Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Μόνο καλοκαίρια
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Μόνο καλοκαίρια

  • A-
  • A+

Το Ανοιχτό Βιβλίο, για όγδοη συνεχή χρονιά, θα σας κρατήσει συντροφιά με πρωτότυπες καλοκαιρινές ιστορίες. Φέτος δώδεκα συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας γράφουν, αποκλειστικά για την «Εφ.Συν.», ένα διήγημα που συνδυάζει ήρωες (παιδιά ή εφήβους), πλαίσιο (καλοκαίρι - όπως πάντα) και μια έκτακτη δυσοίωνη συγκυρία (Covid-19) συναρθρωμένα όλα σε μια ενιαία αφήγηση.

Υπό σκιάν

Δώδεκα πρόσωπα της γραφής μιας ευρείας ηλικιακής κλίμακας, ετερογενών θεματικών κάδρων και αφηγηματικών τρόπων, δώδεκα βραβευμένοι, σημαντικοί συγγραφείς που γνωρίζουν εκ των έσω συνήθειες, κώδικες και γλώσσα νεαρών αφηγητών και αναγνωστών μάς αποκαλύπτουν εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα που προκαλεί σε μια άγουρη ψυχή (και όχι μόνο) αυτό το αλλόκοτο, ανήσυχο καλοκαίρι της πανδημίας.

Μετά τη Μαρία Παπαγιάννη, την Ελένη Σβορώνου, τον Γιώργο Παναγιωτάκη και την Αγγελική Δαρλάση το αφηγηματικό νήμα πιάνει ο Φίλιππος Μανδηλαράς.


Τη στιγμή που συρρικνώθηκα, βρισκόμουν στον δρόμο. Από τη μια βιαζόμουν να φτάσω στο δωμάτιό μου -απ’ ό,τι μας πληροφορούσαν, λίγοι τα κατάφερναν αν τους πρόφταινε το κακό μακριά από το σημείο αναφοράς τους-, από την άλλη ήθελα να απολαύσω τον αέρα που τρύπωνε παγωμένος ώς τις ρίζες των μαλλιών μου, τη μεταλλική αδράνεια της πόλης που ήταν βυθισμένη στον φόβο, την καυτή τυρόπιτα που παράχωνα σε μικρά κομμάτια στο στόμα μου.

Το πρώτο πράγμα που πρόλαβα να νιώσω ήταν το ανυπόφορο βάρος των υπολειμμάτων της τυρόπιτας στην παλάμη μου. Επειτα ένα κύμα φωτιάς απλώθηκε στο κορμί μου κι ένας ξερός κρότος σαν ριπή κομπρεσέρ μέσα από τα ανοιχτό θυροτηλέφωνο πολυκατοικίας εγκατέστησε τη νέα πραγματικότητα. Κάπου μακριά, μια θολά ηχογραφημένη φωνή επαναλάμβανε πως το άσυλο ήταν ανοιχτό για το κοινό, «μπείτε σε μια σειρά, παρακαλώ. Περάστε από 'δώ». Πέρασα.

Εζησα στο άσυλο σαράντα, μπορεί και πενήντα ή εξήντα μέρες. Εζησα σε έναν χώρο που έμοιαζε ανησυχητικά με το δωμάτιό μου (το μόνο που του έλειπε ήταν η κίνηση που προσδίδει ο χρόνος -η σκόνη από τα παπούτσια μου, οι ιδρωμένες κάλτσες ή τα μισολερωμένα εσώρουχά μου), με μια οικογένεια που έμοιαζε φρικτά με τη δική μου (έλειπαν μόνο οι απαξιωτικές ματιές, οι δυσβάστακτες συμβουλές, οι υπολογισμένες επιβραβεύσεις, οι απρογραμμάτιστες δυσλειτουργίες και η απαθής οικειότητα της καθημερινότητας), σε ένα πλαίσιο που θα μπορούσα και να το ταυτίσω με αυτό της γειτονιάς όπου μεγάλωνα (συν οι κλιμακούμενοι καβγάδες αόρατων ζευγαριών, τα όλο και συχνότερα ερωτικά τους βογκητά και οι νυχτερινοί τους ψίθυροι, τα ολοήμερα τρεχοβολητά και οι τσιρίδες περίκλειστων παιδιών, το αδυσώπητο πριόνισμα τρόμου κάθε απόγευμα στους δέκτες των τηλεοράσεων που πότιζε τους τοίχους εντροπία).

Στην αρχή μετρούσα τη διάμετρο των πλακακιών στο πάτωμα, τον αριθμό και τα νερά τους, τις γρατσουνιές και τις ρωγμές στον τοίχο, τις διαστάσεις του παράθυρου, το μήκος των μολυβιών μου, τις σελίδες των τετραδίων μου, τη διάμετρο των λεκέδων στα ρούχα μου, τους πόρους στο δέρμα του προσώπου μου, τις τρίχες στα ρουθούνια μου, τον αριθμό των βλεφαρίδων μου. Κι ενώ εγώ μετρούσα, οι ήχοι από το άσυλο έχαναν τα χαρακτηριστικά τους, οι μυρωδιές περιορίζονταν σ’ αυτήν του κορμιού μου, οι γεύσεις σ’ αυτήν του στεγνού μου στόματος όταν κατάφερνα να απομακρύνω τον λευκό θόρυβο του ύπνου. Ενιωθα ότι βυθιζόμουν όλο και περισσότερο στη μακάρια αποχαύνωση του ελάχιστου.

Ωσπου μια μέρα που μετρούσα κοντομάνικα μπλουζάκια σ’ ένα συρτάρι, ανακάλυψα κάτι ξεχασμένα κιάλια. Θυμάμαι να τα φέρνω στα μάτια μου με τη λαχτάρα του ναυαγού κι αμέσως μετά να ψάχνω κορυφές νησιών στον περιορισμένο ορίζοντα που πρόσφερε το παράθυρό μου. Ενιωθα πως είχε φτάσει η ώρα να δραπετεύσω από το μονοκυτταρικό μου σύμπαν.

Ο,τι συνάντησα εκείνη την πρώτη φορά ήταν μια σειρά από νεκρές φύσεις κάτω από έναν δυσοίωνο ουρανό: κουρελιασμένες τέντες, σκουριασμένα κάγκελα, λερωμένες πλαστικές λεκάνες, μισοξεραμένα φυτά μπροστά από ξεβαμμένα παντζούρια, βρόμικα τραπέζια με τασάκια ξέχειλα από αποτσίγαρα, σακούλες με άδεια μπουκάλια κι άλλες με πλαστικά για ανακύκλωση, σκούπες και φαράσια, ένα ξεφτισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο, ένας ξεκοιλιασμένος υπερμεγέθης αρκούδος, κουτιά με μπογιές, νέφτι και πινέλα, παιδικά ποδήλατα, μπάλες κι ένα σωρό σαραβαλιασμένα πλαστικά παιχνίδια. «Νεκροταφείο», σκέφτηκα και βυθίστηκα πάλι στη λευκή χαύνωση του ενός.

Με ανέσυρε από εκεί η διάφανη ειλικρίνεια ενός γέλιου που εμβόλισε το λευκό καταλύοντας μεμιάς την κυριαρχία του. Εψαξα να βρω τα κιάλια και στάθηκα μπροστά στο παράθυρο. Για μια στιγμή με συνεπήρε η καθαρότητα του ουρανού αλλά συγκρατήθηκα ώστε να μην παρασυρθώ από αισιόδοξες εκτιμήσεις. Ακολούθησα αντίστροφα τη ροή του γέλιου κι ενδιάμεσα πρόλαβα να εκτιμήσω κάποια φρεσκοβαμμένα κάγκελα, τέντες που άπλωναν ακηλίδωτη τη σκιά τους, καταπράσινα φυτά στις άκρες των οποίων μπουμπούκιαζαν άνθη της άνοιξης, παντζούρια που άστραφταν βερνικωμένα, τραπεζομάντιλα που θρόιζαν στο ανάλαφρο αεράκι, στιλβωμένα ποδήλατα που ανάσαιναν τη χαρά του δρόμου.

Συνέχισα την έρευνά μου σ’ έναν κόσμο που έμοιαζε περισσότερο με πάρκο αναψυχής παρά με το νεκροταφείο στο οποίο είχα προσκρούσει την προηγούμενη φορά.

Το γέλιο πήγαζε από το σώμα του καλοκαιριού που είχε τη μορφή μισόγυμνης γυναίκας. Ηταν κουρνιασμένη σε μια πάνινη πολυθρόνα με μια ελαφριά κουβέρτα στους ώμους και γυμνά τα δάχτυλα των ποδιών της.

Στάθηκα μπροστά της. Με κοίταξε απορημένη. «Μισό λεπτό» είπε στον συνομιλητή της κι απομάκρυνε το κινητό από το αυτί. Οταν κατάλαβε πως δυσκολευόμουν να βάλω σε λέξεις το ποτάμι που φούσκωνε εντός μου, με ενθάρρυνε χαμογελαστά. «Τι είναι;». Εσκυψα και τη φίλησα στα χείλη. Με φίλησε κι εκείνη κι ένιωσα το γέλιο της να μου γαργαλάει τη γλώσσα.

Οταν βρέθηκα ξανά στον δρόμο, γνώριζα πως μόλις είχα κατακτήσει το πρώτο καλοκαίρι της ζωής μου. «Μόνο καλοκαίρια από 'δώ και μπρος» είπα και τίναξα τα ξέφτια από το κουκούλι που είχε ξεμείνει στο ρούχο μου.


Τελευταίο βιβλίο του Φίλιππου Μανδηλαρά: «Το Μόλεμα» (Παπαδόπουλος, 2020).

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Μια μέρα στην πλαζ
Μετά τη Μαρία Παπαγιάννη, την Ελένη Σβορώνου, τον Γιώργο Παναγιωτάκη, την Αγγελική Δαρλάση, τον Φίλιππο Μανδηλαρά και την Ελένη Κατσαμά, το αφηγηματικό νήμα πιάνει ο Φίλιππος Φωτιάδης.
Μια μέρα στην πλαζ
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Μοβ φράντζα
Δώδεκα διηγήματα που μετεωρίζονται από την αγωνία της πλοκής στην αγωνία της ύπαρξης, από το σκοτεινό απόθεμα του ήρωα στο σκοτεινό απόθεμα της τρέχουσας πραγματικότητας. Μετά τον Φίλιππο Φιλίππου, τον Τεύκρο...
Μοβ φράντζα
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Η «αιώνια πόλη» στη λογοτεχνία
Στο βιβλίο Δυο εικόνες της Ρώμης ο πεζογράφος Γιάννης Παλαβός επέλεξε τις δυο πιο ενδιαφέρουσες στιγμές της ταξιδιωτικής μαρτυρίας του Ντίκενς για τη Ρώμη.
Η «αιώνια πόλη» στη λογοτεχνία
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Το ταξίδι της Σουζάνας Αντωνακάκη
Η Σουζάνα μπάρκαρε στο πλοίο και ταξιδεύει εδώ και λίγες ώρες. Βρίσκεται έξω, στο κατάστρωμα, καθισμένη κατάμονη σ’ έναν από τους ξύλινους πάγκους. Εκείνους που τόσο αγαπήσαμε σε καλοκαιριάτικες περιπέτειες,...
Το ταξίδι της Σουζάνας Αντωνακάκη
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Σπουδή παραβίασης ορίων
Αναγκαία η εκδοτική πρωτοβουλία να κυκλοφορήσουν σε έναν συλλεκτικό τόμο όλα τα διηγήματα της πολυβραβευμένης Ρέας Γαλανάκη, που έχουν δημοσιευτεί είτε σε συλλογές, είτε σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά...
Σπουδή παραβίασης ορίων

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας