αλυχτούν, ή -ασφαλώς- του μαρτυρικού θανάτου του Πενθέα. Αυτό που συμβαίνει στο έργο δεν είναι παρά ο ίσκιος, ο αντίλαλος του αληθινού θάμβους που συμβαίνει στον Κιθαιρώνα.

Μαζέψτε τα τώρα όλα αυτά, τα παραπάνω, και δείτε τη σύντομη παράσταση ξανά. Οκτώ αφηγητές (Ανθή Ευστρατιάδου, Ανέζα Παπαδοπούλου, Μαρία Πρωτόπαππα, Εκτορας Λυγίζος, Βασίλης Μαγουλιώτης, Αρης Μπαλής, Αργύρης Πανταζάρας και Χρήστος Στέργιογλου) «αγωνίζονται» στην αφετηρία της να σχηματίσουν έναν θίασο. Που με τη σειρά του θα επιχειρήσει να αναπαραστήσει - πού αλλού; στον «άδειο χώρο» του Μπρουκ-, σε ένα ταπεινό χαλί, τα ίδια τα όρια της αναπαράστασης και τη συνθήκη του θαύματος.

Δεν είναι σίγουρα οι «Βάκχες» αυτές που βλέπουμε! Αν ήταν οι «Βάκχες», θα είχαμε μια υπό αξιολόγηση παραδοσιακή πρόταση με ευρήματα κι αντιφάσεις. Εδώ έχουμε την αρχή ενός «μαγικού εάν», που δείχνει τη μερικότητα αντί για την ολότητα του αποτελέσματος.

«Αν ήμουν ο Διόνυσος θα έλεγα….», λέει ο Αργύρης Πανταζάρας που τον υποδύεται κάποια στιγμή, που σημαίνει ότι οι «Βάκχες» δεν βρίσκονται εντός της ορχήστρας αλλά εκτός αυτής, στο είδωλο που θα σχηματιστεί με τη φαντασία μας στο κοίλον της Επιδαύρου.

Γι’ αυτό όταν ο Πενθέας, ο Διόνυσος κι ο Τειρεσίας δοκιμάζουν να σχηματίσουν ενώπιόν μας διακριτές παρουσίες, μοιάζουν μοιραία απλοϊκοί: ένας θίασος που δεν πιστεύει στην προβολή του πρωταγωνιστή της ιστορίας είναι επόμενο να δίνει την εντύπωση χαλκομανίας στις ατομικές σκηνές.

Αλλού βρίσκεται η δύναμή του: Καθώς προχωρεί η ιστορία, η απαγγελία μοιράζεται πότε σε δυο πότε σε περισσότερους… Ο καθένας αφαιρεί τα διακριτικά του κοστουμιού του, απεκδύεται τα όποια φτιασίματα και απομένει κυριολεκτικά με τα «εσώρουχα», με τα κρυφά ρούχα της μοιρασμένης σε πολλούς μαρτυρίας του. Ο θίασος αφηγείται το θαύμα, αλλά και το δείχνει.

Καθώς προχωρούμε προς το τέλος, στην πλήρη επικράτηση του θεού, η δραματουργία επιταχύνεται ολοένα, ώσπου τον κάθε ρόλο αναλαμβάνει διαφορετικός ηθοποιός ή διαφορετικό σύνολο αφηγητών. Το σύνολο του θιάσου αντιδρά σαν σώμα, συνείδηση που θέλει να χαθεί (ή δεν μπορεί να αντισταθεί) σε μια συλλογική φαντασίωση άγριας ελευθερίας.

Η παράσταση τρέχει γρήγορα, ίσως υπερβολικά γρήγορα. Θα ήταν σωστό να πούμε πως διατρέχει το κείμενο, επιμένοντας στα σημεία όπου η πρότασή της γίνεται φανερή.

Οπως είναι επόμενο μια ελαφρά ζάλη απλώνεται στο κοίλον, ιδιαίτερα σε εκείνους που δεν γνωρίζουν καλά το έργο (είναι επίτευγμα της δραματολόγου Κωνσταντίνας Κωσταντινάκου πως μπορούμε να παρακολουθήσουμε τις δραματουργικές καρέκλες που παίζονται στην ορχήστρα). Κι ακόμη, βασικά σημεία των προθέσεων του σκηνοθέτη δεν ολοκληρώνονται στην πράξη: δεν βλέπουμε πουθενά με σαφήνεια αυτήν την «αντίσταση» που θα έπρεπε να προβάλλει το σύνολο κατά τη βάκχευσή του. Και δεν αναγνωρίζουμε πουθενά την επιβολή ενός θεού που να προκαλεί τόση σύγχυση και αναστάτωση.

Δεν σημειώσω καν ότι η παράσταση, παίζοντας με τον μινιμαλισμό και τη μεταδραματικότητα, κινδυνεύει να θεωρηθεί ερμηνευτικά υποτονική κι ηθικά ουδέτερη, ακόμα και με τέτοιους ηθοποιούς στο δυναμικό της...

Στο τέλος πάντως εκβάλλει σε μια πλήρως χορική αφήγηση, στην οποία ο τρόμος και η σαγήνη του θεού μεταδίδονται πλέον ως σύνθεση, σε άλλο τόνο και άλλο ύφος, κάθε φωνής σε πολυφωνικό σύνολο. Υπάρχουν κατά τη διάρκεια αυτής της μάλλον χαμηλής θερμοκρασίας προσέγγισης, στιγμές υψηλής έντασης που γοητεύουν, αν κι όχι όπως τις περιμένουμε, όχι όταν τις αναζητούμε.

Ο Λυγίζος, εκτός πολλών άλλων, είναι ένας αληθινά τολμηρός καλλιτέχνης. Ανεβάζει τις «Βάκχες» στην ουσία χωρίς Διόνυσο, χωρίς Πενθέα, χωρίς Αγαύη… μου φαίνεται τελικά και χωρίς Βάκχες… Αυτό που λέει μοιάζει σε πολλούς ασεβές, περιττό ή νωθρό. Είναι όμως κάτι (το μόνο;) που μπορεί σαν νέος καλλιτέχνης να πει, με ειλικρίνεια, χωρίς φτιασίματα.

  

ΘΕΑΤΡΟ
Συζυγικό κρεβάτι πάνω σε κρατήρα
Το Θέατρο Τέχνης επιστρέφει «θριαμβευτικά» στην Επίδαυρο, όπως δείχνει και η προσέλευση του κοινού, μετά από επτά χρόνια. Η Μαρία Ναυπλιώτου και ο Χάρης Φραγκούλης κρατάνε το γεμάτο κοίλον για δύο ώρες χωρίς...
Συζυγικό κρεβάτι πάνω σε κρατήρα
ΘΕΑΤΡΟ
Ενα αγοροκόριτσο ωριμάζει πριν την ώρα του
Η παράσταση του Στάθη Λιβαθινού έφερε τη νέα γενιά, τα παιδιά της Θήβας, στο προσκήνιο. Την «Ορέστεια» της προηγούμενης εβδομάδας, που προκάλεσε συζητήσεις, ακολούθησε η «Αντιγόνη» του Εθνικού ή μάλλον των...
Ενα αγοροκόριτσο ωριμάζει πριν την ώρα του
ΘΕΑΤΡΟ
Οι Ερινύες του Εμφυλίου δεν έχουν σωπάσει
Μετά τον «Θίασο» του Αγγελόπουλου έρχεται ο Γιάννης Χουβαρδάς και προσφέρει μια βαθιά πολιτική ανάγνωση της τριλογίας του Αισχύλου, πυκνή και ιδιοφυή, πέρα από στερεότυπα και βεβαιότητες. Η μεγάλη τέχνη δεν...
Οι Ερινύες του Εμφυλίου δεν έχουν σωπάσει
ΘΕΑΤΡΟ
Σεμνός, «ρωμέικος» Αίας
Η παράσταση του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου σχεδόν ξάφνιασε με την έλλειψη «επιθετικότητάς» της. Καιρό είχαμε να δούμε στην Επίδαυρο σκηνοθεσία που να μην αναστατώνει ή να συγχύζει. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν...
Σεμνός, «ρωμέικος» Αίας
ΘΕΑΤΡΟ
Ενας πικρός και καθόλου λαϊκός Αριστοφάνης
Ο τρόπος που ο Γιάννης Κακλέας ανεβάζει αρχαία κωμωδία είναι η μεγαλύτερη συμβολή του στο θέατρό μας. Δεν είναι επιθεωρησιακός, δεν εκβιάζει χειροκρότημα, δεν είναι βωμολόχος. Κι όμως, κάνει τη μια εμπορική...
Ενας πικρός και καθόλου λαϊκός Αριστοφάνης
ΘΕΑΤΡΟ
Η Κάθριν Χάντερ κόντρα σε θεούς και δαίμονες
Η ατυχέστερη καλλιτεχνική στιγμή του φετινού καλοκαιριού στο κατάμεστο αργολικό θέατρο είχε μια αληθινή ηρωίδα, τη μεγάλη ηθοποιό που τιτάνια σήκωσε στους ώμους της, με επαγγελματισμό και αγάπη για το ελληνικό...
Η Κάθριν Χάντερ κόντρα σε θεούς και δαίμονες

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας