Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ο Λόρενς της Πλατείας Βικτωρίας

Ο Μ.Κ. ανάμεσα σε Α. Ζέη, Μ. Δούκα και Κ. Γκιμοσούλη

Ο Λόρενς της Πλατείας Βικτωρίας

  • A-
  • A+

Στον Τάκη Γεράρδη

“Η ανάποδη όψη της αλήθειας”, του είπα, “είναι
η πιο αληθινή, δες όσους υφαίνουν
χαλιά στην αγορά και πρόσεξε την ανάποδη όψη”


Σηνέμ Σαερανταμούκ (1931-2014)

Βιβλίο μέσα στο βιβλίο. Μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα. Δύο κείμενα μοιράζονται τα ζυγά και τα μονά κεφάλαια του βιβλίου, βαδίζουν παράλληλα και παραπληρωματικά, και από ένα σημείο και μετά αλληλοκαθρεφτίζονται αλληλοπεριχωρούμενα.

Μονήρης ο ανώνυμος εξωτερικός αφηγητής των μονών κεφαλαίων, εργάζεται ως δημοσιογράφος του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ σε καθημερινή εφημερίδα και παράλληλα ως αναγνώστης (reader) σε μεγάλο εκδοτικό οίκο της πρωτεύουσας. Στα χέρια του, διαλύοντας την ανία της ανάγνωσης μετριοτήτων, φτάνει σφραγισμένο με βουλοκέρι το χειρόγραφο ενός παντελώς άγνωστου συγγραφέα που επιμένει στην ψευδώνυμη ανωνυμία του: Σηνέμ.

Πρόκειται για μια αληθινή αποκάλυψη, ένα λογοτεχνικό «θαύμα ή αντικατοπτρισμό». Ετσι αποφασίζει να τεστάρει την κριτική του ικανότητα στα «πεταχτά» αυτιά ενός «ιδεώδους αναγνώστη», του επιστήθιου μποέμ φίλου του, Θανάση Θανασούλη, ο οποίος συνηθίζει να ανακατεύει τις λέξεις και τα νοήματα. Μαζί δραπετεύουν, από την «κόλαση της πρωτοπορίας», στο στέκι τους, όπου συνηθίζουν να βλέπουν αγώνες ποδοσφαίρου και να συζητούν για λογοτεχνία: από τον Μέσι και τον Ρονάλντο, λοιπόν, στον «Γατόπαρδο» και τα σονέτα του Σαίξπηρ, και από ΄κεί στο μυθιστόρημα που βρέθηκε ανέλπιστα στα χέρια τους.

Στα ζυγά κεφάλαια, η γνωστή σύμβαση. Διαβάζουμε μαζί με το δίδυμο των φίλων το μυθιστόρημα του Σηνέμ και την ευφάνταστη, σαφώς αλληγορική, εξωτική του περιπέτεια. Δύο ομόκεντρα ταξίδια.

Καμηλιέρης συνοδός αρχαιολογικής αποστολής, «σε ένα ταξίδι στις απαρχές της Γης», χάνεται στις ερήμους της Βορείου Αφρικής μέσα σε αντικατοπτρισμούς και παραισθήσεις, γεμάτες καλλίγραμμες οπτασίες (την πιο ωραία ανάμεσά τους την ονομάζει «Σειρήνα της Ερήμου»), μέχρι που ο ίλιγγος μιας ανεμοθύελλας τον ξεβράζει σε νοσοκομείο του Ελ Αλαμέιν ή του λιμανιού Μάρσα Ματρούχ με τη διάγνωση Sterilis absurditatis (κάτι σαν άγονος παραλογισμός;).

Θηλυπρεπείς νεαροί κάθε χρώματος, θελκτικές καμαριέρες, αρρενωποί ταξιτζήδες και όμορφες αεροσυνοδοί, σχεδόν ό,τι περνά από το οπτικό πεδίο του και κινείται του προκαλεί ερωτικό ερεθισμό και θέτει συνεχώς το δίλημμα: με γυναίκα ή με άντρα;

Οι αναγκαστικές συνεδρίες με την κυρία Χλόη δεν έχουν άμεσο αποτέλεσμα, παρόλο που στις συμβουλές της αφήνεται όπως ο Οδυσσέας στις Σειρήνες: «να αφεθείς ελεύθερος σαν να γράφεις μυθιστόρημα» ή «γράψε κάτι βιωματικό σαν φανταστικό». Κι αυτό αποπειράται: «Γράφω τη ζωή μου έστω και παραλλαγμένη, όπως κάνει η καλή λογοτεχνία» μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι, για τον ίδιο, γραφή και ομοφυλοφιλία πάνε χέρι χέρι.

Οι παιδικές αναμνήσεις από το Κάιρο και η έλξη για τον Αρμένιο φίλο του ξυπνούν την ομοερωτική επιθυμία. Ενα δεύτερο ταξίδι στην Αίγυπτο θα τον κάνει να επιλέξει οριστικά: επιστρέφει με τρόπαιο έναν νεαρό Μαροκινό, έναν Ρεμπό της Μέσης Ανατολής, σαν βγαλμένο από την «Παιδική Μούσα» του Στράτωνα…


Διαρκώς η αφήγηση μέσα στην αφήγηση μεταμορφώνεται. Η «εξωτική περιπέτεια» γίνεται «αισθησιακό πορνογράφημα», και αλλού, εκεί που νομίζεις ότι πρόκειται για μια ιστορία με «αστυνομικές πινελιές», μπαίνει ο «υπαρξιακός παράγων, και το κλίμα αλλάζει».

Την ώρα που ο εσωτερικός αφηγητής φαίνεται να εγκλωβίζεται στην ίδια του την «πλεκτάνη» και να δυσκολεύεται να βγει, αδυνατώντας να αποσπαστεί από τον ήρωά του («που ήμουν και δεν ήμουν εγώ»), η περιπετειώδης αφήγησή του αφυπνίζει το ερασιτεχνικό και μέχρι σήμερα απωθημένο πεζογραφικό ταλέντο του εξωτερικού αφηγητή.

Το «φιδάκι της ζήλιας» ενεργοποιεί το λάπτοπ του αλλά και τη φορητή ιταλική αραχνιασμένη γραφομηχανή του: αρχίζει πλέον να διαβάζει σαν να βρίσκεται στη θέση του συγγραφέα, και τρέμει μη γίνει λογοκλόπος, αφού το βιβλίο που προκύπτει απ’ τη δική του γραφίδα μοιάζει με το «ελληνικότατο» πλην «εξωτικό» ψευδώνυμο βιβλίο. «Μήπως πρόκειται για την ιδία ιστορία από άλλη σκοπιά;» (σ. 74) αναρωτιέται ο ιδανικός αναγνώστης Θανάσης Θανασούλης. Ποιος είναι ο πλαστογράφος; Ποιος ο παραχαράκτης;

Στην αρχή σιωπηλά και υπόρρητα και προοδευτικώς ολοφάνερα τα δύο κείμενα συντονίζονται, όπως άλλωστε και το σκηνικό και η Αθήνα. Το αθηναϊκό μπιστρό γίνεται αφρικάνικος τεκές, με τη χαρακτηριστική σιωπή του αιγυπτιακού τάφου και την περιστροφή του αρχαίου ανεμιστήρα πάνω απ’ τα κεφάλια των αναγνωστών.

Η Αθήνα γεμίζει κελεμπίες μεταναστών, όπως στις όχθες του Νείλου. Μυθιστορηματικοί χαρακτήρες, πραγματικά πρόσωπα ή μυθοπλαστικές καρικατούρες υπαρκτών προσώπων μπαινοβγαίνουν κατά βούληση στα δύο επίπεδα.

Αλλες φορές αυτά εφάπτονται επικίνδυνα: η συνάντηση των δύο συγγραφέων έξω από τον εκδοτικό οίκο, τα βήματα που φέρνουν τον εσωτερικό αφηγητή έξω από το μπιστρό όπου το δίδυμο των φίλων διαβάζει το βιβλίο του κ.ά., μέχρι το κυνηγητό τους στους σκοτεινούς δρόμους της Κυψέλης.

Τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, μυθοπλασίας, ονείρου και επινόησης καταλύονται, ενώ τα ρήματα «διαβάζω», «γράφω», «φαντάζομαι», «ζω» μπορούν να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά: «Κουράστηκες να διαβάζεις!» λέει ο Θανασούλης, για να απαντήσει διφορούμενα ο reader: «Είναι αλήθεια, αυτές οι περιγραφές με έχουν εξαντλήσει! Λες και επρόκειτο να κάνω εγώ έρωτα μαζί του. Αυτό μου έλειπε μόνο».


Δεν χρειάζεται να πούμε ότι οι μακρυχέρηδες, μακρυπόδηδες, ατημέλητοι και απρόσεκτοι ανταγωνιστικοί συγγραφείς δεν αποτελούν παρά εκτοπλασματικές υποστάσεις, μυθιστορηματικές ενσαρκώσεις, διαφορετικές προβολές του ίδιου συγγραφικού «εγώ», οι οποίοι ξεσηκώνουν ακόμα και τα σουσούμια του δημιουργού τους που υπογράφει στο εξώφυλλο του βιβλίου.

Σωσίες του συγγραφέα, μπορεί να μοιάζουν πολύ, αλλά έχουν στην πραγματικότητα διαφορετική, αν και παραπληρωματική, ποιητική: ο ένας, αταξίδευτος, πιστεύει στη μελέτη και στη συνεχή προσπάθεια («Εμαθα σιγά σιγά να γράφω χωρίς να περιμένω την έμπνευση. Η έμπνευση είναι ένα εφεύρημα των ατάλαντων, η σκληρή τριβή με τις λέξεις, η πάλη με την συμβατικότητα είναι η μόνη αλήθεια» σσ. 179-180). Ο άλλος είναι εραστής της περιπέτειας, αναζητά το βίωμα και πιστεύει στο ταλέντο («Μπορεί να ξέρουν από λογοτεχνία και μουσική περισσότερα από εμένα, μα εγώ έχω το βίωμα.

Για να το μετουσιώσεις δε χρειάζεται να είσαι χαρτοπόντικας όπως όλοι αυτοί, ταλέντο και μόνο ταλέντο απαιτείται»). Η μεγάλη τους διαφορά: ο πρώτος αβέβαιος και άτολμος μέχρι τέλους να βγάλει προς τα έξω την ερωτική/συγγραφική του διεκδίκηση, ενώ ο δεύτερος έτοιμος να πάρει συνειδητά κάθε ρίσκο.

Το μυθιστόρημα, επιχειρώντας να τους χωρέσει και τους δύο σε μια εσώτερη σύνθεση, αναρωτιέται: «Μήπως όμως αυτά μοιάζουν με αντικατοπτρισμούς και ο αληθινός εαυτός κρύβεται βαθιά στην ψυχή ή στο στομάχι, μια κατάβαση στα ερέβη της ανθρώπινης φύσης;».

Οσο για τον πραγματικό συγγραφέα που «έχει γράψει πολλά για την Αθήνα και συχνά στα βιβλία του αναφέρεται μια γνωστή πλατεία», αυτός λείπει σε ταξίδι με την ψυχολόγο του στη Βενετία του Τζέιμς, του Μαν και της Χάισμιθ, και τις παρεμβάσεις του θα πρέπει να τις αναζητήσουμε στον πλούσιο σχετικό προβληματισμό: Αν η σχέση πραγματικότητας και φαντασίας, πάθους και λογοτεχνίας, βιώματος και αποτύπωσης στην αφήγηση σχολιάζονται στα μονά κεφάλαια, στο εγκιβωτισμένο μυθιστόρημα τίθενται τα ερωτήματα: τι είναι «φυσιολογικό» στη ζωή και στη λογοτεχνία, δραματουργία ή ντοκουμεντάρισμα, με ειρωνικά έωλο και εκκρεμές το εύλογο ερώτημα που γεννιέται σε κάθε περιγραφή της οικονομικά κατεστραμμένης Αθήνας: «κρίση ή καμήλες;».

Και με τον κεφάτο ρυθμό να ζωηρεύει, όσο πλησιάζουμε στο αποκαλυπτικό τέλος, με τα κεφάλαια να εναλλάσσονται γρήγορα και αντιστικτικά, όσο περισσότερο τα δύο «βιβλία» συμπλησιάζουν και αποδεικνύουν την αμοιβαία πλαστότητά τους, όλα οδηγούν στην τελική αναμέτρηση που θα διαδραματιστεί, πού αλλού, στις γνωστές για τα επιμελημένα βιβλία τους (σε αντίθεση με τα μπεστ-σέλερ του «Παραγιού») εκδόσεις «Πρεβεζάνου», εκεί όπου δεσπόζει, χαμένη ανάμεσα σε πύργους από βιβλία και τόμους, η σεβάσμια πατριαρχική μορφή με τις φαβορίτες του Ιψεν: ο θαυμαστής του Θουκυδίδη και του Σταντάλ, ο Αβραάμ.

Ο γηραιός εκδότης, ο συγγραφέας της «Σειρήνας της Ερήμου» και ο αμήχανος αναγνώστης και εισηγητής ανταλλάσσουν βλέμματα φθόνου και απαξίωσης, με φανερό τον ανταγωνισμό ανάμεσά τους: «“Ξέρετε κάτι”, είπε σε μια στιγμή ο Αβραάμ, “εσείς οι δύο μοιάζετε λίγο…”».

Με τον αφηγητή πάνω απ’ τις διορθώσεις του και το αυτί ευαίσθητο πάντα στο τηλέφωνο, περιμένοντας κάθε κλήση στο ακουστικό του, και με τους ήχους του τέλους του «Ντον Τζοβάνι», όταν ο Κομαντατόρε δίνει το χέρι στον Ντον Τζοβάνι και εκείνος τυλίγεται στις κολασμένες φλόγες («Τι μεγαλείο!»), θα μπει η τελική υπογραφή στο χειρόγραφο: Σηνέμ Σαερανταμούκ (= Μένης Κουμανταρέας).

«Νομίζεις ότι ο δον Ζουάν είχε ποτέ του ερωτευθεί;» είχε ρωτήσει κάποτε τον Θανασούλη. «Μόνο την κόλαση!» είπε ο επιστήθιος φίλος μου.
Με κεφάτη γραφή, πολύ χιούμορ, εικονιστική ενάργεια που κερδίζει την ανάγνωση και γλωσσική καθαρότητα που εντυπωσιάζει με την απλότητά της, ο Μένης Κουμανταρέας καταφέρνει να γράψει ένα αλληγορικό μυθιστόρημα συγγραφικής συνειδητοποίησης και μυθιστορηματικής αγωγής, αντλώντας από διαφορετικές παραδόσεις και νόρμες (από το φανταστικό στο περιπετειώδες μυθιστόρημα και από το νουάρ στο φανταστικό), με ύφος που κατά τόπους θυμίζει σελίδες του Καχτίτση, εναργείς εικόνες αντάξιες ενός Γονατά, και μουσική υπόκρουση από τον «Ντον Τζοβάνι» του Μότσαρτ στον «Ονιέγκιν» του Τσαϊκόφσκι.

Πρόκειται για ένα χιουμοριστικό μυθιστόρημα κατάβασης στην «ανεξερεύνητη έρημο» του εσώτερου εαυτού, «στα χνάρια του Μπόουλς, του Καμύ, του Καβάφη, του Ντάρελ και του Τσίρκα», γεμάτο είδωλα που πολλαπλασιάζονται (η οικογένεια των Σειρήνων), μεταμφιέσεις και μυστηριώδεις μορφές που χάνονται στις γωνίες ή πίσω από πόρτες και που τα χαρακτηριστικά τους πρέπει να αναζητηθούν στην προσωπική μυθολογία του συγγραφέα, σε ξεχασμένες βιογραφικές λεπτομέρειες ή και σελίδες της αγαπημένης του βιβλιοθήκης: από την «Καρδιά του σκότους» του Τζόζεφ Κόνραντ στο «Μαγικό Βουνό» του Τόμας Μαν.

Το συγγραφικό υποκείμενο διχοτομείται και τα συγγραφικά χαρακτηριστικά θρυμματίζονται και διασκορπίζονται (οι επισκέψεις στον γιατρό θυμίζουν τον «Θρασάκη» του Βασιλικού και την περήφανη διακήρυξη ενάντια σε όλα τα δεδομένα: «εγώ δεν είμαι εγώ, αλλά ένας άλλος»).

Πάνω από όλα φαίνεται να έχει κατακτήσει τη γνώση ότι η «μόνη πραγματικότητα στη λογοτεχνία είναι η φαντασία» (σ. 137). Ισως γι’ αυτό και ο μυθιστορηματικός Σηνέμ αγοράζει τις «Περιπέτειες του Βαρώνου Μινχάουζεν», χρόνια μετά την απόπειρα του νεαρού Μένη να γράψει το «Ο Μινχάουζεν στο Λιόπεσι», όπως γνωρίζουμε από τη νεανική του αλληλογραφία με τον Βασιλικό (Τόπος 2014).

Οι σκόρπιες σελίδες του δακτυλόγραφου της «Σειρήνας της Ερήμου» ανακαλύφθηκαν στο λεηλατημένο γραφείο του συγγραφέα, δίπλα στη φιστικί Ολιβέτι του, μετά τα τραγικά γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου, όπως μας πληροφορεί το εκδοτικό σημείωμα της Αλεξάνδρας Τράντα.

Κατά συνέπεια, ο «Βικτωριανός» και Κυψελιώτης μανιώδης αθηναιογράφος, ο παρατηρητής και ωτακουστής των ψιθύρων μιας ολόκληρης πόλης, ο ιδιοσυγκρασιακός συγγραφέας με τη σταθερή και ανοδική πορεία [από τα ρεαλιστικά μετα-διηγήματα της συλλογής «Τα μηχανάκια» (1962) στις φιλόδοξες συνθέσεις της «Βιοτεχνίας υαλικών» (1975), της «Κυρίας Κούλας» (1978) και του «Ωραίου λοχαγού» (1982), ο Κουμανταρέας των «18 κειμένων» και τρις εις δίκην για το «Αρμένισμα» ο οποίος συνέχιζε αδιάλειπτα να γράφει μοιράζοντας ακριβοδίκαια τον χρόνο του («Η μέρα για τα γραπτά και η νύχτα για το σώμα», Κέδρος 1999)] μας αποχαιρέτησε με ένα διπλό αντίδωρο…

Αν ο «Θησαυρός του χρόνου» αποτελούσε το σκοτεινό και πένθιμο αυτο-μυθιστόρημα της ποιητικής του, η «Σειρήνα της ερήμου» αποτελεί το φωτεινό και χιουμοριστικό του μανιφέστο.

«Τα φώτα των αυτοκινήτων από τις γρίλιες έμπαιναν στο δωμάτιο, ταξίδευαν στο ταβάνι, στους τοίχους και χάνονταν το ίδιο μαγικά, όσο όταν μικρός αγρυπνώντας στο κρεβάτι μου παρακολουθούσα τη διαδρομή τους.

Πού πήγαιναν αυτά τα φώτα όταν έφευγαν από το δωμάτιο; Κάπως έτσι έρχονταν κι έφευγαν οι ιδέες στο μυαλό μου, ωσότου αποφάσιζα να τις καθυποτάξω στο χαρτί. Μια διαδικασία που οι ανίδεοι ονόμαζαν χόμπι, μα που για μένα ήταν διέξοδος ζωής, ένα παιχνίδι με σοβαρότητα, τόσο σοβαρό που στιγμές στιγμές μπορούσε να γίνει και αστείο», σημειώνει κάπου.

Πού πάει, λοιπόν, η φλόγα όταν σβήνει; Οι συγγραφείς όταν φεύγουν; Οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες όταν κλείνουμε το βιβλίο; Ολη μας η εφηβεία; Τα ξενύχτια μας με την Κυρία Κούλα; Η μυρωδιά του Κουρείων; Θέλω να πιστεύω ότι ο Ωραίος Λοχαγός της μεταπολεμικής πεζογραφίας μας βρήκε τον Θησαυρό του Χρόνου του, παρέα με όλες του τις Σειρήνες, με τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, την Κυρία Κούλα, τον Βασίλη Σερέτη ή Μπιλ και, φυσικά, τη σεβάσμια μορφή της πολυαγαπημένης του Λιλής.

Παρ’ όλα αυτά, εμείς μένουμε πάντα διψασμένοι «για εκείνες τις περιγραφές του εφήμερου της πόλης, του αέρα της, της ανάλαφρης σκόνης της μελαγχολίας που περιβρέχει τα πράγματα», όπως γράφει ο Βασιλικός, όταν στα τριάντα τους δοκίμαζε, παίζων άμα και σπουδάζων, έναν πρόωρο επικήδειο (8.4.1960).

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Κολάζ και μοντάζ τεκμηρίων στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία
​Μέχρι το 2010, όταν ολοκλήρωσα τη διατριβή μου για το θέμα, η λογοτεχνία τεκμηρίων είχε ήδη κάνει αισθητή την παρουσία της με πολλούς συγγραφείς να είχαν γράψει πεζογραφήματα στηριγμένα σε εξωλογοτεχνικά...
Κολάζ και μοντάζ τεκμηρίων στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Βάζοντάς τα με τον εαυτό
Ο Φίλιπ Ροθ γεννήθηκε στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ τον Μάρτιο του 1933, ο μικρότερος από τους δυο γιους μιας οικογένειας Αμερικανοεβραίων που είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Σε...
Βάζοντάς τα με τον εαυτό
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ο Τ.Κ. Παπατσώνης και η κριτική της νεοελληνικής λογοτεχνίας
Η επισήμανση μελετητών και κριτικών ότι ο Τάκης Παπατσώνης δεν έδωσε κριτική προσοχή στα νεοελληνικά γράμματα, ενώ, αντιθέτως, επέμεινε, με την ευχέρεια που του παρείχε η ευρυμάθειά του αλλά και η άριστη...
Ο Τ.Κ. Παπατσώνης και η κριτική της νεοελληνικής λογοτεχνίας
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Η άμυνα των ιδεών
Ξαναπιάνοντας το νήμα του προηγούμενου Σαββάτου -όταν σας παρουσιάσαμε τα σημαντικότερα βιβλία φιλοσοφίας και ξένης λογοτεχνίας του 2017- σήμερα συνεχίζουμε με τους τίτλους που ξεχωρίζουν. Εδώ οι ιδέες από τον...
Η άμυνα των ιδεών
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Στις βιβλιοθήκες του κόσμου
Βιβλία που κέντρισαν τον ειδικό ή τον απλό αναγνώστη, βιβλία που διανοίγονται σ’ ένα ευρύ φάσμα ιδεών, έκφρασης, αλλά και συνομιλίας, υπέρβασης ή ρήξης με άλλα βιβλία, βιβλία νεότερων ή παλαιότερων συγγραφέων,...
Στις βιβλιοθήκες του κόσμου
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Είναι πολλά τα μάτια της φαντασίας
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης είναι καλός μπάρμαν. Παίρνει τα υλικά και τα βάζει σε πολύχρωμα σέικερ λογοτεχνικής ώσμωσης. Η διογκούσα φαντασία μετασχηματίζει λ.χ. τις μικρές αθερίνες σε τεράστια κήτη, αντιστρέφοντας...
Είναι πολλά τα μάτια της φαντασίας

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας