Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
«Μπραντ Πιτ και Λεονάρντο ντι Κάπριο, οι μόνοι αστέρες του Χόλιγουντ»

Κουέντιν Ταραντίνο

Photo by Eric Jamison/Invision/AP
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

«Μπραντ Πιτ και Λεονάρντο ντι Κάπριο, οι μόνοι αστέρες του Χόλιγουντ»

  • A-
  • A+
Ο θριαμβευτής των Κανών (κι ας μη βραβεύτηκε) μιλάει αποκλειστικά στην «Εφ.Συν.» για τη νέα του ταινία «Οnce upon a time in Hollywood», τους δύο απόλυτους πρωταγωνιστές του και για το Χόλιγουντ της δεκαετίας του ’60. Μετά τον γάμο του, βρίσκεται σε ένα πολύ ευτυχισμένο σημείο της ζωής του, όπως λέει, ενώ δεν αποκλείει σύντομα να κλείσει το κεφάλαιο της σκηνοθεσίας.

ΛΟΣ ΑΝΤΖΕΛΕΣ

Το σχολείο του 55χρονου Κουέντιν Ταραντίνο ήταν το Video Archives, ένα βιντεάδικο του Λος Αντζελες στη δεκαετία του ’80. Εκεί μορφώθηκε βλέποντας ταινίες ακατάπαυστα, διαμόρφωσε ένα ιδιόμορφο γούστο για όλα τα κινηματογραφικά πράγματα –ιστορίες, χαρακτήρες και καταστάσεις– και εκεί συνάντησε τον παραγωγό που θα γινόταν αργότερα συνεταίρος του.

Εξοπλισμένος μ’ έναν εξαιρετικά εύστροφο και ευφάνταστο νου, αλλά και μια ατίθαση προσωπικότητα, ο Ταραντίνο εγκατέλειψε το Γυμνάσιο στα 14 και βγήκε στην αγορά σαν μικρός καουμπόης –ακολούθησε τον δικό του νόμο ύπαρξης–, καταλήγοντας στο Χόλιγουντ ως σεναριογράφος και σκηνοθέτης με την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, «Reservoir Dogs», το 1992.

Οπως στη ζωή έτσι και στη δουλειά, ο Ταραντίνο επέβαλε τους δικούς του όρους και το δικό του όραμα. Γνωρίζοντας τη χώρα του από πρώτο χέρι, αλλά και μέσα από το σινεμά, έγινε μάστορας καταστάσεων που αντιπροσωπεύουν αποκλειστικά τον αμερικανικό βίο, όπως αντίστοιχα συνδέουμε το έργο του Ζαν Λικ Γκοντάρ με τη γαλλική κοινωνία ή του Μάικ Λι με την αγγλική.

Το «Pulp Fiction» (1994), η δεύτερη ταινία του Ταραντίνο, έχει μείνει στη μνήμη μας όχι μόνο σαν ένα αριστούργημα του αμερικανικού κινηματογράφου, αλλά και σαν αυτό που όρισε τον ίδιο τον Ταραντίνο ως έναν σύγχρονο καλλιτέχνη του γουέστερν. Από τότε, όλα του τα έργα, ακόμα και τα φημισμένα «Kill Bill-Volume 1» (2003), «Kill Bill-Volume 2» (2004) ή τα καθαρά γουέστερν «Django, ο τιμωρός» (2012) και «Οι μισητοί 8» (2015) θα μετριόνταν ανάλογα με την επιτυχία του «Pulp Fiction».

Από τότε προσδοκούμε πως ο Ταραντίνο θα συνεχίσει να εμπλουτίζει τον κόσμο αυτόν του περιθωρίου –όπως άλλωστε συμβαίνει και με τις κλασικές ταινίες για την άγρια Δύση– όπου ο ήρωας πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνος, χωρίς καμιά στήριξη, παρά την ανεξάρτητη και ελεύθερη σκέψη του, στο μοναχικό του ταξίδι, πάντα εμπνευσμένο από κάποια παράξενη χίμαιρα.

Δεν έχει σημασία αν ο Ταραντίνο καταπιάνεται με τις πολεμικές τέχνες, τη δουλεία των μαύρων ή τη χρυσοθηρία –το θέμα πάντα προσαρμόζεται στο πνεύμα του γουέστερν. Το ίδιο ισχύει και για την τελευταία του δημιουργία που ενθουσίασε κοινό και κριτικούς στο τελευταίο Φεστιβάλ των Κανών, το «Οnce upon a time in Hollywood», όπου ο Λεονάρντο ντι Κάπριο παίζει έναν ξεπεσμένο ηθοποιό στο τέλος της δεκαετίας του ’60, ο Μπραντ Πιτ τον κασκαντέρ του και η Μάργκοτ Ρόμπι τη Σάρον Τέιτ.

Τη γυναίκα του Ρόμαν Πολάνσκι την οποία δολοφόνησε η σατανική ομάδα του Τσαρλς Μάνσον, ενώ εκείνη ήταν έγκυος. Αλήθεια, ποιο ευφορότερο έδαφος από το Χόλιγουντ της αμαρτίας και της απαράμιλλης βίας του Τσαρλς Μάνσον, της ηλιοκαμένης Καλιφόρνιας και των σκιερών στούντιο, θα μπορούσε να αδράξει την προσοχή αυτού του σκηνοθέτη;

Αν και μας φαίνεται φυσικό, στην τελευταία του ταινία ο Ταραντίνο έπραξε κάτι που μάλλον κανείς άλλος δεν τόλμησε προηγουμένως: Εστρεψε τον καθρέφτη στον ίδιο τον δημιουργό των γουέστερν –στο Χόλιγουντ–, μετατρέποντας έτσι το ίδιο το Χόλιγουντ σε γουέστερν. Ο τίτλος, εξάλλου, τα λέει όλα.

• Η ταινία σας αυτή έχει περιγραφεί ως μια ωδή στο Χόλιγουντ της παιδικής σας ηλικίας.

Οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν το όνομα του Χόλιγουντ για να περιγράψουν τη βιομηχανία του κινηματογράφου, που άλλωστε είναι και το θέμα της ταινίας. Αλλά, στην ταινία, το όνομα έχει σχέση και με την πόλη του Χόλιγουντ μέσα στην ευρύτερη περιοχή του Λος Αντζελες. Βρισκόμουν στο Λος Αντζελες το 1969, ήμουν 6-7 χρόνων, αλλά το θυμάμαι πολύ καλά. Θυμάμαι τι έπαιζε η τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τα παιδικά προγράμματα και τα καρτούν του Σαββάτου και το «Horror House».

Θυμάμαι τη μουσική στο ραδιόφωνο –τότε ο σταθμός που ακούγαμε ήταν ο 93KHJ, που παίζει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, ενώ οι disc jockeys σχεδόν υπηρετούν τον ρόλο του αφηγητή. Αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε ξεχωριστή θέση, πώς να σας το πω... ότι είμαι αρκετά μεγάλος ώστε να έχω ζήσει τότε, αλλά όχι και τόσο μεγάλος που να μην μπορώ να κάνω μια ολοζώντανη ταινία για την εποχή εκείνη (γέλια). Ημουν στην ηλικία τότε που μπορούσα να απορροφήσω και να καταλάβω το περιβάλλον μου. Από αυτή την άποψη, η ταινία είναι για μένα μια ανάμνηση, όπως το «Ρόμα» είναι για τον Αλφόνσο Κουαρόν.

• Το παλιό Χόλιγουντ επιδείκνυε αστέρες, αντίθετα με το σημερινό Χόλιγουντ που φαίνεται πως ξέρει μόνο διασημότητες, όχι πραγματικούς αστέρες. Θα λέγατε ότι ο Μπραντ Πιτ και ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο είναι οι μόνοι αστέρες που μας έχουν απομείνει;

(Γέλια) Αν δεν είναι οι μόνοι που έχουν απομείνει, αναρωτιέμαι ποιοι άλλοι υπάρχουν. Ισως η Τζούλια Ρόμπερτς. Συμφωνώ ότι μιλάμε για διασημότητες παρά για αστέρες του κινηματογράφου ή μάλλον αστέρες τώρα είναι οι ρόλοι και όχι οι ηθοποιοί που τους παίζουν. Αλλά για μένα το γεγονός ότι δούλεψα με δύο από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς μας ήταν σπουδαίο.

Σκηνή από την ταινία «Οnce upon a time in Hollywood»

Photo by Andrew Cooper

• Εχουν περάσει 25 χρόνια από τότε που παίχτηκε το «Pulp Fiction» στις Κάνες και από τότε συνεχίσατε να δημιουργείτε στο Χόλιγουντ. Τι αλλαγές έχετε παρατηρήσει στη βιομηχανία;

Το πρώτο πράγμα που μου λείπει είναι το γεγονός ότι παλιότερα όλοι γύριζαν και έδειχναν τις ταινίες τους σε φιλμ. Οταν άρχισα την καριέρα μου, ήμουν ένας ανεξάρτητος κινηματογραφιστής. Στη δεκαετία του ’90, υπήρχε πραγματικός ανεξάρτητος κινηματογράφος με τη δική του αγορά, με τον ίδιο τρόπο που υπήρχε και η ανεξάρτητη μουσική την ίδια περίοδο.

Πολλοί κινηματογραφιστές έκαναν ταινίες τότε που αγόραζαν οι διανομείς όχι μόνο για το Λος Αντζελες και τη Νέα Υόρκη αλλά για όλη την Αμερική. Με το «Reservoir Dogs», ταξίδεψα στο Τόκιο και το Σάο Πάολο, από δω και από κει, για έναν ολόκληρο χρόνο. Αυτή η αγορά δεν υπάρχει πια. Φτιάχνονται ταινίες μικρού προϋπολογισμού, αλλά πού παίζονται; Φαντάζομαι, παίζονται στην τηλεόραση αλλά δεν είναι το ίδιο με ένα ζωντανό κινηματογραφικό κίνημα, που δεν είναι μόνο για τους κινηματογραφόφιλους αλλά για όλους.

Στη δεκαετία του ’90, οι νέοι σταματούσαν να φτιάχνουν μουσική στα γκαράζ τους, προτιμώντας να εκφραστούν με την κάμερα. Είναι λυπηρό για μένα ότι δεν υπάρχουν πια αυτοί οι δρόμοι, αν και στον κινηματογράφο τα πράγματα άλλαξαν λιγότερο από ό,τι στη μουσική, όπου όλα είναι διαφορετικά και όπου δεν μιλάμε καν για βιομηχανία πλέον.

• Νιώθετε νοσταλγικά για το Χόλιγουντ της ταινίας σας;

Οχι, απλά το βλέπω ως μια πολύ ενδιαφέρουσα περίοδο, μια ιδιαίτερη στιγμή τόπου και χρόνου. Μιλάμε για μια έκρηξη χιπισμού στο Χόλιγουντ, που έγινε φανερή μόνο το 1969 και που είχε ξεπεραστεί ήδη από το 1970.

• Αισθάνεστε, όπως έχει πει και ο Γούντι Αλεν, πως έχετε μια συλλογή από ιδέες;

Ναι, βέβαια. Εχω ένα απόθεμα από σεκάνς και σκηνές που δεν κατάφερα να περιλάβω στις ταινίες μου ώς τώρα, αλλά που ελπίζω ότι θα μπορέσω να τις τοποθετήσω αλλού αργότερα.

• Πώς γεννήθηκε μέσα σας η ιδέα γι’ αυτή την ταινία;

Η ιδέα μού ήρθε λίγο μετά το «Death Proof» και έκτοτε ασχολήθηκα σοβαρά επί πέντε χρόνια με το «Once upon a time in Hollywood». Εγραψα την πρώτη σκηνή σ’ ένα ξενοδοχείο στο Οστιν. Οταν πρωτάρχισα να γράφω, είχε τη μορφή μυθιστορήματος. Εγραψα τα δύο πρώτα κεφάλαια, τα οποία συνέχισα να δουλεύω για έναν ολόκληρο χρόνο. Μετά ασχολήθηκα με τη σεκάνς με τον χαρακτήρα του Αλ Πατσίνο.

Για τα επόμενα δύο χρόνια, μάθαινα περισσότερο τους χαρακτήρες μου, επενδύοντας χρόνο στην ίδια σκηνή. Και δεν ήθελα αναγκαστικά να βάλω τη σκηνή στην ταινία, αλλά για μένα ήταν ένας τρόπος διείσδυσης στους χαρακτήρες. Επειτα από αυτή τη διαδικασία, έπρεπε να αποφασίσω τι ιστορία ήθελα να πω. Για ένα διάστημα, σκεφτόμουν να το γυρίσω σε μελόδραμα, αλλά τελικά αποφάσισα να αφήσω τους χαρακτήρες να σταθούν μόνοι τους, να παρακολουθήσουμε λίγες μέρες της ζωής τους. Δεν υπάρχει ουσιαστικά ιστορία. Αυτοί είναι η ιστορία.

• Μιλήστε μας για την παρουσία του Μπρους Λι στην ταινία.

Το ενδιαφέρον στην ταινία, εκτός από ό,τι αφορά τη Σάρον Τέιτ και τον Πολάνσκι, είναι ότι διάφορες προσωπικότητες διένυσαν την εποχή εκείνη, είτε μιλάμε για τον Στιβ Μακ Κουίν, τη Μάμα Κας ή τη Μισέλ Φίλιπς ή και πολλοί άλλοι, όπως ο Γουόρεν Μπίτι, ο οποίος όμως δεν παρουσιάζεται στην ταινία.

Η Σάρον και ο Ρόμαν ήταν στενοί φίλοι του Μπρους Λι. Μια από τις πρώτες σκηνές πάλης χορογραφημένες από τον Μπρους Λι, στην ταινία του 1968 «Τα μυστικά όπλα των κατασκόπων», ήταν με τη Σάρον και τη Νάνσι Κουάν. Εκεί έγιναν φίλοι ο Μπρους και η Σάρον, ενώ ο ίδιος άρχισε να της μαθαίνει πολεμικές τέχνες μετά την ταινία. Κι όταν η Σάρον παντρεύτηκε τον Ρόμαν, άρχισε να του κάνει μαθήματα κι εκείνου.

• Κάνετε χρήση της ασύγκριτης –εκτός ίσως από του Μάρτιν Σκορσέζε– γνώσης που έχετε για την ιστορία του κινηματογράφου στο πρόγραμμα της ιδιόκτητης αίθουσάς σας New Beverly Cinema;

Ναι, διαλέγω τα πάντα, σχεδιάζω όλο το βασικό πρόγραμμα, ακόμα και των μεσονύχτιων και των παιδικών προβολών.

• Δεν μας έχει συχνά απασχολήσει η προσωπική σας ζωή, όμως πώς αισθάνεστε για τον πρόσφατο γάμο σας με την Ντανιέλα Πικ; Πιστεύετε ότι η σχέση σας θα επηρεάσει τη δημιουργικότητά σας;

Δεν γνωρίζω αν η σχέση μου θα έχει κάποιον αντίκτυπο στη δουλειά μου, μπορώ όμως να σας πω ότι τώρα είμαι ένας λιγότερο θυμωμένος άνθρωπος! Αυτή τη στιγμή, δεν έχω κάτι που προσπαθώ να προωθήσω ή να αποδείξω –βρίσκομαι σε ένα πολύ ευτυχισμένο σημείο της ζωής μου.

• Αυτή είναι η ένατη ταινία σας. Τι σημαίνει για την όλη εξέλιξή σας ως κινηματογραφιστή;

Η ταινία αποτελεί κάτι σαν σύνοψη της σταδιοδρομίας μου ώς τώρα, όχι γιατί το επιδίωξα, αλλά επειδή γίνονται διασταυρώσεις με τις προηγούμενες ταινίες μου. Οταν, τελειώνοντας το σενάριο, συνειδητοποίησα αυτή την τάση, δεν προσπάθησα να την απαλείψω, αλλά μάλλον να την εκμεταλλευτώ. Αν σας αρέσουν οι ταινίες μου, θα παρατηρήσετε μερικά κοινά σημεία.

• Εχετε πει ότι θα αποσυρθείτε μετά τη δέκατη ταινία. Ισχύει ακόμα αυτό;

Ναι. Αισθάνομαι ότι έχω εκτελέσει αυτό για το οποίο ήμουν προορισμένος και σε λίγο θα είναι ώρα να μαζέψουμε τα άλογα... (γέλια)

ΣΙΝΕΜΑ
Mια αλλιώτικη γυναίκα και η εξαφάνιση της Αγκαθα Κρίστι
Η ταινία του πολιτογραφημένου Δανού, ιρανικής καταγωγής, Αλί Αμπάσι, που κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο στο «Ενα Κάποιο Βλέμμα» του προηγούμενου, 71ου Φεστιβάλ Κανών, είναι η πιο πρωτότυπη, τολμηρή ματιά στις...
Mια αλλιώτικη γυναίκα και η εξαφάνιση της Αγκαθα Κρίστι
ΣΙΝΕΜΑ
Οι Κάνες πρέπει να είναι τέλειες...
Ο διευθυντής του Φεστιβάλ Κανών, Τιερί Φρεμό, δεν αντιμετωπίζει ποτέ την πλήρη αποδοχή στην παραδοσιακή συνέντευξη Τύπου που δίνει στην έναρξη του φεστιβάλ –κι η φετινή ήταν από τις πιο αιχμηρές.
Οι Κάνες πρέπει να είναι τέλειες...
ΣΙΝΕΜΑ
Θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, αλλά φοβόμαστε
Οχτώ φοιτητές της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, με όλη την τόλμη της νιότης τους. Και στη μέση μια ερωτική, αντισυμβατική καθηγήτρια, που κατεβαίνει...
Θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, αλλά φοβόμαστε
ΣΙΝΕΜΑ
Εδώ είναι Βαλκάνια;
Καθώς οι ταινίες, ειδικά ενός ανέκαθεν πολιτικά συνειδητοποιημένου και μάχιμου φεστιβάλ όπως η Berlinale, δίνουν όλο και μεγαλύτερη σημασία στην έννοια και τις προεκτάσεις της ταυτότητας, εθνικής, φύλου,...
Εδώ είναι Βαλκάνια;
ΣΙΝΕΜΑ
Η πολυπολιτισμική εικόνα της βίας
Εχοντας φτάσει σχεδόν στη μέση της Berlinale, οι ταινίες που έχουν ξεχωρίσει είναι λίγες, αλλά δυνατές σαν γροθιές, ή ακόμα πιο πολύ, αφού η καθεμιά τους προσεγγίζει τη βία μ’ έναν τρόπο κοντινό στην κουλτούρα...
Η πολυπολιτισμική εικόνα της βίας
ΣΙΝΕΜΑ
Σε πρώτο πλάνο οι γυναίκες
Αυλαία για την 69η Berlinale και όλα τα φλας πάνω στην υπέροχη Ζιλιέτ Μπινός, πρόεδρο της Κριτικής Επιτροπής, η οποία μίλησε για #metoo και Γουάινστιν. Εφαρμόζοντας την ισότητα των φύλων, η διοργάνωση...
Σε πρώτο πλάνο οι γυναίκες

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας