Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
«Αντιστέκομαι στη νοσταλγία»

1990 31ο Φεστιβάλ. Ο Λάκης Παπαστάθης (κέντρο) με τον Διονύση Φωτόπουλο (αριστερά) και τον Θόδωρο Αγγελόπουλο

«Αντιστέκομαι στη νοσταλγία»

  • A-
  • A+
Άρθρο του Λάκη Παπαστάθη για τα 60 χρόνια του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Πραγματικά είναι πολύ ωραίο για έναν κινηματογραφόφιλο να επισκεφθεί το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για να δει ταινίες και να ζήσει την ατμόσφαιρά του. Θα έχει τη δυνατότητα να επιλέξει με ψυχραιμία τρεις-τέσσερις ταινίες τη μέρα, να οργανώσει τον χρόνο του ώστε να τις προλάβει, να στηθεί στην ουρά των εισιτηρίων, να συζητήσει με φίλους και γνωστούς για τα έργα που είδε, να ρεμβάσει στην προκυμαία πηγαίνοντας με τα πόδια από την αποβάθρα στο «Ολύμπιον», να γνωρίσει τη νυχτερινή Θεσσαλονίκη με τα φαγάδικα και τα ωραία μπαράκια. Σίγουρα θα ζήσει μια εβδομάδα ήρεμης απόλαυσης. Δεν ήταν όμως τα πράγματα πάντα έτσι.

Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ξεκίνησε ως Εβδομάδα Ελληνικού Κινηματογράφου με προφανή σκοπό να συνδυαστεί με την εμπορική έκθεση της Θεσσαλονίκης. Αντιμετώπιζε τις ταινίες κυρίως ως προϊόντα που έπρεπε να προωθηθούν στην ελληνική και την ξένη αγορά.

Υπήρχε από την αρχή μεγάλη επισημότητα και συμμετείχαν πασίγνωστοι πρωταγωνιστές, υπουργοί, συγγραφείς, σκηνοθέτες και παραγωγοί, που στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 ένιωθαν πως έπρεπε να προσανατολιστούν σε νέους δρόμους μετά τις θριαμβευτικές εμπορικές επιτυχίες της δεκαετίας του ‘50, αλλά και τις αναγγελίες για τον ερχομό της ελληνικής τηλεόρασης.

Δύο διαδρομές

Σύντομα η Εβδομάδα ονομάστηκε Φεστιβάλ Κινηματογράφου και από την αρχή μπορούσε να διακρίνει κανείς δύο διαδρομές. Η κυρίαρχη ήταν αυτή του εμπορικού κινηματογράφου και η άλλη των νέων κινηματογραφιστών και των νέων τρόπων γραφής. Κούνδουρος και Κανελλόπουλος ήταν εκεί στις καλύτερες στιγμές τους. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, οι νέοι κατακτούσαν σιγά σιγά το φεστιβάλ και οι παλαιότεροι απέφευγαν να στέλνουν τις ταινίες τους.

Οι σημαντικότεροι σταθμοί γι’ αυτήν την ανατροπή ήταν οι μικρού μήκους ταινίες του 1965, αλλά κυρίως το φεστιβάλ των τεσσάρων τελευταίων χρόνων της δικτατορίας, όπου προβλήθηκαν διαδοχικά πέντε από τις σημαντικότερες ελληνικές ταινίες όλων των εποχών. «Αναπαράσταση» του Θόδωρου Αγγελόπουλου το 1970, «Ευδοκία» του Αλέξη Δαμιανού το ’71, «Το προξενιό της Αννας» του Παντελή Βούλγαρη και «Μέρες του ’36» το ’72, «Ιωάννης ο βίαιος» της Τώνιας Μαρκετάκη το ’73.

Από το πρώτο φεστιβάλ της μεταπολίτευσης και για περίπου 18 χρόνια κατακτήθηκε ολοκληρωτικά από τους νέους κινηματογραφιστές. Το κοινό μετείχε σαν να πήγαινε σε διαδήλωση. Εξέφραζε τις αντιρρήσεις του με βάναυσο τρόπο φωνάζοντας συνθήματα και σαρκάζοντας λόγια και εικόνες που έβγαιναν από την οθόνη.

Ο εξώστης ήταν ο μέγας κριτής κάθε ταινίας. Εφτασε στο σημείο να δίνει τα δικά του «επαναστατικά» βραβεία που συνήθως ήταν πολύ διαφορετικά από αυτά της κριτικής επιτροπής. Μελαγχολώ όταν σκέφτομαι πως από τον εξώστη βγήκαν κριτικοί του ελληνικού κινηματογράφου, γιατί το κοινό αυτό ήταν συντηρητικό. Τα περισσότερα ξεφωνητά δέχτηκαν ταινίες που προσπαθούσαν να διατυπώσουν νέους τρόπους γραφής.

Τα λόγια του «Παππού»

Το 1988 ήμουν πρόεδρος της κριτικής επιτροπής. Την παραμονή της έναρξης των προβολών με επισκέφθηκε ο διευθυντής Γρηγόρης Δανάλης, ο επονομαζόμενος «Παππούς», και μου είπε: «Από αύριο τα ξημερώματα εσύ είσαι αρχηγός, ούτε ο αστυνομικός διευθυντής ούτε ο δήμαρχος ούτε ο υπουργός. Το φεστιβάλ είναι δικό μας και δεν επιτρέπουμε καμία επέμβαση. Εγώ θα σε βοηθήσω να ακουστεί η φωνή των Ελλήνων κινηματογραφιστών».

Του είπα πως το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να προβληθούν απρόσκοπτα και με καλές συνθήκες οι ταινίες και πως αν εμποδιστούν από τον εξώστη, θα ήθελα να ξαναπροβληθούν για την κριτική επιτροπή με ησυχία. Με κοίταξε σαν να ήμουν εξωγήινος, «είσαι κουλτουριάρης» μου λέει, «γι’ αυτό δεν γνωρίζεις πως ο κινηματογράφος είναι κοινωνική τέχνη, πως απευθύνεται στον κόσμο. Τι να την κάνεις την προβολή χωρίς το κοινό; Τέλος πάντων, επειδή είπαμε πως εσύ αποφασίζεις, αν κρίνεις, χωρίς υπερβολή όμως, πως πρέπει να ξαναπροβληθεί μια ταινία, θα δω τι μπορώ να κάνω».

Πολλές φορές τα γιουχαΐσματα του εξώστη έπνιγαν τις ταινίες αλλά δεν τόλμησα να του ζητήσω να τις ξαναπαίξει. Ο «Παππούς», με μακριά μαλλιά και γενειάδα, έμοιαζε με τον Αϊ-Γιάννη τον Πρόδρομο, ήταν σαν ξωτικό. Με λαμπερά μάτια, κυκλοφορούσε στους χώρους του φεστιβάλ λύνοντας όλα τα προβλήματα και έχοντας πάντα ως κεντρικό πυρήνα των ενεργειών του την υπεράσπιση του επαγγέλματος του κινηματογραφιστή. Υπερασπιζόταν το επάγγελμα. Δεν τον ενδιέφερε η τέχνη του κινηματογράφου παρά μόνον ως μέσο κοινωνικής συνειδητοποίησης. Τον θυμάμαι ακόμη να λέει «το φεστιβάλ είναι δικό μας, το κατακτήσαμε με τους αγώνες μας».

Κρατική υποχρέωση

Τότε, οι περισσότεροι δεν πίστευαν στο ταλέντο, στην καλλιτεχνική προσωπικότητα και στην παιδεία του σκηνοθέτη. Οχι, ο καθένας θα μπορούσε και έπρεπε να κάνει μια ταινία, να τα πει! Και το κράτος έχει την υποχρέωση να τον χρηματοδοτήσει. Αρκεί το έργο του να είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, να στηλιτεύει τα κακώς κείμενα. Ισως αυτός ήταν ένας λόγος που αρκετές ταινίες άρχιζαν και τελείωναν τις προβολές τους στο φεστιβάλ.

Δαγκώνω τις παλάμες μου και αντιστέκομαι στη νοσταλγία, η οποία όμως επιμένει. Ξαναθυμάμαι τον εαυτό μου να περνάει μπροστά από το «Ντορέ», όπου ήταν στρατοπεδευμένες οι διάφορες ομάδες των κινηματογραφιστών με τα γελαστά πρόσωπα. Ζούσαν την ένταση, τη συλλογική χαρά, το πανηγύρι. Στο κάτω κάτω, σκέφτομαι, αυτοί που ήταν να κάνουν έργο, το έκαναν, είτε ήταν ο «Παππούς», είτε ο Εϊπίδης, είτε ο Δημόπουλος. Ομως αυτομάτως έβγαινε μέσα μου το ερώτημα... «Για να γίνει ζωντανό το φεστιβάλ πρέπει να είναι πάντα λαϊκίστικο, αντιπνευματικό ή υπάρχει κι άλλος δρόμος;».

Το 1992 το φεστιβάλ έγινε διεθνές και οι ελληνικές ταινίες παίζονταν χωρίς διαγωνισμό. Το ότι δεν υπήρχαν πια βραβεία, που συνοδεύονταν μάλιστα και με χρηματικά ποσά διόλου ευκαταφρόνητα, καταλάγιασε τον άγριο ανταγωνισμό και ίσως ήταν ένας από τους λόγους που έφερε την ηρεμία στο φεστιβάλ. Ο άλλος λόγος ήταν πως δεν υπήρχε πια ο δυναμισμός της μεταπολίτευσης. Τότε που οι κινηματογραφιστές ένιωθαν πως χτίζονταν όλα από την αρχή, πως γινόταν μάχη επικράτησης ιδεολογική, αισθητική, πολιτισμική, τρόπου ζωής. Κάποιοι ήθελαν και την πλήρη αποδόμηση κάθε επισημότητας, ακόμη και να ανεβαίνεις να πάρεις το βραβείο με σαγιονάρες και φανελάκι ή να φωνάζεις από τον εξώστη προς την κριτική επιτροπή, «καλά, καλά, εντάξει, θα περάσω αργότερα να πάρω το βραβείο». Μια δεκαετία μετά, αυτό φάνταζε σαν αστεία γραφικότητα.

«Το φεστιβάλ δεν δίνει σημασία στην επέτειο»

Πώς αποτυπώνεται η ουσία αυτών των 60 χρόνων σε ένα επετειακό φεστιβάλ; Μα φυσικά με κείμενα, με βιβλία, με ντοκουμέντα και μαρτυρίες, με συνέδρια, με προβολές ταινιών κάθε είδους, όχι μόνον των πετυχημένων, αλλά και αυτών που εξαφανίστηκαν, και που αν τις ξαναδεί κανείς κάτι θα ανακαλύψει από τις απόψεις και τα συναισθήματα της εποχής.

Φαίνεται πως οι υπεύθυνοι του φεστιβάλ δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία στην επέτειο. Ισως γιατί χρειάζεται κόπος και πολύ μεγάλη προετοιμασία, αλλά, κυρίως, γιατί είναι δύσκολο να εντοπιστούν οι κατάλληλοι άνθρωποι που να μπορούν να συνθέσουν το φάσμα των περασμένων χρόνων και να το προτείνουν με νηφαλιότητα και αντικειμενικότητα. Ισως πάλι το παρελθόν του φεστιβάλ να γεννάει βρικόλακες που οι υπεύθυνοι σήμερα θέλουν να αποφύγουν γιατί τα πράγματα έχουν πάρει οριστικά τον δρόμο τους και κατά τη γνώμη τους δεν χρειάζονται πισωγυρίσματα.

Κάποιοι επισκέπτες, όμως, του φετινού φεστιβάλ ίσως σκεφτούν πως χάνεται η ευκαιρία να μάθουμε μέσα από την ιστορία του φεστιβάλ κάτι από την άλλη Ιστορία της νεοελληνικής εξέλιξης.

Ο συμπαθής, αλλά άτολμος σημερινός διευθυντής του φοβάται να κάνει τις επιλογές του για να μην του πουν «γιατί αυτόν και όχι εμένα». Ας πάρει την ευθύνη. Το πρόβλημα δεν είναι να μη δυσαρεστήσει κάποιους, αλλά να προτείνει αυτό που θεωρεί σωστό.

ΣΙΝΕΜΑ
Ξέχνα και μην ξεχνάς
60 χρόνια Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Πέντε σκηνοθέτες θυμούνται τα παλιά, χαίρονται τα σημερινά και προτείνουν για το μέλλον.
Ξέχνα και μην ξεχνάς
ΣΙΝΕΜΑ
Δυο βλέμματα, 60 χρόνια Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Η Β. Γεωργακοπούλου & η Μ. Κατσουνάκη συνομιλούν σε μια μεταξύ του συνέντευξη που συνοψίζει το παρελθόν της διοργάνωσης, κοιτάζει κατάματα το παρόν της, αλλά & προτείνει για το μέλλον της.
Δυο βλέμματα, 60 χρόνια Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
ΣΙΝΕΜΑ
Και οι 7 (+1) ήταν υπέροχες
Θέλαμε πάρα πολύ να προβληθεί μία ταινία της Φρίντας Λιάππα στο 1ο EFSYNEMA. Εκκινώντας από αυτό ως άξονα, αποφασίσαμε να αφιερώσουμε μια ολόκληρη μέρα, συγκεκριμένα τη Δευτέρα 18/11, στις σκηνοθέτιδες ταινιών...
Και οι 7 (+1) ήταν υπέροχες
ΣΙΝΕΜΑ
Το βραβευμένο ντοκιμαντέρ “Un Condor” ελεύθερο στο vimeo με αφορμή γεγονότα στη Χιλή
Στην πλατφόρμα του vimeo μπορούν, πλέον, να παρακολουθήσουν ελεύθερα όλοι οι ενδιαφερόμενοι το βραβευμένο ντοκιμαντέρ του σκηνοθέτη Γιάννη Κολόζη “Un Condor”.
Το βραβευμένο ντοκιμαντέρ “Un Condor” ελεύθερο στο vimeo με αφορμή γεγονότα στη Χιλή
ΣΙΝΕΜΑ
Λάνθιμος στον τελικό 
Eστω και με μια ταινία που ανήκει σε «Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία» η Ελλάδα μέσω του Γιώργου Λάνθιμου βρέθηκε και πάλι στις τελικές υποψηφιότητες για τα φετινά 32α Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου
Λάνθιμος στον τελικό 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας