Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Με πάθος ερασιτέχνη και ματιά δημιουργού

Νίκος Παναγιωτόπουλος 1941 - 2016

ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

Με πάθος ερασιτέχνη και ματιά δημιουργού

  • A-
  • A+

Μόνο έτσι θα έφευγε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος. Eνώ ετοίμαζε ταινία. Κι όταν λέμε «ετοίμαζε» δεν εννοούμε τα γνωστά, δύο χρόνια το σενάριο, δύο ο φάκελος παραγωγής και αναζήτηση πολλών χρημάτων, εδώ και στο εξωτερικό. Οχι.

Ο μεγάλος και αγαπημένος σκηνοθέτης, που πέθανε ξαφνικά τα μεσάνυχτα της Δευτέρας από έμφραγμα σε ηλικία 74 χρόνων, παγώνοντας τον κινηματογραφικό κόσμο, εδώ και πολλά χρόνια είχε αναδειχτεί στον πιο γρήγορο και παραγωγικό κινηματογραφιστή. Σχεδόν μία ταινία τον χρόνο.

«Δεν συνδέομαι συναισθηματικά με τις ταινίες μου, τις κάνω σαν να είναι μέρος της ζωής μου. Δεν επενδύω τίποτα πάνω τους. Σε μια φτηνή ταινία είσαι πολύ ελεύθερος. Είμαι υπέρ της ταπεινής τέχνης. Δεν μου αρέσουν τα υψηλόφρονα πράγματα», μας εξηγούσε εδώ στην «Εφ.Συν.» τον Ιανουάριο του 2013, λίγο πριν βγει στις αίθουσες η «Λιμουζίνα» του.

Και σε μια συγκλονιστική συνομιλία του με τον Λάκη Παπαστάθη στην «Εφ.Συν.», πάλι την ίδια εποχή, έλεγε: «Η μεγάλη μου φιλοδοξία είναι να συνεχίσω να γυρίζω ταινίες με το ΤΙΠΟΤΑ για το ΤΙΠΟΤΑ».

Πριν από λίγες μόνο μέρες κατέβηκε από τις αίθουσες η «Κόρη του Ρέμπραντ», η δέκατη έβδομη ταινία του, που έμελλε να είναι και η τελευταία του. Κι αυτός, απτόητος από την εμπορική της αποτυχία, είχε ήδη ριχτεί με φούρια στην επόμενη, στο «Amor fati», την ιστορία ενός αλκοολικού που πηγαίνει ευτυχισμένος και αμετανόητος προς τον θάνατο.

Για πρωταγωνιστή είχε διαλέξει (είχε πάντα μάτι για τους καλύτερους) τον Χάρη Φραγκούλη και γύρω του, σε μεγάλους ή μικρούς ρόλους, την Αλεξάνδρα Αϊδίνη, την Αλεξία Καλτσίκη, τον Βασίλη Παπαβασιλείου. Είχε προλάβει να κάνει την πρώτη εβδομάδα γυρίσματος...

Αν αυτή η χαλαρή, παιχνιδιάρικη, ερασιτεχνική σχεδόν και την ίδια στιγμή παθιασμένη σχέση του με το σινεμά δεν καθρέφτιζε απόλυτα και την ίδια την ουσία του πλούσιου και πολύμορφου έργου του, δεν θα τη χρησιμοποιούσαμε στο ξεκίνημα ενός τόσο δύσκολου κειμένου αποχαιρετισμού. Γιατί ο Νίκος Παναγιωτόπουλος ήταν μια ειδική περίπτωση. Ακατάτακτος.

Από μόνος του μια ολόκληρη γενιά. Τυπικά ανήκε στη γενιά του Θόδωρου Αγγελόπουλου, με τον οποίο τον χώριζαν και τον ένωναν πολλά, ακόμα και μια συγκατοίκηση στα φοιτητικά τους χρόνια στο Παρίσι. Τυπικά ανήκε στη γενιά που έφερε μετά τη Μεταπολίτευση την άνθηση του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Ομως ήταν πάντα από την αρχή μόνος του.

Δεν είναι τυχαίο που η πρώτη του ταινία, τα μυθικά πια σουρεαλιστικά και σινεφίλ «Χρώματα της Ιριδος» (1974), με έναν απίστευτα ερωτικό και συγχρόνως υποκριτικά μοντέρνο Νικήτα Τσακίρογλου, έπεσε σαν ξένο, περίεργο σώμα στο πρώτο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης της Μεταπολίτευσης, σε άγρια, δηλαδή, πολιτικοποιημένα χρόνια.

Ηταν όμως τα διαπιστευτήρια ενός μεγάλου, ιδιόρρυθμου, τολμηρού σκηνοθέτη, που ήταν αποφασισμένος να τα κάνει όλα: να παίξει με τα είδη, από το νουάρ, το μελόδραμα και το μιούζικαλ μέχρι το ρόουντ μούβι. Να καταργήσει τα όρια. Να δοκιμάσει τα πάντα (ακόμα και ριμέικ της «Περιφρόνησης» του Γκοντάρ με το «Beautiful People», του 2001). Να διασκεδάσει. Να ειρωνευτεί.

«Υπάρχουν δύο τρόποι να βλέπει κανείς τα πράγματα. Από τη μεριά της τραγωδίας ή από τη μεριά της κωμωδίας. Οντως οι ταινίες μου είναι για μένα κωμωδίες, ακόμα κι όταν τελειώνουν άσχημα. Ο μοντερνισμός κατά τη γνώμη μου έχει ενδιαφέρον μόνο όταν έχει πλάκα ή αν διαθέτει διαβρωτική ερμηνεία. Ενας βοηθός μου έχει χαρακτηρίσει πολύ εύστοχα όλες μου τις ταινίες “κωμωδίες μυστηρίου”. Δεν θα είχα αντίρρηση να έμπαινε όλο μου το έργο κάτω από αυτόν τον τίτλο», είχε πει στον Λάκη Παπαστάθη.

Ενα μόνο δεν ήθελε να κάνει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, δεν ταίριαζε στον αναρχικό χαρακτήρα τού εστέτ, που δεν πίστευε ούτε σε θεούς ούτε σε κόμματα. Να κάνει κήρυγμα, ιδεολογική, στρατευμένη τέχνη. «Δεν με ενδιαφέρουν τα έργα που θέλουν να πουν κάτι», μας είχε πει. «Δεν θέλω να καταγγείλω τίποτα».

Κάτι ακόμα τον απωθούσε. Ο ρεαλισμός. Η αληθοφάνεια. Η αντιγραφή της ζωής. Ακόμα και η ταινία του, που περισσότερο από κάθε άλλη διαβάστηκε πολιτικά σαν μια άμεση αναφορά στη χούντα και την παρακμή της άρχουσας τάξης, δηλαδή οι «Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας» (1978, Χρυσή Λεοπάρδαλη στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο), ήταν σκοτεινή, γεμάτη σύμβολα και αφαίρεση. Είχε, όμως, μεγάλη εμπορική επιτυχία.

Η σχέση του με τους θεατές ήταν ακόμα μια εντελώς παναγιωτοπουλική υπόθεση. Γνώρισε δόξες μεγάλες, γνώρισε και άδειες αίθουσες, κυρίως τα τελευταία χρόνια. Δύο ταινίες, που γύρισε πάνω στη δημιουργική του ακμή, τον έφεραν κοντά στο πλατύ κοινό: ο «Εργένης» (1997), βασισμένος σε μυθιστόρημα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, με τον Στράτο Τζώρτζογλου να βλέπει τις γυναίκες της ζωής του να γίνονται η μια μετά την άλλη πόρνες πολυτελείας.

Και το «Αυτή η νύχτα μένει», με το εκρηκτικό κινηματογραφικό δίδυμο του Νίκου Κουρή και της πρωτοεμφανιζόμενης τότε Αθηνάς Μαξίμου να ερωτεύονται και να χωρίζουν σε χιονισμένους, επαρχιακούς δρόμους και σκυλάδικα, ενώ η φωνή της Δήμητρας Παπίου στο καταπληκτικό τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη να ξεφεύγει από την ταινία. Να γίνεται τεράστιο σουξέ.

Ολες του τις ταινίες τις αγαπούσε, όμως, ο Παναγιωτόπουλος. Κυρίως αυτές που δεν έβαζε νερό στο κρασί του (αν έβαλε, βέβαια, ποτέ). Οπως το μαυρόασπρο, βροχερό, μελαγχολικό και τόσο «γαλλικό» «Μελόδραμα» (1981), με τη Μαρία Ξενουδάκη και τον Λευτέρη Βογιατζή, που έγινε στη συνέχεια από τους ηθοποιούς-φετίχ του. Ή το «Delivery» (2004), που τον οδήγησε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ της Βενετίας και είναι όντως μια ξεχωριστή ταινία στη φιλμογραφία του, ένα ταξίδι στη σκοτεινή, περιθωριακή πλευρά της Αθήνας με οδηγό νεαρό πιτσαδόρο (Θάνο Σαμαρά).

Να τη και η Αθήνα, μήπως και καταφέρουμε να βάλουμε σε μια τάξη στον κόσμο του Νίκου Παναγιωτόπουλου. Αυτός που έζησε δώδεκα χρόνια στο όμορφο Παρίσι, προτιμούσε την «κακάσχημη» για τόσους πολλούς Αθήνα. Αυτή τον ενέπνεε, στις γωνιές της ήθελε να κυκλοφορεί, αμέριμνος, αληθινός.

Ισως γι’ αυτό και να ερωτεύτηκε με την πρώτη ανάγνωση και να μετέφερε στο σινεμά τα αριστουργηματικά «Οπωροφόρα της Αθήνας» του Σωτήρη Δημητρίου και τον σαλό, χωρίς όρια και ταμπού περιθωριακό ήρωά του, που περιπλανιέται στην Αθήνα κάνοντας φάρσες.

Η λογοτεχνία, άλλωστε, ήταν ακόμα μια αγάπη του. Διάβαζε ασταμάτητα και αρκετές φορές έβρισκε τις ιστορίες του στις σελίδες άλλων, των καλύτερων, όπως στη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Νόλλα «Ονειρεύομαι τους φίλους μου», που γέννησε μια κατά τη γνώμη μου από τις καλύτερες, πιο ευφρόσυνες αλλά και συγκινητικές ταινίες του (1998). Εγραφε και ο ίδιος. Τα τελευταία χρόνια μάς άνοιξε το εργαστήρι του, αλλά και τον προσωπικό του κόσμο, στο αυτοβιογραφικό «Από το καλάθι των αχρήστων» (εκδόσεις Πατάκη), ενώ πριν από λίγους μήνες επιχείρησε και το πρώτο του μυθιστόρημα («σενάριο μυθιστορήματος» το είπε ο ίδιος) με τίτλο «Τίποτα» (εκδόσεις Τόπος).

Μυτιλήνη-Παρίσι-Αθήνα

Κάτοικος του κέντρου της Αθήνας, για πολλά χρόνια στην όμορφη οδό Ραβινέ με τα δέντρα και τις παλιές μονοκατοικίες, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος ήταν παιδί της Μυτιλήνης. Εκεί γεννήθηκε το 1941, σε μια αγαπημένη μικροαστική οικογένεια, εκεί πρωτοείδε σινεμά. Ηρθε στην Αθήνα για να τον σπουδάσει και να μπει στο επάγγελμα ως βοηθός σε εμπορικές, λαϊκές ταινίες.

Το Παρίσι, όμως, ήταν εκείνο που τον καθόρισε, κι ας μην του παραδόθηκε ποτέ. Εζησε εκεί δώδεκα ολόκληρα χρόνια (1960-1973), σπούδασε κινηματογράφο, απέκτησε γαλλική οικογένεια (μία κόρη), εργάστηκε. «Πατρίδα μου είναι το ελληνικό καλοκαίρι, η φυσική μου αυτοκρατορία είναι ο Νότος, με ό,τι αυτό συνεπάγεται», εξηγούσε στον Λάκη Παπαστάθη («Εφ.Συν.»). Θεωρούσε, όμως, ευλογία ότι στην Ταινιοθήκη του Παρισιού ανακάλυψε τα αριστουργήματα της κινηματογραφικής τέχνης, «στη μεγάλη οθόνη και όχι στη θλιβερή οθόνη του υπολογιστή μου».

Ανθρωπος ευφυής, τρυφερός, γοητευτικός και γεμάτος ιστορίες, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είχε τη μεγάλη τύχη να μοιραστεί τη ζωή του με μια εξίσου σπάνια γυναίκα, τη δεύτερη σύζυγό του Μαριάννα Σπανουδάκη, αδελφή του γνωστού συνθέτη. Τους ένωνε αγάπη και αρμονία, που εκφράστηκε και δημιουργικά. Ηταν η μόνιμη ενδυματολόγος στις ταινίες του.

Ο σκηνοθέτης που αγαπούσε τις όμορφες γυναίκες

Το κάστινγκ του Νίκου Παναγιωτόπουλου ήταν μία ακόμα αποθέωση της ελευθερίας και της δημιουργικότητάς του. Μπορεί και του χιούμορ του.

Δίπλα στον Τσακίρογλου, τον Βογιατζή, τον Κουρή, την Καραμπέτη, τον Καραζήση, τα αστέρια δηλαδή του καλού θεάτρου, είχε τη ματιά να ανακαλύπτει και να επιβάλλει νέους ηθοποιούς (από τη Δέσποινα Γερουλάνου, την Αλεξία Καλτσίκη και την Αθηνά Μαξίμου μέχρι τη Λήδα Ματσάγγου), αλλά και να εμπιστεύεται, χωρίς προκαταλήψεις, και σε δύσκολες μάλιστα στιγμές κάποιους, που άλλοι Ελληνες auteurs θα το σκέφτονταν δυο και τρεις φορές. Παραδείγματος χάρη, τον Παύλο Χαϊκάλη (βουλευτή τότε του Καμμένου) στη «Λιμουζίνα», αλλά και τον Λάκη Λαζόπουλο στην «Κόρη του Ρέμπραντ». «Οταν ακούω Γκέρσουιν, δεν με ενδιαφέρει αν είναι δεξιός ή αριστερός», μου είχε πει.

Εκεί, όμως, που ξεπερνούσε κάθε ταμπού και σοβαροφάνεια ήταν όταν χρειαζόταν μια πολύ όμορφη γυναίκα. Τότε έχριζε ηθοποιούς (συνήθως με καλά αποτελέσματα) μανεκέν και τηλεοπτικά πρόσωπα, με τελευταία του ανακάλυψη την καλλονή Δούκισσα Νομικού.

Τι θα ήταν, όμως, χωρίς την αφέλεια, τη χάρη και το στιλ της Ρέας Τουτουνζή το «Beautiful People»; Πώς θα σκοτώνονταν μεταξύ τους ο μπάτσος Ακύλλας Καραζήσης και ο εκδότης Νίκος Αρβανίτης για τα μάτια μιας γυναίκας αν αυτή δεν ήταν η σούπερ σέξι Θεοφανία Παπαθωμά;

«Αφού αγαπάω τις γυναίκες (άλλωστε ήταν ένας λόγος που έγινα σκηνοθέτης) θέλω όταν τις κινηματογραφώ να φαίνονται ακόμα πιο όμορφες απ’ όσο είναι. Ψάχνω προς τη μεριά του λάιφ στάιλ γιατί τουλάχιστον εκεί η ομορφιά δεν είναι αμάρτημα», είχε πει στην «Εφ.Συν.».

ΣΙΝΕΜΑ
Εφυγε η βασίλισσα του γαλλικού σινεμά
Σπουδαία ερμηνεύτρια, αισθησιακή και ελεύθερη γυναίκα με μυαλό και προσωπικότητα, η Ζαν Μορό έπαιξε σε ταινίες των μεγαλύτερων σκηνοθετών, από τον Φρανσουά Τριφό και τον Λουί Μαλ μέχρι τον Μικελάντζελο...
Εφυγε η βασίλισσα του γαλλικού σινεμά
ΣΙΝΕΜΑ
Από τη χώρα του Κιαροστάμι στους δρόμους της Αθήνας
Μπορεί κάποιοι να παραξενεύτηκαν. Ποιος είναι αυτός ο Σιαμάκ Ετεμάντι; Ζει στην Ελλάδα από το 1995, έχει κάνει στρατιωτική θητεία και είναι Ελληνας πολίτης, κινηματογραφικά είναι ένας κανονικότατος Ευρωπαίος...
Από τη χώρα του Κιαροστάμι στους δρόμους της Αθήνας
ΣΙΝΕΜΑ
Το animation εισβάλλει στο ντοκιμαντέρ
Το πρώτο παγκοσμίως ολοκληρωμένο αφιέρωμα στο υβριδικό είδος, που αναπτύσσεται ραγδαία, θα γίνει στη Θεσσαλονίκη. Από την εποχή του «Βαλς με τον Μπασίρ», ο δρόμος άνοιξε και τα κινούμενα σχέδια κάθε είδους...
Το animation εισβάλλει στο ντοκιμαντέρ
ΣΙΝΕΜΑ
Θηλυκό, μπλέ και ηλιόλουστο ελληνικό σινεμά
Με μότο «Femi­nine, sunny & blue» ξεκινά την Τετάρτη, και θα καταλάβει για πέντε μέρες τον ιστορικό κινηματογράφο Babylon, στο Mitte του Βερολίνου, το 5o Hellas Filmbox Berlin, το φεστιβάλ ελληνικών ταινιών...
Θηλυκό, μπλέ και ηλιόλουστο ελληνικό σινεμά
ΣΙΝΕΜΑ
Οι 50.000 της «Ευτυχίας»
Η «Ευτυχία» του Αγγελου Φραντζή έκανε ένα εξαιρετικό άνοιγμα στις αίθουσες. Βγήκε την περασμένη Πέμπτη και μέσα στο πρώτο τετραήμερο, μέχρι και την Κυριακή, έκοψε 51.200 εισιτήρια, ένα νούμερο όχι μόνο πολύ...
Οι 50.000 της «Ευτυχίας»
ΣΙΝΕΜΑ
Μούσα του Γκοντάρ, θρύλος του σινεμά
Την πρώτη φορά που συνάντησε τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ τού γύρισε την πλάτη, απέρριψε την πρότασή του για έναν μικρό ρόλο στο «Με κομμένη την ανάσα» γιατί της ζήτησε να είναι γυμνή. Η έφηβη,18χρονη Δανέζα Χάνα Κάρεν...
Μούσα του Γκοντάρ, θρύλος του σινεμά

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας