Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Μόνο ο Σακελλάριος έβλεπε ότι έχω την κωμωδία μέσα μου
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Μόνο ο Σακελλάριος έβλεπε ότι έχω την κωμωδία μέσα μου

  • A-
  • A+

Κάθε ταινία του Σταύρου Τσιώλη είναι γεγονός, μυσταγωγία για τους πιστούς του, αυτή την ιδιαίτερη κατηγορία θεατών που μπαίνουν στον κόσμο του Τριπολιτσιώτη σκηνοθέτη και αφήνονται ό,τι κι αν τους δείχνει. Κλαίνε ή γελάνε με τους γκροτέσκους ήρωές του που ακολουθούν τα φαντάσματά τους, ερωτικά και άλλα, σε μια Ελλάδα αναρχική, ελεύθερη, ποιητική, γεμάτη μουσική και ιστορίες.

Σε λίγες μέρες, την Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου, βγαίνει στις αίθουσες η κωμωδία του «Γυναίκες που περάσατε από δω». Ο Τσιώλης επιστρέφει στο σινεμά ύστερα από δεκατρία χρόνια. Ιδιος και καλύτερος.

Ο Κωνσταντίνος Τζούμας και ο Ερρίκος Λίτσης, αυτοκρατορικοί και ξεκαρδιστικοί, κρατάνε τσίλιες έξω από ένα σπίτι της Αθήνας, όπου κάποιες παράνομες οικοδομικές εργασίες γίνονται. Από μπροστά τους περνάει το σύμπαν όλο και, φυσικά, κυρίως γυναίκες. Κάθε συνάντηση κι ένα μικρό διαμαντάκι.

Είχαμε πολλά να πούμε με αυτόν τον ιδιαίτερο δημιουργό. Ξεκινήσαμε από τα παιδικά του χρόνια στην Τρίπολη, περάσαμε από τη θρυλική θητεία του στη Φίνος Φιλμ με τις ταινίες «Πανικός», «Η ζούγκλα των πόλεων» και «Κατάχρηση εξουσίας», για να φτάσουμε στη μεγάλη καλλιτεχνική στροφή του και στο σήμερα. Ή μάλλον στο αύριο.

Συνέντευξη

● Γιατί αποφασίσατε να γίνετε σκηνοθέτης;

Ο Ανσάντο Μάριο Τσουκίνι με έστειλε. Το 1949 είχε τελειώσει ο εμφύλιος, περάσαμε σκληρές μέρες στην Τρίπολη, μεγάλη φτώχεια. Εγώ, 11 χρόνων, πήγαινα με άλλα παιδιά στο Μαλλιαροπούλειο, κουβαλάγαμε τις καρέκλες, παίρναμε τις κόπιες από το πρακτορείο και είχαμε δωρεάν είσοδο. Είχε και δυο σόμπες μέσα, ζέστη· δεν φεύγαμε καθόλου, από τις 4 το απόγευμα μέχρι τις 12 τη νύχτα. Βλέπαμε τα πάντα. Το 70-80% ήταν ιταλικός νεορεαλισμός και είχαμε και λίγο Φορντ. Χορτάσαμε από «Βιτελόνι», αλλά και από καουμπόηδες και άλογα που τρέχανε. Εμένα με είχε συγκινήσει πολύ η ταινία «Πουλημένη από τη μητέρα της», το «Λα Στράντα», έτσι είχε βγει. Σιγά σιγά άρχισα να αγαπάω το σινεμά. Και τότε σκάει στην Τρίπολη ένας άνθρωπος, Παναγιώτης Τσούκας, με το ευρωπαϊκό όμως όνομα Ανσάντο Μάριο Τσουκίνι. Ψυχολόγος, υποτίθεται, βοηθός του Γιουνγκ. Αλήθεια ή ψέμα; Την ιστορία του θα σου πω.

● Εχει και σινεμά εκτός από ψυχολογία;

Μη στα πολυλογώ, γίναμε μαθητές του. Είχε βγάλει ένα βιβλιαράκι, «Δώδεκα συμβουλές που θα σας οδηγήσουν στην ευτυχία», έπιασε κάτι λεφτάκια και άρχισε να μας κάνει μαθήματα μαρξισμού. Αγόρασε δέκα μεγάλες κούτες τσιγάρα, μας έδωσε από είκοσι τσιγάρα και μας είπε να βγούμε να τα πουλήσουμε. «1ο μάθημα: με πόσα λεφτά αγοράσαμε τα δέκα πακέτα; Με 100 δραχμές. Πόσα μου φέρατε; 240 δραχμές. Αυτή είναι η υπεραξία. Σας έδωσα λεφτά για τη δουλειά σας; Οχι. Ε, αυτή είναι η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο». Και τότε έγινε κάτι το περίεργο. Ηξερε απέξω όλες τις ταινίες του νεορεαλισμού. Μας φέρνει μια φωτογραφία και μας λέει: «Ο “Κλέφτης των ποδηλάτων” είναι δικό μου σενάριο». Τι λες, δάσκαλε; Στη φωτογραφία τον είχε αγκαλιά από τη μία μεριά ο Τσέζαρε Ζαβατίνι, ο περίφημος συγγραφέας, που είχε συνεργαστεί στο σενάριο, και από την άλλη ο ίδιος ο Ντε Σίκα.

● Α, είναι σαν τις ιστορίες που λένε οι ήρωές σας, σαν να την ακούω από τον Θεοφάνη στο «Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε».

Μανάρι μου, κι εγώ από τη ζωή έβγαλα τις ιστορίες μου. Είχε πάει, λοιπόν, ο φτωχός αυτός άνθρωπος στην πρεμιέρα, χώθηκε φαίνεται ανάμεσα σε Ντε Σίκα και Ζαβατίνι, και αυτό ήταν, βγήκε φωτογραφία. Επλασε την ιστορία ότι ήταν σεναριογράφος του «Κλέφτη», ε, εντάξει, κάτι λίγα έκανε και ο Ζαβατίνι, παραδεχόταν.

● Και σεις, πού μπαίνετε στην υπόθεση;

Επρεπε να αποδείξω την αλήθεια. Να γίνω σκηνοθέτης, να κάνω ταινία τη ζωή του, να πάω στο φεστιβάλ της Ρώμης, να πάρω το βραβείο και να πω τι έχει συμβεί σε βάρος του Ανσάντο. Και πήγα σαν μαλάκας στην Αθήνα, το 1957, στη σχολή Σταυράκου, και με ρωτάει ο Γρηγόρης Γρηγορίου: «Γιατί ήρθατε;» -«Με έστειλε ο Ανσάντο». -«Ο ποιος;»... Και του διηγήθηκα την ιστορία. «Τι να σου πω, παιδί μου, καλή επιτυχία», μου απάντησε.

● Βρήκατε εύκολα τον δρόμο σας στο σινεμά;

Ηταν πανεπιστήμιο τότε η «Σταυράκου», καθηγητές σοφοί, ο Τσαρούχης, ο Μπακογιαννόπουλος. Πτυχίο, όμως, δεν πήρα· πήγα και δούλεψα. Η πρώτη μου ταινία ήταν το 1959, το «Εγκλημα στο Κολωνάκι» του Τζανή Αλιφέρη. Σκριπτ, βοηθός σκηνοθέτης, ηλεκτρολόγος. Από κει με πήρε ο Κώστας Καραγιάννης και γυρίσαμε το «Νησί της αγάπης», μετά ο Κατσουρίδης, βοηθό του στο «Της κακομοίρας» και εκεί με είδε σε ένα δύσκολο γύρισμα ο Φίνος και με πήρε βοηθό του Δαλιανίδη. Πρώτη μου ταινία στη Φίνος το «Κάτι να καίει», 1964. Ημουνα πια κι εγώ στον Μεγάλο του ελληνικού σινεμά. Δούλευα και μάθαινα. Κατ’ αρχάς οικονομικά (πώς τα βγάζουμε πέρα), φωτισμό, μηχανές. Πολλές φορές με αφήνανε και σκηνοθετούσα και καμιά σκηνούλα.

● Δεν άργησε, πάντως, η ολοδικιά σας πρώτη ταινία, «Ο μικρός δραπέτης».

Το 1968, ακριβώς πριν από πενήντα χρόνια. Εγινε και μια γιορτή το καλοκαίρι στη Ριβιέρα από το φεστιβάλ Athens Open Air. Αθήνα, 229 χιλιάδες εισιτήρια, άλλα τόσα το καλοκαίρι, και 300 χιλιάδες στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τεράστια επιτυχία, επειδή δεν είχε κοστίσει τίποτα. Ο κύριος Φιλοποίμην, επειδή δεν με πίστευε ακόμα, μου έδινε για φιλμ τα ρετάλια από τις άλλες ταινίες. Και για ντεκόρ, ένα απλό σπιτάκι που ήθελα, μου έδωσε ο Μάρκος Ζέρβας το πολυτελές σπίτι της Βλαχοπούλου στην «Κόμισσα της Κέρκυρας» να το αλλάξω...

● Πολύ κλάμα, όμως – φτωχά, χαμένα παιδιά, που βρίσκουν τους γονείς τους. Πώς σας ήρθε να γράψετε το σενάριο;

Παραγγελιά του κυρίου Φίνου ήταν ο «Μικρός δραπέτης». Ερχεται μια μέρα στην Κωπαΐδα, ήμουν βοηθός του Φώσκολου σε μια ταινία με 300 καβαλαραίους, και μου λέει: «Ακούω τις ιστορίες που λες, ξέρω πόσο αγαπάς τα παιδιά· θα μου γράψεις ένα σενάριο που θέλει η Τζέλλα [η γυναίκα του]». Σε ενάμιση μήνα το είχα έτοιμο. Το διάβασε η Τζέλλα και σπάραξε στο κλάμα. Αυτό ήταν. «Ουδέποτε έχει βγει σκηνοθέτης από τη Φίνος», μου λέει ο κύριος Φιλοποίμην. «Πάντα κάνω μεταγραφές αυτών που έχουν ήδη πετύχει. Αλλά έχω ένα ένστικτο ότι εσύ θα τα βγάλεις πέρα».

● Αρα, του χρωστάτε του Φίνου.

Τα πάντα. Ηταν ένας παραγωγός που με εμπιστεύτηκε εν λευκώ. Βέβαια, ερχόταν τα βράδια η κυρία Τζέλλα και φώναζε στον Καβουκίδη (τον πατέρα του Νίκου): «Γιώργο, βάλε μου ένα εξακοσαράκι», είκοσι λεπτά ταινία είναι. «Ηρθες να πάρεις την τζούρα σου», έλεγε ο Φίνος. Και έβγαινε βαλαντωμένη στο κλάμα, ειδικά όταν είδε το φινάλε.

● Και μετά ήρθαν τα μεγάλα φιλμ νουάρ, ας πούμε, υπόκοσμος, ηρωικοί άντρες, μοιραίες γυναίκες, σκάνδαλα, σκοτάδι. Πώς νιώθατε;

Σε αυτά αντέδρασε ο κυρ Αλέκος, ο Σακελλάριος, που με αγάπαγε και πίστευε ότι είμαι πιο κοντά στο δικό του ταλέντο – και είχε δίκιο. «Γιατί τον βάζεις εκεί τον Σταύρο; Νέο παιδί είναι, δυναμικό, μπορεί να αφομοίωσε τον αμερικάνικο κινηματογράφο, αλλά είναι άλλου είδους ταλέντο, θα καταστραφεί», έλεγε στον κύριο Φίνο.

● Με τους σταρ, Κούρκουλο, Καζάκο, Πρέκα, πώς τα πηγαίνατε;

Με όλους ήμουνα φίλος, αλλά η πιο βαθιά σχέση ήταν με τον Κούρκουλο. Αξέχαστος, σπουδαίος, παλικάρι. Πάντα δίπλα μου. Στα δύσκολα γυρίσματα δεν αρνιόταν τίποτα, ακόμα κι όταν του έλεγα «τι να το κάνεις τώρα αυτό; Ασ’ το καλύτερα». «Μην το ξαναπείς. Ο,τι θέλει η ταινία», έλεγε.

● Και ξαφνικά εξαφανιστήκατε για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Γιατί;

Παρ’ όλο που έβγαζα αρκετά λεφτά, ένιωσα ότι όλο αυτό ήταν αδιέξοδο. Οτι πρόδινα τον Τσουκίνι, ότι ενώ ήμουν αριστερός έβαζα αστυνομικούς να κυνηγάνε παιδιά που λιώνουν από τα ναρκωτικά. Αλλά, μήπως ήξερα και τι άλλο να κάνω; Μη γελιόμαστε, αυτές οι ταινίες γίνονταν τότε. Γύρισε ο Μανουσάκης τον «Ερωτα στους αμμόλοφους», λίγο διαφορετικό, με Βουγιουκλάκη - Μπάρκουλη, και δεν πάτησε άνθρωπος. «Τα βλέπεις, Σταύρο;» μου είπε ο Φίνος.

● Και πώς ζούσατε όλα αυτά τα χρόνια;

Εχω ένα ταλέντο: είμαι γεννημένος πλασιέ· πήρα είδη λαϊκής τέχνης και βγήκα σε όλη την Ελλάδα. Μου έλειπε, βέβαια, το σινεμά, αλλά το ξανασπούδαζα με έναν άλλο τρόπο, όχι όπως το είχα ζήσει μέχρι τότε. Εβλεπα όλες τις ταινίες, διάβαζα, μάθαινα απέξω τους διαλόγους του Μπέργκμαν, του Ντράγερ, είχα ανθρώπους που με εμπνέανε, όπως τον Χρήστο Βακαλόπουλο. Προσπαθούσα, όμως, να γράψω σενάρια και δεν μπορούσα. Εγραφα, ας πούμε: «Κοίταξε τη Βένα με τα μάτια του κόκκινα, και τα δάκρυα ήταν έτοιμα να πεταχτούν. “Βένα, σ’ αγαπώ, θα το καταλάβεις”, της είπε». Ετσι τα ήθελε ο κύριος Φιλοποίμην τα σενάρια. Κι εγώ δεν μπορούσα πια να γράψω κάτι άλλο.

● Τι σας έκανε να πείτε «επιστρέφω» και γυρίσατε το 1985 το «Μια τόσο μακρινή απουσία»;

Στον Γιώργο τον Αρβανίτη το χρωστάω. Ολες μου τις ταινίες μ’ αυτόν διευθυντή φωτογραφίας τις είχα κάνει. Πήγα, λοιπόν, μια μέρα στη Λαϊκή, στο Χαλάνδρι, και πέφτω πάνω στον Αρβανίτη. «Γιατί έφυγες; Κάνεις μεγάλο λάθος», μου είπε λυπημένος. «Πρέπει να γυρίσεις. Ακου να σου πω, σε ένα μήνα σε περιμένουμε με την Αγγελική στο σπίτι να μας διαβάσεις το νέο σου σενάριο». Επαθα σοκ. Πάω σπίτι και τι να γράψω; Δύο θέματα είχα, τη «Μακρινή απουσία» και «Το χιόνι».

● Το «Χιόνι»; Τι είναι αυτό;

Α, είναι η επόμενη ταινία μου, θα στο πω μετά. Πάλεψα, που λες, όλη τη νύχτα· και το πρωί ξεκίνησα να γράφω την «Απουσία».

● Και πάλι, όμως, δράμα, ψυχικές αρρώστιες και τέτοια.

Ετσι ήμουνα τότε, είχα περάσει και λίγο σε ψυχιατρείο, στη «Γαλήνη», που μου κάνανε υπνοθεραπείες. Ενιωθα ότι είμαι πια ένας άνθρωπος κατεστραμμένος, που δεν έχει το θάρρος να κάνει αυτό που αγαπούσε.

● Η ταινία άρεσε πολύ. Αρα αυτό ήταν; Γλυκαθήκατε; Πιστέψατε ότι μπορείτε και αλλιώς;

Τα πήγε καλά, πήρε βραβείο της ΠΕΚΚ, ερμηνείας η Ζούνη, η Χατούπη, ο Χατζησάββας, φωτογραφίας ο Αρβανίτης. Αλλά εγώ όχι μόνο δεν γλυκάθηκα, πληγώθηκα. Ο Ραφαηλίδης, ο μέγας φίλος μου μετά, είπε στην κυρία Μαρία Παπαδοπούλου και έγραψε: «Επέστρεψε ένας απατεώνας της Φίνος Φιλμ, ο οποίος, μάλιστα, αφιερώνει την ταινία του στον Γιασουχίρο Οζου για να μας φοβίσει». Η ίδια, βέβαια, στον «Ερωτα στη χουρμαδιά» με αγκάλιασε και μου ζήταγε συγγνώμη. Ενώ ο Ραφαηλίδης, στην επόμενη ταινία μου, «Σχετικά με τον Βασίλη», έγραψε ύμνους, «μια βουτιά στο χάος της ύπαρξης»... Είναι τρελοί αυτοί οι κριτικοί και με παρασύρανε σε απελπισία.

● Και πώς πήρατε τα πάνω σας;

Από τον Βακαλόπουλο. Αυτός μου έδωσε το θάρρος να συνεχίσω. Παρ’ όλο που αρχικά δεν με πολυπίστευε.

● Δηλαδή;

Επειδή ο Χρήστος ήταν αδύνατος και μελαγχολικός, ήθελα να του δώσω στην «Απουσία» τον ρόλο που έπαιξε τελικά ο Μηνάς, κι ας μην ήταν ηθοποιός. Διαβάζει, όμως, το σενάριο και έρχεται την άλλη μέρα, με χαϊδεύει στην πλάτη και μου λέει: «Θέλω να σας πω κάτι, δεν έχετε φύγει ακόμα από τη Φίνος Φιλμ, εκεί ακόμα είστε». Δίκιο είχε. Γιατί έγραφα τις περιγραφές όπως είχα μάθει από τον Φίνο, όλα τονισμένα και μελό. «Δεν θα τη γυρίσω την ταινία», λέω στον Αρβανίτη, «βρες άλλον». «Είσαι τρελός; Αυτοί είναι κουλτουριάρηδες, δεν μας καταλαβαίνουν εμάς». Ξαναπήρα θάρρος, πήρα και τον Μηνά, έκανα την ταινία.

Εναν χρόνο μετά, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, καθόμουνα στο μπαρ και περίμενα φοβισμένος να τελειώσει η δημοσιογραφική προβολή. Νιώθω μια αγκαλιά. Ο Χρήστος, σοβαρός, αλλά με χαμόγελο. «Την είδα, καμιά σχέση με το σενάριο, μεγάλη ταινία». Από εκείνη τη μέρα δεν χωρίσαμε ποτέ.

● Και όλο αυτό το κωμικό, το ιδιόρρυθμο σύμπαν του Τσιώλη, πώς βγήκε σιγά σιγά; Πού το είχατε καταποντισμένο μέχρι τον «Ερωτα στη Χουρμαδιά»;

Στο «Σχετικά με το Βασίλη», επίσης μαύρη ταινία, καθάρισα. Αρχισα να αλλάζω. Στους «Ακατανίκητους εραστές» με την Ολια και τον μικρούλη βγήκε λίγο περισσότερο φως και ελαφράδα. Και, ναι, η οριστική στροφή, που πήγε πολύ καλά, ήταν στη «Χουρμαδιά».

● Ενιωθα, και μου άρεσε πολύ αυτό, μια συγγένεια με Κεχαΐδη σ’ αυτήν την ταινία.

Ημασταν βαθιά φίλοι. Είχαμε το ίδιο χιούμορ. Ο ένας επηρέαζε τον άλλο, δες και τη δικιά μου επίδραση στο «Δάφνες και πικροδάφνες», που εκτυλίσσεται στην Τρίπολη. Αλλά όλο αυτό μας γέμιζε χαρά, δεν ζηλεύαμε ο ένας τον άλλο.

● Να τος και ο Αργύρης Μπακιρτζης των Χειμερινών Κολυμβητών να κάνει την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση και να γίνεται ο ηθοποιός φετίχ σας. Πού τον ανακαλύψατε;

Τον είχα δει να δουλεύει στον Πανουσόπουλο, οδηγούσε ένα πούλμαν και τραγουδούσε. Λέω στον διευθυντή μου φωτογραφίας, τον Βασίλη Καψούρο: «Εναν τέτοιο, βυζαντινών διαστάσεων, θέλω για τον μεγαλέμπορα της ταινίας μου». Ο Αργύρης έπαθε σοκ. Είχε το βράδυ η τηλεόραση τους «Ακατανίκητους εραστές», ξέρεις τώρα, ένα παιδί που το σκάει από το ορφανοτροφείο και πάει με τα πόδια στη γιαγιά του, στο χωριό. «Θα τη δω και θα αποφασίσω», λέει. Βλέπει είκοσι λεπτά, το παιδί μόνο περπατάει... Κατεβαίνει να πάρει σουβλάκια, το παιδί πάλι περπατάει. Περίμενα να τελειώσει η ταινία να τον πάρω τηλέφωνο. Ακούω μια παγωμένη φωνή. «Ρε παιδιά, τι ταινία είναι αυτή, το ξεπατώσατε το παιδί στο περπάτημα». «Κύριε Μπακιρτζή, σας έχουμε ανάγκη, θα δείτε τι ωραία ταινία θα κάνουμε, πάρτε ένα ωραίο παλτό, ένα ωραίο κοστούμι, ό,τι έχετε, μπείτε στο πρωινό αεροπλάνο από Θεσσαλονίκη και ελάτε Αθήνα». Ε, από το πρώτο του γύρισμα στο Α΄ Νεκροταφείο και μετά, δεν πέταξα ποτέ πλάνο του.

● Η ταινία σας που είχε τη μεγαλύτερη επιτυχία, που τη βλέπει και την ξαναβλέπει ο κόσμος, που έγινε καλτ, είναι το «Ας περιμένουν οι γυναίκες». Είναι και για σας κάτι το ιδιαίτερο;

Δεν το αρνούμαι, έκοψε πάνω από 100 χιλιάδες εισιτήρια, ο Τζιώτζιος την είχε και κατουρήθηκε από τη χαρά του· οι άλλες μου ταινίες έκαναν 2-3 χιλιάδες μόνο. Την αγαπάω για πολλά αλλά και για τον Σάκη τον Μπουλά, που πέθανε. Εμένα όμως η πιο αγαπημένη μου, αυτή που θεωρώ καλύτερη, είναι ο «Θησαυρός του Χουρσίτ πασά». Μια γιορτή, η πιο ελεύθερη και αναρχική ταινία μου. Κι ας μου λένε όλοι: «είσαι τρελός».

● Γενικά οι ήρωές σας είναι λίγο απατεώνες, λίγο αεριτζήδες, λίγο τεμπέληδες. Είναι και μια κριτική αυτό; Κάπως έτσι πήγε η χώρα στον γκρεμό.

Καμία κριτική. Τους λατρεύω. Ετσι είμαστε οι Ελληνες. Στον γκρεμό πήγαμε με τον Τσοχατζόπουλο, τον Παπαντωνίου. Τι σχέση έχουν αυτοί με τα δικά μου ωραία πρόσωπα;

● Τι θα λέγατε για τη νέα σας ταινία;

Οτι δεν είναι σίκουελ, ούτε μοιάζει με το «Ας περιμένουν οι γυναίκες». Εχει γίνει, όμως, με αγάπη και σεβασμό. Είναι ένα... ακίνητο ρόουντ μούβι, που δεν το κάναμε για να παραστήσουμε τους έξυπνους, αλλά για να πούμε μια αλήθεια. Ενα ρόουντ μούβι πάνω στις ανθρώπινες ψυχές. Στα κανονικά ρόουντ μούβι περνάμε από τη φύση. Εδώ, περνάμε από ανθρώπινες ψυχές. Κυρίως γυναικείες...

● Σας βρίσκω σε μεγάλο κέφι.

Γιατί να μην έχω κέφι; Είμαι 81 χρόνων, στα 82, και έκανα ήδη την ανάγνωση της νέας μου ταινίας, «Το χιόνι», το παλιό μου σενάριο που κατάφερα και το ’γραψα, γι’ αυτό και έχει από κάτω το τρίστιχο: «ένα τραγούδι είσαι, που χρόνια με εκδικείσαι, γιατί δεν έχεις ξεχαστεί». Χειμωνιάτικη είναι, θα τη γυρίσω, να ’ναι καλά ο κύριος Χρήστος Κωνσταντακόπουλος, στην πατρίδα σου, την Καλαμάτα. Μακάρι να ‘βρισκα κι ένα αρχοντικό, πολύ παλιό ξενοδοχείο, που να είναι, όμως, εν λειτουργία. Είναι το βασικό μου ντεκόρ. Ξέρεις, αλήθεια, κανένα;

ΣΙΝΕΜΑ
Ο ποιητής του γέλιου μιας αναρχικής, ελεύθερης Ελλάδας
Ο σπουδαίος δημιουργός από την Τρίπολη, που έγραψε μια μεγάλη πορεία από τις εμπορικές ταινίες της Φίνος Φιλμ στον δικό του, προσωπικό κινηματογράφο, πέθανε στα 82 του χρόνια. Οι κωμωδίες του Σταύρου Τσιώλη...
Ο ποιητής του γέλιου μιας αναρχικής, ελεύθερης Ελλάδας
ΣΙΝΕΜΑ
Θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, αλλά φοβόμαστε
Οχτώ φοιτητές της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, με όλη την τόλμη της νιότης τους. Και στη μέση μια ερωτική, αντισυμβατική καθηγήτρια, που κατεβαίνει...
Θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, αλλά φοβόμαστε
ΣΙΝΕΜΑ
Παβλικόφσκι, Κουαρόν, Κόρε-Εντα και οι άλλοι
Tα ξενόγλωσσα Οσκαρ κάθε χρονιά βιάζονται, είναι και τόσο πολλές οι υποψηφιότητες. Ογδόντα εφτά χώρες υπέβαλαν φέτος τη δικιά τους «καλύτερη» ταινία· εμείς την «Πολυξένη» της Δώρας Μασκλαβάνου. Ετσι, γίνεται...
Παβλικόφσκι, Κουαρόν, Κόρε-Εντα και οι άλλοι
ΣΙΝΕΜΑ
«Αγνωστοι» αλλά σπουδαίοι
Ενα φεστιβάλ οφείλει να συστήνει στους θεατές νέα, άγνωστα αλλά σημαντικά ονόματα για την κινηματογραφική τέχνη. Τι μεγαλύτερο δώρο από αυτό στους σινεφίλ; Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης το κάνει αυτό χρόνια τώρα με...
«Αγνωστοι» αλλά σπουδαίοι
ΣΙΝΕΜΑ
Χιούμορ, τόλμη και πίστη στο νέο αίμα
Εννιά χρόνια κιόλας και τα βραβεία της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, ξεπερνώντας τις όποιες αντιστάσεις υπήρξαν στην αρχή από μικρή μερίδα του χώρου, καθιερώθηκαν σαν θεσμός αλλά και σαν άποψη και στιλ Ο...
Χιούμορ, τόλμη και πίστη στο νέο αίμα
ΣΙΝΕΜΑ
Απέραντο γαλάζιο
Προικισμένο από πέρυσι από τον Ορέστη Ανδρεαδάκη με διάφορα ανεξάρτητα βραβεία το μη διαγωνιστικό Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, κομμάτι ξεχωριστό αλλά σημαντικό μέσα στο διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης,...
Απέραντο γαλάζιο

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας