Η άρθρωσή της, ειδικά τα σύμφωνα κι από αυτά ο τρόπος που συνήθιζε να εκφέρει το «σ». Η τέλεια, ενστικτώδης ισορροπία και λιτότητα της ερμηνείας και οι «χρωματισμοί» της στα μεγάλα λαϊκά. Η στόφα και η προσωπικότητα της φωνής της, αδύνατον να μπερδευτεί με άλλη. Η προσωπικότητα της ίδιας, μιας γυναίκας γοητευτικής, αισθησιακής κάτω και πάνω στη σκηνή («Ηταν η μεγαλύτερη πυρκαγιά των δεκαετιών ’50-’60, άναψε φωτιά στα πάλκα» έχει πει για αυτήν ο Κώστας Φέρρης σε ένα σχετικό podcast της Σεμίνας Διγενή), αλλά και ζόρικης και ικανής να κάνει τις δικές της επιλογές, να προχωρά μπροστά, να υπερβαίνει τα εμπόδια και τις λύπες, που ήταν πολλές και εξαρχής, με τη γέννησή της. Η Καίτη Γκρέυ έζησε 101 χρόνια και πρόλαβε να δει πώς το όνομά της πέρασε στη σφαίρα του λαϊκού μύθου όπως η ίδια πέρασε στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού, έγινε σημείο αναφοράς, βιβλίο, ηρωίδα στο σινεμά. Πέθανε στο σπίτι της χθες, μία ημέρα μετά την επέτειο γέννησης και θανάτου του φίλου και επί χρόνια συνεργάτη της Βασίλη Τσιτσάνη (που είχε μάλιστα γράψει εμπνευσμένος από τη ζωή της τα «Ξένα χέρια») και όσο ακόμα στα σινεμά παίζεται το «Υπάρχω» του Τσεμπερόπουλου με την Κλέλια Ρένεση να την υποδύεται. Ηταν γνωστό ότι η υγεία της ήταν πολύ επιβαρυμένη, ειδικά μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε υποστεί πέρυσι, λόγω του οποίου είχε νοσηλευτεί επί μήνες. Ούτως ή άλλως υγεία και ηλικία την είχαν περιορίσει τα τελευταία χρόνια και γι’ αυτό η τελευταία της δημόσια εμφάνιση ήταν το καλοκαίρι του 2020, στην κηδεία του Γιάννη Πουλόπουλου.
Η δική της κηδεία θα πραγματοποιηθεί μεθαύριο Τετάρτη στις 16.00 στο Κοιμητήριο Νέας Σμύρνης και αφού θα προηγηθεί από τις 12 το μεσημέρι λαϊκό προσκύνημα. Συλλυπητήριο μήνυμα στους δικούς της απηύθυνε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη.
Ο μύθος, τα περιστατικά και βέβαια οι ερμηνείες της προηγούνται και σε αυτή την περίπτωση από τον ίδιο τον άνθρωπο, όπως συμβαίνει και με άλλες προσωπικότητες – και πρώτα πρώτα με τον Στέλιο Καζαντζίδη που έζησαν κι αυτόν τον μεγάλο αλλά και «τρικυμιώδη» έρωτα. Η ζωή της ήταν βέβαια ένα μυθιστόρημα με δεκάδες κεφάλαια, διακυμάνσεις, περιπέτειες, κύκλους που έκλειναν κι άλλους που άνοιγαν. Κι έχει ενδιαφέρον ότι η Καίτη Γκρέυ έπεφτε και ξανασηκωνόταν μόνη, κάνοντας τις επιλογές της με τσαγανό, αν και ανήκε σε μια εποχή που η γυναικεία αυτοδιάθεση, πολλώ δε μάλλον σε ανδροκρατούμενους χώρους, όχι απλώς δεν είχε ανακαλυφθεί ως έννοια αλλά ίσως ούτε καν ως συνειδητή πρόθεση.
Χαρακτηριστικό είναι π.χ. ότι ο Γιάννης Παπαϊωάννου τη χαρακτήριζε χαϊδευτικά «τρελή», γιατί όπως έλεγε η ίδια «αν κάτι δεν μου άρεσε στα μαγαζιά που δούλευα, έπαιρνα το παλτό μου κι έφευγα, δε πα’ να ’χα συμβόλαιο και προκαταβολή. Αυτό ξέρεις τι σημαίνει, δεν με έπαιρνε κανείς στο μαγαζί από φόβο ότι δεν θα μείνω». Το γυναικείο «αγύριστο κεφάλι» της ήταν από προδιάθεση, αλλά ήταν φαίνεται και από ανάγκη. Κι αλήθεια, αφού εκτός από τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της και η ζωή της ήδη από το ξεκίνημα δεν της επέτρεπε να βασίζεται για πολύ σε άλλους, ούτε καν στους γονείς της.
Τα πρώτα εφιαλτικά δύσκολα χρόνια
Είχε γεννηθεί στις 14 Μαΐου του 1924 στο χωριό Μυτιληνιοί της Σάμου ως Αθανασία Γκιζίλη, ένα από τα τέσσερα παιδιά μιας πάμφτωχης οικογένειας. Οταν ήταν ενός έτους η μάνα της αναγκάστηκε να τη δώσει για υιοθεσία. Οπως αφηγούνταν η ίδια στον Γιώργο Χρονά για τη βιογραφία «Καίτη Γκρέυ: Αυτή είναι η ζωή μου»: «Γεννήθηκα στη Σάμο. Οταν ήμουν ενός χρονού με υιοθέτησε ένα αντρόγυνο, μεγάλοι άνθρωποι, στα Ταμπούρια του Πειραιά, Καισαρείας 14. Η μαμά μου, η πραγματική, δεν έδωσε μόνο εμένα για υιοθεσία, έδωσε και τον αδερφό μου, τον Γιάννη. Δεν μπορούσε να μας ζήσει. Τέτοια φτώχεια στη Σάμο. Το προξενιό, γι’ αυτή την υιοθεσία, το ’κανε η αδελφή της θετής μου μαμάς που έμενε κι αυτή στη Σάμο. Τον νέο μου μπαμπά τον λέγανε Κώστα και τη μαμά μου Ευρύκλεια».
Ετσι υιοθετήθηκε από την οικογένεια Καλαΐτζη και «ξαναβαφτίστηκε» σε Αγγελική Καλαΐτζη, μεγάλωσε στον Πειραιά και λάτρεψε τη θετή της μητέρα. Η ηρεμία κράτησε όμως ελάχιστα γιατί όταν ήταν μόλις 7 ετών έχασε τον θετό της πατέρα.
Παρά τη μεγάλη απώλεια, ζει κάποια χρόνια σχετικής ηρεμίας μέχρι τη γερμανική Κατοχή που η θετή της μητέρα τη στέλνει πίσω στη Σάμο για να τη γλιτώσει από την πείνα και τους βομβαρδισμούς. Εκεί όμως βρέθηκε να ζει με μια θεία της που της έκανε τη ζωή τόσο μαύρη, πιέζοντάς την εκτός των άλλων να εκπορνευτεί για λεφτά, ώστε να ψάχνει τρόπο να το σκάσει. Τη βοήθησε τελικά ένας Ιταλός που την έβαλε σε μια βάρκα ώστε να περάσει στην Τουρκία. Η «Κικίτσα» όπως τη φώναζαν βρίσκεται έτσι να περιπλανιέται σε Τουρκία και Παλαιστίνη – «σε τσαντίρι ζούσα», έχει πει η ίδια. Στην Ελλάδα, στον Πειραιά, επιστρέφει το 1945, ξαναβρίσκει τη θετή της μητέρα κι αρχίζει να μαθαίνει την τέχνη της μοδίστρας, μέχρι να τη ζητήσει σε γάμο ένας γείτονάς τους, ο Νίκος Ηλιάδης. Και πράγματι παντρεύονται κι αποκτούν δύο γιους, τον Φίλιππο και τον Βασίλη – ο τελευταίος, πατέρας τη εγγονής της, τραγουδίστριας Αγγελικής Ηλιάδη, έφυγε από τη ζωή το 2021.
Ο έγγαμος βίος είναι όμως επίσης εφιαλτικός, όπως αποδεικνύουν οι σκηνές βίας και κακοποίησης που περιέγραφε στον Χρονά: «Μ’ αναποδογύρισε τη σκάφη και μου ’χυσε όλα τα νερά στο σπίτι γιατί ακριβώς δεν ήθελε να βγαίνω ούτε έξω απ’ την πόρτα.
Δεν ήθελε ούτε με γειτόνισσα να μιλάω, μπορώ να πω και κάτι που ’ναι φριχτό, όταν έφευγε, κοίταζε τι κυλόττα φοράω. Γιατί όταν γύριζε απ’ την δουλειά του, ήθελε να φοράω την ίδια κιλότα, γιατί αν άλλαζα κυλόττα τι θα γινότανε;». Ο χωρισμός ήταν προδιαγεγραμμένος…
Στο Πανελλήνιον και στο Μπαράκι του Μάριου
Με δυο παιδιά στην αγκαλιά κάνει δουλειές του ποδαριού για να επιβιώσει και ονειρεύεται να γνωρίσει κάποτε το μεγάλο της είδωλο, τον τραγουδιστή του ελαφρού Τζίμη Μακούλη. Ετσι πηγαίνει μία μέρα στο καφενείο Πανελλήνιον της Πανεπιστημίου όπου συχνάζει εκείνος με την ελπίδα να τον δει. Εκεί την προσέχει όμως το διάσημο χορευτικό Ντούο Ρεξ της εποχής, που της προτείνει να ασχοληθεί με τον χορό και να τους ακολουθήσει. Και με αυτόν τον τρόπο ξεκινά πρώτα να χορεύει, ύστερα ως ηθοποιός στα μπουλούκια της Ρίτας Τσάκωνα και πότε πότε ερμηνεύοντας ελαφρά ή ευρωπαϊκά τραγούδια. Ετσι την επισημαίνουν οι μαέστροι Γιάννης Βέλλας και Γιώργος Μυρογιάννης, της δίνουν το ψευδώνυμο «Καίτη Γκρέυ» και τη χρησιμοποιούν σε παραστάσεις τους στην «Κάβα» της Σταδίου.
Το ένα φέρνει το άλλο, η Γκρέυ γνωρίζεται με τον χώρο, πρώτα με τον Ακη Πάνου και τον Κωστάκη στο «Αττικόν», τραγουδάει στα «Αραπάκια» στον Βύρωνα κι αρχίζει να πηγαίνει στο θρυλικό Μπαράκι του Μάριου στην Ομόνοια, στέκι για όλους τους δημιουργούς του ρεμπέτικου και του λαϊκού. Ετσι συναντά και τον Λουκά Νταράλα, που της προτείνει να ερμηνεύσει το περίφημο τραγούδι του «Το βουνό» σε μια εκτέλεση προορισμένη για το ραδιόφωνο. Οσοι την ακούν στη ραδιοφωνική μετάδοση αντιλαμβάνονται ότι έχουν να κάνουν με ένα τεράστιο ταλέντο. Η ίδια είχε διηγηθεί σε μία συνέντευξή της το 1997 για το «Δίφωνο» και τον Σ. Κακίση: «Στο μπαράκι είχαν ένα ραδιόφωνο, ο Τσιτσάνης κι οι άλλοι. Ο ένας παρακολουθούσε τώρα, να κριτικάρει τον άλλον. Αλλά, με το που ξαναπήγα εγώ εκεί, έγινε ο χαμός: “Εσύ ήσουνα κορίτσι μου με τον Νταράλα; Συγχαρητήρια. Η φωνή σου είναι καταπληκτική”. Με πλησιάζει κι ένας κύριος, και μου λέει: “Εγώ λέγομαι Μπάμπης Βασιλειάδης. Είμαι στιχουργός”. Ηταν ο Τσάντας, ο λεγόμενος. “Ερχεσαι αύριο να πάμε πρωί πρωί στην Κολούμπια;” Οι άλλοι από πίσω μου κάνανε νοήματα: “Ναι, ναι, ναι!”. Μη μπα και του πω κάνα όχι. “Κύριε Βασιλειάδη”, του λέω πάλι εγώ, “θέλω πάρα πολύ να μπω μέσα στην Κολούμπια. Αλλά, το ξέρετε, εγώ είμαι δέκα ημερών λαϊκή τραγουδίστρια”. “Δεν έχει σημασία, κοριτσάκι μου, αυτό”, μου λέει. “Αύριο εννέα η ώρα να ’σαι εδώ, θα πάμε στον Λαμπρόπουλο”. Την άλλη μέρα, εννιά παρά τέταρτο εγώ ήμουνα στο ραντεβού μου…».
Παρ’ όλα αυτά το πρώτο τραγούδι που θα ηχογραφηθεί με τη φωνή της Γκρέυ, ντουέτο με τον Γιώργο Μητσάκη, σε δίσκο 78 στροφών, το 1953, είναι «Το δικό σου το μαράζι (Να ’χεις χάρη που σε αγαπώ)», σε στίχους και μουσική δικούς του. Το τραγούδι γίνεται τεράστια επιτυχία και μαζί με τη δισκογράφηση πια «Του βουνού», λίγο αργότερα, η Καίτη Γκρέυ καθιερώνεται στον χώρο.
Στα δικά της πόδια…
Ο χωρισμός με τον Καζαντζίδη που την άφησε για τη Μαρινέλλα δεν εμποδίζει το άστρο της Γκρέυ να λάμψει ακόμα περισσότερο. Συνεργάζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη κι ερμηνεύει τραγούδια του («Θέλω να είναι Κυριακή», «Για τα μάτια π’ αγαπώ» κ.ά.), με τον Μανώλη Χιώτη («Πάρε το δάκρυ μου»), τον Μπάμπη Μπακάλη («Ο σκληρός χωρισμός», «Αμάν κουζούμ αμάν γιαβρούμ» κ.ά.), τον Θόδωρο Δερβενιώτη («Μια γυφτοπούλα αγάπησα»), τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Μάρκο Βαμβακάρη κ.ά.
Η δεκαετία του ’60 τη βρίσκει από τα πρώτα ονόματα του χώρου και μάλιστα την πιο ακριβοπληρωμένη όπως λεγόταν, με ημερομίσθιο που ξεπερνούσε τις 8.000 δραχμές. Εμφανίζεται στα μεγαλύτερα μαγαζιά της εποχής και κάνει περιοδεία στην Αμερική πρώτα (και ύστερα σε Αυστραλία, Καναδά και Γερμανία) όπου η ομογένεια την αποθεώνει: «γινόταν το κάτι άλλο με τη χαρτούρα» έχει παραδεχτεί η ίδια, ενώ και για μία συνέντευξή της στον «Φιλελεύθερο» της Κύπρου, θυμόταν: «Στην Αμερική γνώρισα και τη Μελίνα Μερκούρη, τότε που παιζόταν το “Never on Sunday”, τον Κούρκουλο, τον Τίτο Βανδή… Τη λάτρευα τη Μελίνα και με λάτρευε. Εκεί γνώρισα, λοιπόν, και τον Ελβις Πρίσλεϊ, ο οποίος θυμάμαι που έβγαινε στην πισίνα μ’ ένα χρωματιστό σορτσάκι. Ηταν πολύ πιο ωραίος από κοντά απ’ ό,τι είναι στα έργα. Αλλά μαλάκας. Ηταν ο τρόπος που μίλαγε… Γνώρισα επίσης την Μπέτι Ντέιβις, τον Ρεξ Χάρισον, αλλά και τη Ρίτα Χέιγουορθ στο Τορόντο, όταν είχαμε πάει εκεί με τον Βοσκόπουλο. Ωραία ήταν στην Αμερική. Πέταγαν οι γουναράδες τα λεφτά, μήπως με ρίξουν. Τρελή ήμουνα; Αν πήγαινα με έναν απ’ αυτούς, την άλλη μέρα θα το ήξερε όλη η Αμερική! Αστειεύεσαι;».
Ακόμα κι όταν το λαϊκό τραγούδι περνάει κρίση τα επόμενα χρόνια, η ίδια κατορθώνει και συντηρείται με δουλειές σε συνεργασία με τον Τσιτσάνη καταρχάς αλλά και άλλους και σποραδικότερη δισκογραφία σε μικρότερες εταιρείες.
Το 1973 πάντως θα πρωτοκυκλοφορήσει κι ένα ιστορικός δίσκος, «Η Καίτη Γκρέυ στις Μεγάλες Επιτυχίες του Στέλιου Καζαντζίδη», ο οποίος θα γνώριζε άλλες δύο επανεκδόσεις. Η ίδια είχε αφηγηθεί στον Σωτήρη Κακίση: «Είχε κάνει τότε ο Νταλάρας τον δίσκο “Απ’ τα ψηλά στα χαμηλά” και μάλλον τσαντίστηκε ο Καζαντζίδης και λέει του Μάτσα: βάλε την Γκρέυ να πει τραγούδια μου. Με πήρε τηλέφωνο από την Οντεόν. Τι έχεις μαγειρέψει; Περίμενέ με να έρθω να διαλέξουμε δώδεκα τραγούδια. Στην αρχή αρνήθηκα γιατί δεν μου αρέσει να λέω τραγούδια άλλων. Με παρακάλεσε. Καθίσαμε στο μπαλκόνι στην πλατεία Αττικής και κουβέντα στην κουβέντα πήγε τρεις το πρωί. Στέλιο, θέλεις να κάνεις ένα μπάνιο και να κοιμηθείς εδώ; Οχι, Καίτη, γιατί χωρίς χάπι δεν μπορώ να κοιμηθώ. Τώρα είναι που δεν θα φύγεις. Γυρίζει και μου λέει: Είσαι η μόνη γυναίκα που μπορείς ό,τι μου πεις να το κάνω. Θα μείνω εδώ. Κοιμηθήκαμε μαζί. Μην πάει το μυαλό σου στο κακό. Μου κρατούσε το χέρι όλο το βράδυ. Τότε είχα δεσμό με τον Κώστα Καρρά και ήμουν και πολύ ερωτευμένη μαζί του. Το πρωί του έκανα καφέ και πορτοκαλάδα. Δάκρυσε. Ακόμα το θυμάσαι ότι έπινα πορτοκαλάδα το πρωί; Τελικά ο δίσκος βγήκε τρεις φορές. Με τρία διαφορετικά εξώφυλλα. Μεγάλη επιτυχία».
Η «καζαντζακική» Γκρέυ
⇒ Παρότι η ζωή της ήταν πραγματικά μυθιστορηματική, δεν γυρίστηκε μέχρι στιγμής σε ταινία. Το 1995 ο Κώστας Φέρρης αυτό σκόπευε να κάνει σε μια σειρά για την πραγματοποίηση της οποίας είχε υπογράψει συμβόλαιο με τον ΑΝΤ1.
Τα πρώτα γυρίσματα είχαν γίνει σε Ελλάδα, Τουρκία και Αίγυπτο, αλλά τελικά το σχέδιο ναυάγησε λόγω υπέρβασης του αρχικού προϋπολογισμού
Τις επόμενες δεκαετίες το όνομα της Καίτης Γκρέυ χάνει σιγά σιγά τη λάμψη του όχι γιατί εκείνη δεν κάνει πάντα αξιοπρόσεκτες δουλειές στη δισκογραφία και σε μουσικές σκηνές (αξίζει να αναφέρουμε το 1981 στον Ζυγό τη θρυλική συνεργασία της με τη Χαρούλα Αλεξίου και τη Δήμητρα Γαλάνη) αλλά γιατί πρωτίστως έχει υποχωρήσει το φανατικό ακροατήριο για το παλιό λαϊκό και μαζί το ενδιαφέρον των δισκογραφικών.
Παρ’ όλα αυτά η ίδια επανακάμπτει δυναμικά τη δεκαετία του ’90, όταν ανάμεσα σε άλλα κυκλοφόρησε και το τραγούδι «Οταν ακούω Καζαντζίδη» σε μουσική και στίχους δικούς της. Το γνωστότερο τραγούδι της από εκείνη τη δεκαετία είναι βέβαια το περίφημο «Μια γυναίκα μόνο ξέρει», που είχαν γράψει για τη φωνή της το 1992 οι Εκείνος κι Εκείνος, για να αποδειχτεί άλλη μια διαχρονική επιτυχία της που τη σύστησε στη νέα γενιά.
Συνολικά, όπως μας θύμισε χθες ο μελετητής της ελληνικής δισκογραφίας Πέτρος Δραγουμάνος, «η Καίτη Γκρέυ ηχογράφησε 367 τραγούδια από το 1952 έως το 1996. Βασίλης Τσιτσάνης, Στέλιος Χρυσίνης, Βασίλης Βασιλειάδης, Γεράσιμος Κλουβάτος, Μπάμπης Μπακάλης, Χρήστος Κολοκοτρώνης, Νίκος Δαλέζιος, Γιώργος Μητσάκης, Μανώλης Χιώτης, Λουκάς Νταράλας, Θόδωρος Δερβενιώτης, Γιάννης Καραλής, Τάκης Σούκας και άλλοι πολλοί συνθέτες της έδωσαν τραγούδια τους».
Ενδιαφέρον έχει πάντως και το γεγονός ότι παρότι η ζωή της ήταν πραγματικά μυθιστορηματική (όπως αποδείχτηκε κι από το βιβλίο του Χρονά αλλά και την αυτοβιογραφία της «Καίρη Γκρέυ: Ετσι όπως τα έζησα», που επιμελήθηκε ο Νίκος Νικολίζας) δεν γυρίστηκε μέχρι στιγμής σε ταινία. Το 1995 ο Κώστας Φέρρης αυτό σκόπευε να κάνει σε μία σειρά για την πραγματοποίηση της οποίας είχε υπογράψει συμβόλαιο με τον ΑΝΤ1.
Τα πρώτα γυρίσματα είχαν γίνει σε Ελλάδα, Τουρκία και Αίγυπτο, ακόμα και το τραγούδι των τίτλων «Εγώ σε νίκησα ζωή» είχε ηχογραφηθεί με ερμηνευτή τον Γιάννη Πάριο, αλλά τελικά το σχέδιο ναυάγησε λόγω υπέρβασης του αρχικού προϋπολογισμού. Είναι σχεδόν βέβαιο πάντως πως, με δεδομένο ότι τα τελευταία χρόνια η νοσταλγία για τις μεγάλες προσωπικότητες του λαϊκού και του ρεμπέτικου, αλλά ίσως και μια τελική αποτίμηση της συμβολής και της αξίας τους, έχει δημιουργήσει μια ισχυρή τάση ανάλογων προσωπογραφιών σε σινεμά και θέατρο, θα βρεθεί σύντομα εκείνος που θα αντλήσει υλικό από αυτή τη συναρπαστική ζωή του ενός αιώνα. Και θα εμπνευστεί από από μία γυναίκα βέβαια που όπως θυμόταν ο Γιώργος Χρονάς για ένα podcast: «Ζούσε όπως ήθελε, είχε μια λαϊκή αριστοκρατικότητα, εξέπεμπε, έλαμπε, ήταν αμόρφωτη αλλά είχε τρομακτική ευκολία στη διήγηση, και ήταν καζαντζακική, είχε όλα τα στοιχεία των προσώπων του Καζαντζάκη κι ήταν τόσο τρελή ώστε να είναι ελεύθερη. Δεν υπολόγιζε κανέναν».
