Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ο ποιητής του γέλιου μιας αναρχικής, ελεύθερης Ελλάδας
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ο ποιητής του γέλιου μιας αναρχικής, ελεύθερης Ελλάδας

  • A-
  • A+

«Γιατί να μην έχω κέφι; Είμαι 81 στα 82 και ετοιμάζω τη νέα μου ταινία», μας έλεγε πέρυσι τον Δεκέμβριο. Το «Χιόνι», έτσι θα την έλεγαν, με κάτι σαν υπότιτλο το τρίστιχο «ένα τραγούδι είσαι, που χρόνια με εκδικείσαι, γιατί δεν έχει ξεχαστεί», δυστυχώς δεν θα γυριστεί πια. Ο Σταύρος Τσιώλης, μια από τις πιο ταλαντούχες, ξεχωριστές και λαοφιλείς προσωπικότητες της ελληνικής έβδομης τέχνης, πέθανε χθες τα ξημερώματα, όπως ανακοίνωσε η οικογένειά του στην προσωπική του σελίδα στο facebook με ένα γεμάτο συναίσθημα κείμενο.

«Σήμερα, Τρίτη 23 Ιουλίου, στις 6.10 το πρωί ο αγαπημένος μας πατέρας, φίλος και αδελφός Σταύρος Τσιώλης ταξίδεψε στους ουρανούς, πέταξε προς έναν άλλο πολύχρωμο γαλαξία, ένα καλύτερο κόσμο όπου οι ψυχές χαίρονται το λίκνισμα των αστεριών και δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να προσεύχονται για όλους και όλα τα μικρά και ταπεινά πράγματα που αγάπησαν σ’ αυτή τη ζωή... Μόνο λύπη για όλα αυτά που μας χώρισαν και άγια τύχη για όλα αυτά που μας ένωσαν».

Η νεκρώσιμος ακολουθία δεν έχει ακόμα κανονιστεί, η οικογένειά του θα την ανακοινώσει σύντομα, αλλά, όπως μας είπε η αγαπημένη του κόρη Κατερίνα, πάντα στο πλευρό του, στην τέχνη του και στη ζωή του, ο σκηνοθέτης, αν και πάντα πιστός στην Αριστερά, ήθελε μια κανονική κηδεία με τους ψαλμούς που τόσο αγαπούσε, έστω και στην Αθήνα και όχι στην Τρίπολη της καρδιάς του.

Νίκος Κούρκουλος, «Κατάχρηση Εξουσίας», 1971

Ο Σταύρος Τσιώλης, γεννημένος στην Τρίπολη το 1937 και παθιασμένος Αρκάς, ακολούθησε με πάθος τον δρόμο του σινεμά υπακούοντας στην ψυχή και τη μεγάλη του καρδιά, χωρίς να επαναπαυτεί ούτε στιγμή. Πέρασε από τη δόξα, την κορφή και τα πολλά λεφτά στο περιθώριο και τη μοναξιά, αλλά και ξαναπήρε δύναμη να συνεχίσει με τους δικούς του όρους.

Γι’ αυτό και αποτελεί μοναδική ίσως περίπτωση σκηνοθέτη, που κατάφερε και τα δυο. Και να μεγαλουργήσει την εποχή του παλιού εμπορικού σινεμά με σκληρά νουάρ, αλλά και να αναγνωριστεί, αλλαγμένος πια, ως auteur με ευδιάκριτη υπογραφή, στις εποχές του Νέου Ελληνικού σινεμά. Να αγαπηθεί από τον Φίνο και τον Κούρκουλο, αλλά και να λατρευτεί από τους διανοούμενους θεωρητικούς του κινηματογράφου, με πρώτο και καλύτερο τον φίλο και συνεργάτη του, Χρήστο Βακαλόπουλο. Να κόψει τεράστιο αριθμό εισιτηρίων με την «Κατάχρηση εξουσίας» το 1971, αλλά και να γίνει viral στο ίντερνετ χάρη στην sui generis κωμωδία «Ας περιμένουν οι γυναίκες» (1998) με τρεις μπατζανάκηδες από τη Θεσσαλονίκη (Αργύρης Μπακιρτζής, Γιάννης Ζουγανέλης, Σάκης Μπουλάς) που στήνουν τις γυναίκες τους στη Θάσο για να ακολουθήσουν τις ερωτικές και άλλες εμμονές τους.

«Μόνο ο Σακελλάριος έβλεπε ότι έχω την κωμωδία μέσα μου», μας είχε πει ο Σταύρος Τσιώλης για να εξηγήσει το δύσκολα εξηγήσιμο σταδιακό πέρασμά του από σκληρές ταινίες για υπόκοσμο και λεβέντες άντρες ή μελό με χαμένα παιδάκια, που μούσκευαν τα μαντίλια του κοινού, σε γκροτέσκες κωμωδίες γεμάτες ποίηση και αναρχία. Δεν αρνιόταν, όμως, ποτέ ότι χρωστάει πολλά στον Φιλοποίμενα Φίνο, τον παραγωγό, που εμπιστεύτηκε εν λευκώ και ανέδειξε σε σκηνοθέτη μεγάλων ταινιών με σταρ πρωταγωνιστές (Κούρκουλος, Καζάκος, Χρονοπούλου) τον Τριπολιτσιώτη σπουδαστή, που δεν πήρε ποτέ το πτυχίο του από του Σταυράκου, αλλά έπεσε γύρω στο 1958 με τα μούτρα στον χώρο του σινεμά, να κάνει τα πάντα, να δουλεύει και να μαθαίνει.

«Ο μικρός δραπέτης», 1968

Η πρώτη ολοδική του ταινία ήταν ο «Μικρός δραπέτης» (1968), δράμα σε δικό του σενάριο (και παραγγελιά της ευσυγκίνητης και με επιρροή στον σύζυγό της κυρίας Τζέλλας Φίνου). Ακολούθησαν τα πασίγνωστα εμπορικά μεγαθήρια «Πανικός» (1969), «Ζούγκλα των πόλεων» (1970) και «Κατάχρηση εξουσίας» (1971) και κει, πάνω στον θρίαμβο, ο καλλιτέχνης Τσιώλης νιώθει, όπως έχει πει, το πλήρες προσωπικό «αδιέξοδο».

«Ενώ ήμουν αριστερός, έβαζα αστυνομικούς να κυνηγάνε παιδιά που λιώνουν από τα ναρκωτικά. Αλλά, μήπως ήξερα και τι άλλο να κάνω; Μη γελιόμαστε, αυτές οι ταινίες γίνονταν τότε», έχει πει στην «Εφ.Συν.».

Τα βροντάει, λοιπόν, εξαφανίζεται από τα πλατό, γυρνάει την Ελλάδα ως πλασιέ ειδών λαϊκής τέχνης και χώνεται στα σινεμά τέχνης ξανασπουδάζοντας με επιμέλεια την τέχνη του: Μπέργκμαν, Κουροσάβα και κουβέντες με τον Χρήστο Βακαλόπουλο.

Η επιστροφή του στο σινεμά δεν ήταν, όμως, εύκολη, έγινε με ψυχικό κόπο και αμφιβολίες, με το ένα πόδι στις παλιές του συνήθειες, το άλλο στα πετάγματα του νέου Τσιώλη, που γεννιόταν σιγά σιγά κι ας τον κοίταζαν με μισό μάτι, αυτόν «τον απατεώνα της Φίνος Φιλμ», κάποιοι κριτικοί. Ηρθαν γρήγορα και τα βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης δίπλα στους νέους σκηνοθέτες. «Μια τόσο μακρινή απουσία» (1985), «Σχετικά με τον Βασίλη» (1986), «Ακατανίκητοι εραστές» (1988) και μετά η μεγάλη σειρά των σουρεάλ κωμωδιών του, από τον κεχαϊδικό «Ερωτα στη χουρμαδιά» μέχρι την τελευταία του ταινία, το «Γυναίκες που περάσατε από δω» (2018), που έκλεισε και μια τριλογία θηλυκού γένους, που ξεκίνησε με το «Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε»(1992) και συνεχίστηκε με το καλτ πια «Ας περιμένουν οι γυναίκες».

Γιάννης Ζουγανέλης, Αργύρης Μπακιρτζής, «Ας περιμένουν οι γυναίκες», 1998

Δημιουργήθηκε και το τεράστιο και πιστό φαν κλαμπ του, που τον ακολουθούσε από ταινία σε ταινία και δεν έβαζε άλλον πάνω από αυτόν. Και στη μέση ο Σταύρος Τσιώλης, ο αρχηγός. Χαρούμενος, τρυφερός, αστείος, παραμυθάς ατέλειωτος, λάτρης μιας Ελλάδας που έβγαινε θαρρείς μόνο από τα δικά του μάτια, Πελοπόννησος ή Μακεδονία, αδιάφορο, γεμάτη γύφτικες κομπανίες, αξιοπρεπείς και ονειροπόλους μικροαπατεώνες, ποιητικούς ερωτύλους και άπιαστες γυναικείες οπτασίες. Ολο αγάπη, νοσταλγία, κέφι και πολιτισμό. Χωρίς πολλές-πολλές δομές και κινηματογραφικές δεξιοτεχνίες, έτσι απλά, σχεδόν θεατρικά, πάνω σε πρόσωπα ιδιαίτερα, από τον Αργύρη Μπακιρτζή των «Χειμερινών Κολυμβητών», τον Σάκη Μπουλά και τον Γιάννη Ζουγανέλη, μέχρι τον Ερρίκο Λίτση και τον Κωνσταντίνο Τζούμα. Αλλά και κάτι μεγαλειώδεις ερασιτέχνες, που μπορεί να είχαν κρεοπωλείο στην Τρίπολη ή να έβοσκαν πρόβατα στο Μαίναλο.

Ο θάνατος του Σταύρου Τσιώλη είναι ένα γεγονός μεγάλο που ξέφυγε από τα όρια του σινεμά και του πολιτισμού και έφτασε χθες μέχρι την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών.

«Η κυβέρνηση εκφράζει τα συλλυπητήριά της για την απώλεια του κινηματογραφιστή Σταύρου Τσιώλη. Θα μας λείψει ο διεισδυτικός και βαθιά πολιτικός τρόπος που σχολίαζε τη Μεταπολίτευση», είπε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Στέλιος Πέτσας. Μπορεί να σκεφτόταν και τις ξεκαρδιστικές ατάκες του πρασινοφρουρού Σάκη Μπουλά στο «Ας περιμένουν οι γυναίκες», που κρατάνε ζωντανό και διαχρονικό το περίφημο συνέδριο της Ν.Δ. στη Βόλβη (Χαλκιδική) το 1979, περισσότερο, ίσως, και από τη σημασία του για την ίδια την παράταξη.

Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη στο δικό της μήνυμα αναφέρθηκε, πέρα από το σημαντικό έργο του, και στον άνθρωπο Τσιώλη, «γλυκό, ευγενή, πολύ αγαπητό στον κόσμο της ελληνικής κινηματογραφίας».

Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, που πάντα τον καλοδεχόταν και τον αποθέωνε, αποχαιρέτησε τον «αγαπημένο φίλο του» Σταύρο Τσιώλη, που «έκανε μέσα από το σινεμά και το Φεστιβάλ, σπίτι του τη Θεσσαλονίκη». Τα ίδια και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, που είχε μάλιστα ανεβάσει το 2016 το θεατρικό του έργο «Ταξιδεύοντας με τον ΠΑΟΚ» σε σκηνοθεσία Ταξιάρχη Χάνου, η Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών, το Κέντρο Κινηματογράφου.

ΣΙΝΕΜΑ
Θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, αλλά φοβόμαστε
Οχτώ φοιτητές της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, με όλη την τόλμη της νιότης τους. Και στη μέση μια ερωτική, αντισυμβατική καθηγήτρια, που κατεβαίνει...
Θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, αλλά φοβόμαστε
ΣΙΝΕΜΑ
Παβλικόφσκι, Κουαρόν, Κόρε-Εντα και οι άλλοι
Tα ξενόγλωσσα Οσκαρ κάθε χρονιά βιάζονται, είναι και τόσο πολλές οι υποψηφιότητες. Ογδόντα εφτά χώρες υπέβαλαν φέτος τη δικιά τους «καλύτερη» ταινία· εμείς την «Πολυξένη» της Δώρας Μασκλαβάνου. Ετσι, γίνεται...
Παβλικόφσκι, Κουαρόν, Κόρε-Εντα και οι άλλοι
ΣΙΝΕΜΑ
Μόνο ο Σακελλάριος έβλεπε ότι έχω την κωμωδία μέσα μου
Μετά τον Κούρκουλο και την «Κατάχρηση εξουσίας», ο πετυχημένος σκηνοθέτης της Φίνος Φιλμ τη δεκαετία του ‘60, έγινε με κόπο και περιπέτειες ο πιο αγαπημένος, ιδιόρρυθμος δημιουργός της νέας εποχής του...
Μόνο ο Σακελλάριος έβλεπε ότι έχω την κωμωδία μέσα μου
ΣΙΝΕΜΑ
«Αγνωστοι» αλλά σπουδαίοι
Ενα φεστιβάλ οφείλει να συστήνει στους θεατές νέα, άγνωστα αλλά σημαντικά ονόματα για την κινηματογραφική τέχνη. Τι μεγαλύτερο δώρο από αυτό στους σινεφίλ; Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το κάνει αυτό χρόνια τώρα με...
«Αγνωστοι» αλλά σπουδαίοι
ΣΙΝΕΜΑ
Χιούμορ, τόλμη και πίστη στο νέο αίμα
Εννιά χρόνια κιόλας και τα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, ξεπερνώντας τις όποιες αντιστάσεις υπήρξαν στην αρχή από μικρή μερίδα του χώρου, καθιερώθηκαν σαν θεσμός αλλά και σαν άποψη και στιλ Ο...
Χιούμορ, τόλμη και πίστη στο νέο αίμα
ΣΙΝΕΜΑ
Απέραντο γαλάζιο
Προικισμένο από πέρυσι από τον Ορέστη Ανδρεαδάκη με διάφορα ανεξάρτητα βραβεία το μη διαγωνιστικό Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, κομμάτι ξεχωριστό αλλά σημαντικό μέσα στο διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης,...
Απέραντο γαλάζιο

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας