Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Μικροαπατεώνες και πλούσιοι στη σκοτεινή Σεούλ

«Παράσιτα» του Μπονγκ Τζουν-χο

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Μικροαπατεώνες και πλούσιοι στη σκοτεινή Σεούλ

  • A-
  • A+

Παράσιτα ★★★★☆

(Gisaengchung, Νότια Κορέα, 2019, 132')

• σκηνοθεσία: Μπονγκ Τζουν-χο
• ηθοποιοί: Σονγκ Κανγκ-χο, Λι Σαν-κουν, Τσο Γέο

Μια ταινία γεμάτη αντιθέσεις υπογράφει αυτή τη φορά, μετά τα «The Host», «Snowpiercer», «Okja», ο Νοτιοκορεάτης συναρπαστικός δημιουργός και τιμάται με τον Χρυσό Φοίνικα των Κανών – μια υπέροχη αντίθεση κι αυτό ως γεγονός.

Στην ανήλιαγη πλευρά της Σεούλ, στα βρομερά χαμόσπιτα δίπλα στους ουρανοξύστες της ευμάρειας, ζει ο Κιμ-ταέκ με τη γυναίκα και τα δυο παιδιά του. Οι δουλειές τους είναι περιστασιακές κι ελαφρώς παράνομες, η μοναδική τους μανία είναι η τεχνολογία και το wi-fi, πιο ζωογόνο από την τροφή, η θέα τους διαφορετική από των υπολοίπων: τα παράθυρά τους, στο επίπεδο του πεζοδρομίου, κάνουν φόκους στα πόδια, στα σκουπίδια, στους μεθυσμένους που κατουρούν σχεδόν μέσα στο ημιυπόγειο σπίτι τους.

Οταν, ξεκάθαρα βυσματικά, ο γιος της οικογένειας, ο Κι-γου, θα πιάσει δουλειά ως δάσκαλος αγγλικών της κόρης μιας πλούσιας οικογένειας που ζει σ’ ένα σπίτι των ονείρων, ο νέος θα βρει τρόπους να φέρει και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας μέσα στη βίλα, άρα και μέσα στη ζωή των θαυμαστών πλουσίων. Καθώς οι δύο κόσμοι θα συναντηθούν, ο «ψηλός» κι ο «χαμηλός», η συμβίωσή τους θα αποδειχτεί εκρηκτική – όπως και σ’ ολόκληρη τη Σεούλ ή την Κορέα ή τον κόσμο μας.

Τα «Παράσιτα» είναι ένα, χωρίς άμυνες, κινηματογραφικό αριστούργημα, στηριγμένο σε τέσσερις άξονες, όχι σαν τετράγωνο, περισσότερο σαν τραπέζιο. Ο πρώτος είναι το σενάριο, ένα αριστοτεχνικά ισορροπημένο κείμενο με ήρωες που μοιάζουν, σκόπιμα, με καρικατούρες, αλλά είναι γεμάτοι ουσία, με διαλόγους που μοιάζουν «street» και πρόχειροι, αλλά κρύβουν όλη τη σύγχρονη σοφία, μια δουλειά απόλυτα εγκεφαλική, καμουφλαρισμένη με ελαφρότητα.

Ο δεύτερος είναι η εικόνα, η φωτογραφία της, με τη γλαφυρότητα μιας κορεατικής ταινίας δράσης, ενός φιλόδοξου μπλοκ μπάστερ, με την απόλυτα φιλοσοφική αρχιτεκτονική που έχει ως Θεό της την κάθετη τομή: από τους πάνω ορόφους, κυριολεκτικά και ταξικά, στα υπόγεια, από τον καθαρό αέρα στη δυσωδία, από τον παράδεισο στην κόλαση. Η τρίτη πλευρά είναι… αφιερωμένη στο σινεμά, από τον Μπονγκ Τζουν-χο, ένα fanboy, που αγαπά το σινεμά είδους, τη φαντασία, τις δυνατότητες της κάμερας και της οθόνης, όποιου μεγέθους κι αν είναι αυτή, με πάθος και ενθουσιασμό. Γι’ αυτό κι η σύγκριση με τον προηγούμενο Χρυσό Φοίνικα των Κανών, τους «Κλέφτες καταστημάτων» του Ιάπωνα Χιροκάζου Κόρε-εντα, είναι τόσο εύστοχη, δύο οικογενειακές ιστορίες ως κοινωνική καταγγελία, βγαλμένες από τη χαρακτηριστικά πολυεπίπεδη ασιατική σκέψη, με το ίδιο μήνυμα, αλλά με τη φόρμα από το συγκινητικά μινιμαλιστικό στο απολαυστικά μαξιμαλιστικό.

Και η τέταρτη πλευρά, η μεγαλύτερη, η βάση στην οποία στηρίζεται ολόκληρο το οικοδόμημα, είναι το παιχνίδι, ένα απρόβλεπτο, σαρδόνιο σχεδόν, παιχνίδι του Μπονγκ Τζουν-χο με τον θεατή. Τα «Παράσιτα» εκπροσωπούν τέλεια το κορεατικό σινεμά, του εντυπωσιασμού, του καταιγιστικού μοντάζ, της ενισχυμένης από μπάτζετ ταυτότητας ενός b-movie, της βίας. Είναι μια θεαματική περιπέτεια, μαζί και μια κωμωδία, κατάμαυρη και επιθετική: η οποία ωστόσο, σκόπιμα και συγκροτημένα, με τη συνειδησιακή υπογραφή του τόσο οξυδερκούς σκηνοθέτη, κάνει τον θεατή να γελά με την καρδιά του, στο όριο πριν το έμφραγμα από το σοκ ή, ακόμα περισσότερο, από την κοινωνική ενοχή που διαχέεται σιγά σιγά και, τελικά, σαρωτικά, σαν πλημμύρα.

Σ’ αυτή την περίπτωση, την τόσο τέλεια σχεδιασμένη, η πυρετώδης ένταση και η στιλιστική επιτήδευση έχουν νόημα και δύναμη, έστω και μ’ ένα ενδεχομένως περιττό διπλό φινάλε. Αποτελούν την απόδειξη, όχι τη μόνη φυσικά, αλλά την τόσο διασκεδαστική, ότι το πολιτικό σινεμά μπορεί να είναι fun, ότι μια ταινία μπορεί να είναι σκληρή και αιχμηρή, χωρίς σοβαροφάνεια, αλλά με σεβασμό στην τέχνη, στο κοινό και στη ζοφερή πραγματικότητά μας. Οτι το αίμα μπορεί να κυλά επειδή βλέπουμε ένα σπλάτερ ή επειδή ματώνει η ψυχή ή επειδή αντί για επανάσταση επιλέγουμε τον συμβιβασμό και την αφομοίωση. Ή όλα αυτά μαζί, γιατί το σινεμά του Μπονγκ Τζουν-χο μπορεί να τ’ αντέξει.

ΕΛΛΗ, ΔΑΝΑΟΣ

Επικίνδυνες κυρίες ★★☆☆☆ 

(Hustlers, ΗΠΑ, 2019, 110')

  • σκηνοθεσία: Λορίν Σκαφάρια
  • ηθοποιοί: Τζένιφερ Λόπεζ, Κόνστανς Γου, Τζούλια Στάιλς

Δύο στρίπερ δουλεύουν στα κλαμπ της Νέας Υόρκης – επωφελούνται από τα χοντρά πορτοφόλια των αντρών που κερδίζουν κάθε μέρα περιουσίες στο χρηματιστήριο. Οταν, το 2008, η οικονομική κρίση στην Αμερική κάνει τους πελάτες καθοριστικά πιο φτωχούς, η φιλότιμη Ντέστινι και η φιλόδοξη Ραμόνα θα βρουν άλλο τρόπο να ξαφρίζουν τους στόχους τους, πολύ λιγότερο νόμιμο. Μια ιστορία ανόδου και πτώσης μιας χώρας, ενός μάτσου ηθικών αρχών, δυο φιλενάδων, βασισμένη σε απολύτως πραγματική ιστορία, γίνεται ένα ρηχό και μάλλον πολιτικά μπερδεμένο δράμα.

Τα κίνητρα των δύο κοριτσιών περιορίζονται σε κοινότοπες ευκολίες, η μία εγκληματεί για να ξεχρεώσει την καημένη γιαγιά της, η άλλη για να μεγαλώσει την κόρη της, η partying περίοδος κρατά ανισόρροπα πολύ σε σχέση με το δεύτερο, συγκρουσιακό μέρος, η ιστορία φιλίας που προορίζεται να κάνει το δάκρυ να κυλήσει είναι πολύ μικρή κι έρχεται πολύ αργά. Μία μόνο φωτεινή αχτίδα έχει η ταινία στη ροή της κι αυτή είναι η Τζένιφερ Λόπεζ: με το ίδιο θάρρος που, στην πρώτη σκηνή της, απλώνει στην οθόνη το γυμνό, σφριγηλό κορμί της σε κοινή θέα, με την ίδια δύναμη χτίζει μια εξαιρετική ερμηνεία, με επίπεδα και ανατροπές και με την άνεση μιας μεγάλης σταρ και ηθοποιού, απ’ αυτές που κάνουν τις δυσκολότερες προκλήσεις να μοιάζουν παιχνιδάκι.

Maleficent: Η δύναμη του σκότους ★★★☆☆

(Maleficent: Mistress of Evil, ΗΠΑ, Ην. Βασίλειο, 2019, 118')

  • σκηνοθεσία: Χοακίμ Ρένινγκ
  • ηθοποιοί: Αντζελίνα Τζολί, Ελ Φάνινγκ, Μισέλ Φάιφερ, Σαμ Ράιλι

Εχουν περάσει πέντε χρόνια απ’ όταν αφήσαμε τη Μαλέφισεντ στο μαγεμένο δάσος της και σήμερα η Ορόρα, η κατ’ επιλογήν κόρη της, έχει γίνει μια όμορφη κοπέλα, βασίλισσα κι η ίδια, ένας ξανθός άγγελος καλοπροαίρετος και ερωτευμένος. Ο καλός της είναι ο πρίγκιπας Φίλιπ και οι δυο νέοι ετοιμάζονται να παντρευτούν, αν το επιτρέψει το σόι. Μόνο που η συνάντηση της Μαλέφισεντ με τη μητέρα του Φίλιπ, τη βασίλισσα Ινγκριθ, θα αποβεί καταστροφική, για ανθρώπους, μαγικά πλάσματα και τον κόσμο ολόκληρο.

Ενώ η Ορόρα κι ο Φίλιπ λιγώνονται από αγάπη, η πεθερά Ινγκριθ βάζει σε λειτουργία το σχέδιο που θα εμποδίσει τον γάμο κι η Μαλέφισεντ ηγείται μια επίθεσης των ομοίων της εναντίον των ανθρώπων, ξέροντας καλά ότι ήδη έχει αρνηθεί αυτά τα όρια, έστω κι αν η κοινωνία διαφωνεί μαζί της (ένας λόγος μπορεί να είναι και τα μαύρα φτερά της με άνοιγμα σαν την πλατεία Συντάγματος).

Η νέα ταινία της «Μαλέφισεντ» είναι πιο ψεύτικη και, μαζί, πιο απολαυστική από την πρώτη. Το σκηνικό είναι πια απολύτως ψηφιακό λες, χωρίς αυτό να ενοχλεί τα μάτια, γιατί πότε ήταν, άλλωστε, αληθοφανές. Το ρομάντζο στην καρδιά της ιστορίας είναι αγνό και παραμυθένιο, η Μαλέφισεντ πιο αιχμηρή αυτή τη φορά (κυριολεκτικά, το πρόσωπο της Αντζελίνα Τζολί μοιάζει γεμάτο κοφτερές γωνίες), αλλά τόσο πιο τρυφερή και προσεγγίσιμη, σε σύγκριση με τη νέα «κακιά βασίλισσα» της ιστορίας, τη μαμά του γαμπρού, τη Μισέλ Φάιφερ που δείχνει να τα περνά χάρμα στον ρόλο της.

Για άλλη μια φορά η ιστορία μιλά για τη διαφορετικότητα, για την υποδοχή και αποδοχή του άλλου, για τους οικογενειακούς δεσμούς που υπερβαίνουν το αίμα –ή, εν προκειμένω, τις υπεράνθρωπες δυνάμεις– και το κάνει με τρόπο θεαματικό, με μια καλή ισορροπία μύθου και εφέ, με χιούμορ και συμπάθεια για τη γοτθική αισθητική και τις επιβλητικές σκηνές δράσης.

Συνώνυμα ★½☆☆☆☆

(Synonymes, Γαλλία, Ισραήλ, Γερμανία, 2019, 123')

  • σκηνοθεσία: Ναντάβ Λαπίντ
  • ηθοποιοί: Τομ Μερσιέ, Κουεντέν Ντολμέρ, Λουίζ Σεβιγιότ

Ο Γιοάβ, ένας νεαρός Ισραηλινός, έχει μόλις μετοικήσει στο Παρίσι: έχει αποφασίσει να απορρίψει την εθνική ταυτότητά του, να μιλά μόνο γαλλικά και να γνωρίσει σε βάθος τη γαλλική ιδιοσυγκρασία και παράδοση. Είναι διατεθειμένος να τραγουδήσει μεγαλόφωνα, μπροστά σε όλους, τη Μασσαλιώτιδα, να δοκιμάσει το σοφιστικέ τρίο α λα «Ζιλ και Ζιμ», να υπαινιχθεί μια κωμικότητα α λα Ζακ Τατί, κυρίως, όπως κι ο σκηνοθέτης του, να ασπαστεί και να «εκμοντερνίσει» τους κανόνες της νουβέλ βαγκ.

Το αποτέλεσμα, ωστόσο, παρά τα λιτά, άδεια πλάνα που επικεντρώνονται σε έναν ήρωα τη φορά, παρά την αγάπη στο αμερικέν, την κάμερα στο χέρι που ταξιδεύει στο Παρίσι, τον γραφικά επαναλαμβανόμενο μονόλογο του ήρωα που διαβάζει ένα λεξικό Λαρούς, είναι μια ταινία που ισοπεδώνεται κάτω από τον ναρκισσισμό και μια ανεξήγητη υπεροψία του δημιουργού της και μπλέκει την επίφαση της πολιτικής σκέψης (για το ανήκειν, την εθνική ταυτότητα, την αυτοδιάθεση) με μια υποκρισία και μια μπαναλιτέ, από τις οποίες το μόνο που διασώζεται είναι το εξαιρετικά, όμως εξαιρετικά, προικισμένο κορμί του πρωταγωνιστή της, το οποίο εμφανίζεται ολόγυμνο σε τακτά χρονικά διαστήματα, άξιο, μόνο αυτό, της Χρυσής Αρκτου που απέσπασε φέτος στην Berlinale το φιλμ.

ΣΙΝΕΜΑ
«Ο Κεν Λόουτς ήταν ο ήρωάς μου»
Ντέμπι Χάνιγουντ: Πώς η 47χρονη εκπαιδευτικός ξαφνικά έγινε η πρωταγωνίστρια στη νέα ταινία «Δυστυχώς, απουσιάζατε», του σπουδαίου Βρετανού σκηνοθέτη
«Ο Κεν Λόουτς ήταν ο ήρωάς μου»
ΣΙΝΕΜΑ
Ο αντικαπιταλιστής Κεν Λόουτς και το σίκουελ της «Λάμψης»
Πιστός στο ευαίσθητο, ανθρωποκεντρικό σύμπαν του, ο Λόουτς καταπιάνεται με μια βρετανική οικογένεια βιοπαλαιστών. • Ο Μάικ Φλάναγκαν ανέλαβε τη σκηνοθεσία του μακάβριου όσο και ηθικολογικού παραμυθιού, που...
Ο αντικαπιταλιστής Κεν Λόουτς και το σίκουελ της «Λάμψης»
ΣΙΝΕΜΑ
«Η ανθρωπότητα εξελίχθηκε, αλλά το κενό μεταξύ πλουσίων και φτωχών παραμένει»
Ο Νοτιο­κορεάτης σκηνοθέτης, Μπονγκ Τζουν-χο, μιλά για τα «Παράσιτα», την ταινία που του χάρισε τον Χρυσό Φοίνικα των Κανών.
«Η ανθρωπότητα εξελίχθηκε, αλλά το κενό μεταξύ πλουσίων και φτωχών παραμένει»
ΣΙΝΕΜΑ
Αγιογραφία Βαρουφάκη από Γαβρά και Χοακίν Φίνιξ για Οσκαρ
Ο Κώστας Γαβράς την πίστη που ο ίδιος νιώθει, στην ταινία «Ενήλικοι στην αίθουσα» δεν καταφέρνει στιγμή να τη μετουσιώσει κινηματογραφικά σε κάτι παραπάνω από ένα μονόπλευρο «λυσάρι» της ταραγμένης πολιτικής...
Αγιογραφία Βαρουφάκη από Γαβρά και Χοακίν Φίνιξ για Οσκαρ
ΣΙΝΕΜΑ
«Downton Abbey» στη μεγάλη οθόνη με μεγαλοπρέπεια
Το «Downton Abbey», η περιβόητη βρετανική σειρά που έγινε διεθνές φαινόμενο, αποφάσισε να κάνει ένα δωράκι στους θεατές που του έμειναν πιστοί επί έξι χρόνια.
«Downton Abbey» στη μεγάλη οθόνη με μεγαλοπρέπεια
ΣΙΝΕΜΑ
Βελγίδες νοικοκυρές σε χιτσκοκικό θρίλερ
Αρχές της δεκαετίας του ’60, σ’ ένα περιποιημένο βελγικό προάστιο, η Αλίς και η Σελίν είναι γειτόνισσες, φίλες και πανομοιότυπες… νοικοκυρές σε απόγνωση. Τα σπίτια τους είναι δίπλα, οι ζωές τους είναι ίδιες,...
Βελγίδες νοικοκυρές σε χιτσκοκικό θρίλερ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας