Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ερωτικό θρίλερ με έμπνευση Μουρακάμι
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ερωτικό θρίλερ με έμπνευση Μουρακάμι

  • A-
  • A+

Το παιχνίδι με τη φωτιά   ★★★½☆☆

(Beoning, Ν. Κορέα, 2018, 148')

  • Σκηνοθεσία: Λι Τσανγκ-ντονγκ
  • Ηθοποιοί: Στίβεν Γιουν, Γιου Α-ιν, Τζουν Γιονγκ-σέο

Η νέα ταινία του Νοτιοκορεάτη δημιουργού, ενός από τους πιο τολμηρούς, ιδιοσυγκρασιακούς και μαζί ρομαντικούς της εποχής μας, είναι από εκείνες που, καιρό αφού τις δεις, τις σκέφτεσαι με θαυμασμό, μελαγχολία, ειλικρινή αγάπη – επειδή έχεις ψιλοξεχάσει πόσο αργά περνούσε η ώρα όταν την έβλεπες.

Ο Γιoνγκ-σου, ένας νέος που έχει μόλις μείνει άνεργος, αλλά θέλει να γίνει συγγραφέας, συναντά τη Χάεμι και την ερωτεύεται με πάθος, μαγεμένος από τον ερωτισμό της και τη μυστηριώδη, εκρηκτική προσωπικότητά της. Για πολύ λίγο γίνεται δική του, αλλά σύντομα η Χάεμι φεύγει ταξίδι και επιστρέφει με τον Μπεν, έναν πλούσιο, γοητευτικό άνδρα με μια παρόρμηση να βάζει φωτιά, κυριολεκτικά και μεταφορικά, που διεκδικεί τη Χάεμι και μοιάζει να την κερδίζει. Η απόγνωση του Γιονγκ-σου θα τον οδηγήσει σε μονοπάτια εκδίκησης, μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας.

Εμπνευσμένος από ένα διήγημα του Χαρούκι Μουρακάμι, που δημοσιεύτηκε το ’92 στο New Yorker, με τον τίτλο «Φλεγόμενος αχυρώνας» και συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή «Ο ελέφαντας εξαφανίζεται», ο Λι Τσανγκ-ντονγκ μοιάζει να κάνει ένα μεγαλειώδες, συνταρακτικό ρομάντζο και μαζί να παγιδεύει αυτή τη φευγαλέα αίσθηση ματαιότητας της σημερινής νιότης.

Ενα μέρος της σαγήνης της ταινίας είναι ότι ο Λι Τσανγκ-ντονγκ στήνει πλάνα που φαίνονται ν’ ανήκουν στην ποίηση του μαγικού ρεαλισμού, ενώ αφηγούνται μια ιστορία προσγειωμένη σε μια πεζή πραγματικότητα. Με τη φόρμα ενός ψυχολογικού θρίλερ μυστηρίου, χτίζει σιωπηλές σκηνές που αγγίζουν κατ’ ευθείαν και το δέρμα και την καρδιά, αναζητώντας απαντήσεις σ’ ένα αίνιγμα. Αλλά το αληθινό αίνιγμα δεν είναι αν υπάρχει η γάτα της Χάεμι ή αν ο Μπεν καίει πραγματικά αχυρώνες για την απόλαυσή του να τους βλέπει να καίγονται· είναι η ίδια η ανθρώπινη ύπαρξη και η ζωή που είναι αναγκασμένη να διάγει. Μια ταινία βιωματικά έντονη, όσο και αργή στην εξέλιξή της και απαιτητική, οδηγείται σ’ ένα μνημειώδες φινάλε που δικαιώνει τον κόπο.

ΙΝΤΕΑΛ, ΝΙΡΒΑΝΑ

Η στολή του λοχαγού    ★★☆☆☆

(Der Hauptmann, Γερμανία, Γαλλία, Πολωνία, Κίνα, Πορτογαλία, 2017, 118')

  • Σκηνοθεσία: Ρόμπερτ Σβέντκε
  • Ηθοποιοί: Μαξ Χουμπάχερ, Μίλαν Πέσελ, Φρέντερικ Λάου

Ο Γερμανός Ρόμπερτ Σβέντκε, που έκανε επί μία δεκαετία καριέρα στην Αμερική με δράματα και περιπέτειες σαν το «The Time Traveller’s Wife», το «Red» με τον Μπρους Γουίλις ή το νεανικό θρίλερ φαντασίας «Insurgent», επιστρέφει στη γενέτειρά του μ’ ένα ακραιφνώς γερμανικό θέμα, αλλά δυσκολεύεται να διαπεράσει την αισθητική και να συναντήσει τον ήρωά του.

Η ταινία μεταφέρει στην οθόνη την απίστευτη κι όμως απόλυτα αληθινή ιστορία του Βίλι Χέρολντ, γνωστού και ως «εκτελεστή του Εμσλαντ». Εικοσάχρονος στρατιώτης του Τρίτου Ράιχ το 1945, στα τέλη του πολέμου και λίγο πριν από την ήττα της Γερμανίας, ο Χέρολντ έχασε το τάγμα του, αλλά ανέλαβε μόνος του δράση. Δανείστηκε τη στολή, το αυτοκίνητο και την ταυτότητα ενός λοχαγού της Λουφτβάφε και περιόδευσε σε στρατόπεδα όπου κρατούνταν Γερμανοί στρατιώτες που είτε είχαν λιποτακτήσει είτε λεηλατήσει τον γερμανικό πληθυσμό, εκτελώντας τους σ’ ένα μακελειό διαρκείας, έναν πυρετό παρανοϊκής εθνικιστικής αυτοδικίας με πάνω από 120 θύματα.

Παρότι ο Σβέντκε καταπιάνεται μ’ ένα αιχμηρό και επίκαιρο θέμα, το πώς ένας ανερμάτιστος, μετέωρος άνθρωπος μπορεί να συγκεντρώσει γύρω του άλλα χαμένα κορμιά και να επιβάλει τη βία (η παραπομπή στους τραμπουκισμούς της σύγχρονης Γερμανίας στους τίτλους τέλους κάνει το νόημά του ξεκάθαρο), η ταινία του μένει στο επιδερμικό, μόνο, επίπεδο της συνταρακτικής ιστορίας του. Η εκπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία του Φλόριαν Μπάλχαους μοιάζει υπερβολικά εστέτ για ν’ αποδώσει συναίσθημα, η ερμηνεία του Μαξ Χουμπάχερ στοχεύει στον εξπρεσιονισμό αλλά χάνει σε πειστικότητα και τα κίνητρα του Χέρολντ (απλώς μια διαταραγμένη προσωπικότητα ή κάτι πιο σύνθετο;) χάνονται μέσα σε σκηνές θηριωδίας του πολέμου και γκροτέσκ εκφάνσεις του ναζισμού, που δεν σοκάρουν περισσότερο από τη γνώση της πραγματικότητας.

Στο Σώμα της    ★★½☆☆☆

(Ελλάδα, 2018, 85')

  • Σκηνοθεσία: Ζαχαρίας Μαυροειδής

Στην ερημωμένη Θηρασιά, που στέκεται διακριτικά απέναντι από την πολυσύχναστη Σαντορίνη, κάθε καλοκαίρι, στις 31 Ιουλίου, μια χούφτα άνθρωποι επιστρέφουν στο νησί και ζουν για 15 μέρες, ώς τον Δεκαπενταύγουστο, στα κελιά της ανενεργής Μονής της Κοίμησης. Περιποιούνται την εκκλησία, μνημονεύουν τους δικούς τους, νεκρούς και ζωντανούς, κι ένα παρελθόν του τόπου χαμένο στην παιδική τους ηλικία και τους προγόνους τους. Είναι οι «δεκαπεντάρηδες» που, μ’ αυτόν τον τρόπο, τελούν το τάμα τους στην Παναγία και στις παραδόσεις τους.

Στα πανέμορφα, ακίνητα πλάνα του Ζαχαρία Μαυροειδή, παρατηρητικά, η μόνη κίνηση είναι αυτή των ανθρώπων, των γυναικών περισσότερο, που με τα σούρτα-φέρτα τους κάνουν όλες μαζί το νοικοκυριό του τόπου και κουβεντιάζουν. Το λευκό και το μπλε, αυτός ο μινιμαλισμός του κυκλαδίτικου πολιτισμού, γίνεται το ντεκόρ για τις συζητήσεις, απ’ όπου περνάνε συμβουλές ανατροφής παιδιών, η κρίση, τεχνικές καθαριότητας, η θέση της γυναίκας, ψήγματα θρησκευτικού συντηρητισμού, μια αφοπλιστική πίστη στα θαύματα, η Πίστη ως τρόπος ζωής. Δίπλα στα μανουάλια, η σκούπα και η λεκάνη. Δίπλα στη λειτουργία, στιγμές αυθόρμητου χιούμορ, μια ζεστή υπονόμευση του Θείου, υπέρ των ανθρωπίνων. Το Σώμα της Παναγίας που δέχεται τη φροντίδα των άλλων σωμάτων, των γυναικών με τα κουρασμένα πόδια, τις παντόφλες και την προκοπή.

Μπορεί η ταινία να ωφελούνταν από μια μικρότερη διάρκεια –η παράθεση των ημερών, των εργασιών, των προσώπων, δεν κλιμακώνει ποτέ τον ρυθμό της– αλλά αυτό είναι ένα λαογραφικό ντοκιμαντέρ, ζωντανό και πανέμορφο που σε αφήνει με μια αίσθηση στοργής για την ιστορία.

ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

Το βράδυ που έφαγε τον κόσμο    ★½☆☆☆☆

(La nuit a dévoré le monde, Γαλλία, 2018, 93')

  • Σκηνοθεσία: Ντομινίκ Ροσέ
  • Ηθοποιοί: Αντερς Ντάνιελσεν Λίε, Γκολσιφτέ Φαραχάνι, Ντενί Λαβάν

Τα ζόμπι καταλαμβάνουν το Παρίσι κι ένας φρεσκοχωρισμένος τουρίστας είναι ο μόνος επιζών, σε μια ταινία υπαρξιακού τρόμου, ούτε πολύ υπαρξιακή ούτε πολύ τρομακτική.

Ο Σαμ επισκέπτεται την πρώην κοπέλα του, ένα βράδυ που εκείνη κάνει πάρτι, για να πάρει πίσω τα πράγματά του. Πληγωμένος, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αποκοιμιέται σε μια πολυθρόνα για να ξυπνήσει σ’ ένα πολύ διαφορετικό ντεκόρ. Η πόλη έχει γεμίσει ανθρωποφάγα ζόμπι και ο Σαμ πρέπει να επιβιώσει, πολιορκημένος σε μια art deco πολυκατοικία, κάνοντας επιδρομές στα υπόλοιπα διαμερίσματα για προμήθειες και με μοναδική «συντροφιά» τον Ντενί Λαβάν-ζόμπι, κλειδωμένο στην καμπίνα του ανελκυστήρα, και μια περαστική Γκολσιφτέ Φαραχάνι, με παρουσία πεντάλεπτου.

Ο Νορβηγός Αντερς Λίε (του «Οσλο, 31 Αυγούστου» του Γιοακίμ Τρίερ, αλλά και του περσινού «22 Ιουλίου», όπου υποδύεται τον τρομοκράτη Αντερς Μπρέιβικ) κάνει ό,τι μπορεί για να υποστηρίξει, μόνος του, με το ενδιαφέρον, αιχμηρό παρουσιαστικό του και τους αυτοσχεδιασμούς του, μια ταινία που στην ουσία δεν έχει τίποτα να προσθέσει στην παράδοση των zombie movies, αλλά και τίποτα ν’ αφηγηθεί.

Η δράση κυλά χωρίς καμία αγωνία (τα ζόμπι δεν είναι μεν χορτοφάγα, αλλά ούτε και μπορούν να σκαρφαλώσουν στον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας, ώστε ν’ απειλήσουν τον ήρωα), με μια κλιμάκωση στο τελευταίο δεκάλεπτο που μοιάζει περισσότερο καταναγκαστική παρά λειτουργική, ενώ το σενάριο δεν κάνει τον κόπο να δημιουργήσει ρεαλιστικά εμπόδια για τον Σαμ: φαγητό έχει, το ηλεκτρικό λειτουργεί, μέχρι και ρεσό διαθέτει για ατμόσφαιρα.

Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, ο Ροσέ βασίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Πιτ Αγκαρμέν (ψευδώνυμο του Μαρτέν Παζ), το οποίο, αν και γραμμένο το 2012, θα μπορούσε κανείς να υποψιαστεί ότι λειτουργεί ως παραβολή για τα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Παρίσι και την πολιορκία της βίας και του θανάτου, αλλά κι αυτό είναι ένα αυθαίρετο συμπέρασμα του πρόθυμου θεατή.

Ακόμα κι ο συμβολισμός της αστικής μοναξιάς περιορίζεται σε πλάνα των ερημωμένων σκεπών της Πόλης του Φωτός – παρότι η αχνή, ονειρική φωτογραφία της Ζορντάν Σουζενού είναι ένα από τα καλύτερα στοιχεία. Το γεγονός ότι το φιλμ κλείνει μ’ ένα αινιγματικό για το μέλλον του ήρωα fade out, βοηθά ακόμη περισσότερο την ταινία να ξεθωριάσει αυτοστιγμεί στη μνήμη.

Η επιστροφή του Μπεν   ★☆☆☆☆

(Ben is Back, ΗΠΑ, 2018, 103')

  • Σκηνοθεσία: Πίτερ Χέτζες
  • Ηθοποιοί: Τζούλια Ρόμπερτς, Λούκας Χέτζες, Κόρτνεϊ Μπι Βανς, Κάθριν Νιούτον

Ο Μπεν, ο ναρκομανής έφηβος γιος της Χόλι, φεύγει από το κέντρο αποτοξίνωσης και επισκέπτεται το σπίτι της μητέρας του για τα Χριστούγεννα. Η Χόλι, η κόρη της και ο νέος της σύζυγος, του επιτρέπουν να μείνει για λίγες μέρες δοκιμαστικά.

Δεν θα περίμενε κανείς λιγότερο δυνατές ερμηνείες, τόσο από την Τζούλια Ρόμπερτς όσο και από τον Λούκας Χέτζες (ο γιος τού «Μια πόλη δίπλα στη θάλασσα» και γιος τού Πίτερ Χέτζες στη ζωή), ο οποίος ήδη ξεχωρίζει για τον ρόλο του στην πορεία των οσκαρικών βραβείων. Είναι, ωστόσο, το σενάριο της ταινίας, ο βουτηγμένος στην ορθότητα διδακτισμός της, η ενοχικά χριστιανική, θα έλεγε κανείς, αυστηρότητά της, που την κάνουν όχι μόνο ένα προβλέψιμο μελόδραμα, αλλά, τελικά, καθόλου πειστική για τους ήρωές της, την προσωπικότητα και τη ζωή τους.

  

ΣΙΝΕΜΑ
Ο τυχοδιώκτης ΜακΚόναχεϊ κι ο κυνηγός του... μπλε σουτιέν
Ο Moondog είναι ένας τυχοδιώκτης της ζωής, ένας ποιητής, βολικά παντρεμένος με μια ζάπλουτη σύζυγο. Αυτή του η κατάσταση –και οι άφατες προκλήσεις που του προσφέρουν οι γύρω του, από τον Snoop Dog που παίζει...
Ο τυχοδιώκτης ΜακΚόναχεϊ κι ο κυνηγός του... μπλε σουτιέν
ΣΙΝΕΜΑ
Οι Κάνες πρέπει να είναι τέλειες...
Ο διευθυντής του Φεστιβάλ Κανών, Τιερί Φρεμό, δεν αντιμετωπίζει ποτέ την πλήρη αποδοχή στην παραδοσιακή συνέντευξη Τύπου που δίνει στην έναρξη του φεστιβάλ –κι η φετινή ήταν από τις πιο αιχμηρές.
Οι Κάνες πρέπει να είναι τέλειες...
ΣΙΝΕΜΑ
Εδώ είναι Βαλκάνια;
Καθώς οι ταινίες, ειδικά ενός ανέκαθεν πολιτικά συνειδητοποιημένου και μάχιμου φεστιβάλ όπως η Berlinale, δίνουν όλο και μεγαλύτερη σημασία στην έννοια και τις προεκτάσεις της ταυτότητας, εθνικής, φύλου,...
Εδώ είναι Βαλκάνια;
ΣΙΝΕΜΑ
Η πολυπολιτισμική εικόνα της βίας
Εχοντας φτάσει σχεδόν στη μέση της Berlinale, οι ταινίες που έχουν ξεχωρίσει είναι λίγες, αλλά δυνατές σαν γροθιές, ή ακόμα πιο πολύ, αφού η καθεμιά τους προσεγγίζει τη βία μ’ έναν τρόπο κοντινό στην κουλτούρα...
Η πολυπολιτισμική εικόνα της βίας
ΣΙΝΕΜΑ
Σε πρώτο πλάνο οι γυναίκες
Αυλαία για την 69η Berlinale και όλα τα φλας πάνω στην υπέροχη Ζιλιέτ Μπινός, πρόεδρο της Κριτικής Επιτροπής, η οποία μίλησε για #metoo και Γουάινστιν. Εφαρμόζοντας την ισότητα των φύλων, η διοργάνωση...
Σε πρώτο πλάνο οι γυναίκες
ΣΙΝΕΜΑ
Σέξι θρίλερ στη διχασμένη Ιερουσαλήμ και ο κλασικός εκδικητής Λίαμ Νίσον
Μια παλαιστινιακή ταινία, βραβευμένη στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ, με τη μορφή του θρίλερ (με πολιτικές και κοινωνικές παραμέτρους φυσικά), καταφέρνει να μιλήσει πολύ καλύτερα από όποιο δράμα για τη σημασία και...
Σέξι θρίλερ στη διχασμένη Ιερουσαλήμ και ο κλασικός εκδικητής Λίαμ Νίσον

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας