Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αναγνωστικές όψεις στη non-fiction λογοτεχνία
© Elena Krivorotova | Dreamstime.com
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αναγνωστικές όψεις στη non-fiction λογοτεχνία

  • A-
  • A+

Ποια νήματα, στο πέρασμα του χρόνου, συνδέουν τη Νέα Δημοσιογραφία, τη λογοτεχνία του τεκμηρίου, τη μη μυθοπλαστική πρόζα, ακόμη και τη μεταμυθοπλασία που αρδεύεται από ετερογενείς αφηγηματικές δεξαμενές;

Από το εμβληματικό «Εν ψυχρώ» (1965) του Τρούμαν Καπότε, την αμερικανική πρόσληψη της τεκμηριωτικής λογοτεχνίας σε έργα των Νόρμαν Μέιλερ, Τομ Γουλφ, κ.ά., αλλά και στην ευρωπαϊκή εκδοχή της (Πέτερ Βάις, Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, κ.ά.), έως το εμβληματικό «Ζ» (1966) του Βασίλη Βασιλικού και μετέπειτα το «Ανωφελές διήγημα» του Γιώργη Γιατρομανωλάκη (1993), τα «Αμίλητα, βαθιά νερά» (2006) της Ρέας Γαλανάκη, το «Ο γύρος του θανάτου» (2012) του Θωμά Κοροβίνη, το «Τυχερό» (2017) του Κώστα Καβανόζη και στο πιο πρόσφατο «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» (2019) του Ηλία Μαγκλίνη, κ.ά.

Η πανεπιστημιακός Ελένη Παπαργυρίου και οι φιλόλογοι και κριτικοί λογοτεχνίας Γιώργος Ν. Περαντωνάκης και Αριστοτέλης Σαΐνης, σ’ αυτό το αν και ευσύνοπτο αφιέρωμα, εντούτοις εποπτικό και περιεκτικό, επιχειρούν να ψηλαφίσουν αυτό το κάπως ρευστό, υβριδικό και διαρκώς μετατοπιζόμενο πεδίο γραφής, μέσα από κείμενα, διαθέσεις, ερμηνείες, συγκλίσεις και αποκλίσεις, αναγωγές, ενσωματώσεις ή παραμορφώσεις του πραγματικού συμβάντος στο επινοημένο, του αφηγημένου στο μετα-αφηγημένο· κοντολογίς να χαρτογραφήσουν, στη διάρκεια του χρόνου, τα όρια και τις εκάστοτε προϋποθέσεις αυτού που έχει καταχωρισθεί ως «non fiction» λογοτεχνία στη διεθνή βιβλιογραφία.

Μ. ΦΑΪΣ


Οροι και όρια για το ελληνικό non-fiction μυθιστόρημα

Του Γ. Ν. Περαντωνάκη

Πού αρχίζει η λογοτεχνία και πού συναντά τα μη λογοτεχνικά είδη; Πού η μυθοπλασία, το ύφος, ο προσωπικός τόνος, η φαντασία επικρατεί και πού έρχεται η εξωλογοτεχνική κειμενικότητα να παρατάξει τα στρατεύματά της; Κι ακόμα χειρότερα, πώς θα ονομάσουμε, πώς θα χαρακτηρίσουμε και πώς θα αναλύσουμε τα υβρίδια που γεννήθηκαν από την ένωση της λογοτεχνίας με τη δημοσιογραφία, την Ιστορία, το αρχείο, το ντοκουμέντο, τις προσωπικές εμπειρίες, τις αληθινές ιστορίες;

Ο M.H. Abrams στο Λεξικό Λογοτεχνικών Ορων εντάσσει στο ιστορικό μυθιστόρημα τα είδη της τεκμηριωτικής λογοτεχνίας (documentary fiction), του μη μυθοπλαστικού μυθιστορήματος (nonfiction novel) και τη λογοτεχνία γεγονότων (literature of fact), ενώ η πιο σύγχρονη faction συναιρεί το ιστορικό γεγονός (fact) με τη μυθοπλασία (fiction). Αυτή βέβαια η ώσμωση δεν παρατηρείται μόνο στον χώρο του ιστορικού μυθιστορήματος, αλλά και της (αυτο)βιογραφίας, όπως και των κειμένων που συνδυάζουν το ρεπορτάζ με την αισθητική, αφηγηματική και μυθοπλαστική φαντασία.

Σ’ αυτό το ρευστό πλαίσιο, υπάρχουν πολλοί Ελληνες μυθιστοριογράφοι (αφήνω στην άκρη τις αυτοβιογραφίες ή τις προσωπικές αφηγήσεις) που περνάνε τα ειδολογικά σύνορα, νοθεύουν το φανταστικό με το πραγματικό, μπολιάζουν το κείμενο με τεκμήρια, δημοσιογραφούν ενώ γράφουν λογοτεχνία ή λογοτεχνίζουν ενώ αναζητούν την αλήθεια, είτε με προσωπική έρευνα είτε με αξιοποίηση άρθρων και άλλων ντοκουμέντων. Σ’ αυτό το κατώφλι, το μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα, που απέκτησε υπόσταση και φήμη χάρη στο «Εν ψυχρώ» (1965) του Τρούμαν Καπότε, καταγράφει με δημοσιογραφική ακρίβεια πραγματικά γεγονότα, αλλά συνάμα χρησιμοποιεί αφηγηματικές τεχνικές, στήνει μικρές ή μεγάλες αφηγήσεις, υψώνει έναν προσωπικό τόνο κι έτσι μετατρέπει την πρώτη του ύλη σε αισθητικό γεγονός, ικανό να θέλξει τον αναγνώστη.

Ακριβώς επειδή το μυθιστόρημα non-fiction δεν είχε ανέκαθεν περιχαρακώσει την υπόστασή του, είναι ενδιαφέρον πώς το δεξιώσαμε στην Ελλάδα και με ποιους όρους προσπάθησαν πεζογράφοι και κριτικοί να το (προσδι)ορίσουν.

Από αριστερά: Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ, Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ, Γ. ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗΣ και Ρ. ΓΑΛΑΝΑΚΗ, Θ. ΚΟΡΟΒΙΝΗΣ, Σ. ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ

Το πρώτο μετά Καπότε ελληνικό μυθιστόρημα που πληροί τις προδιαγραφές του είδους και γράφτηκε υπό την επιρροή του «Εν ψυχρώ» είναι το «Ζ» (1966) του Βασίλη Βασιλικού. Αφορά τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963 από δυνάμεις του παρακράτους και γράφεται με βάση τα πρακτικά της δίκης και δημοσιογραφικά στοιχεία. Πριν όμως κι από τους δύο, ο Μ. Καραγάτσης ίσως έγραψε ένα non-fiction μυθιστόρημα με τους «Ληστές στα πρόθυρα των Αθηνών» (1952), που πραγματεύεται την απαγωγή δέκα περιηγητών -πολλών εκ των οποίων Βρετανοί- στα 1870, από τη ληστρική συμμορία του Αρβανιτάκη. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύεται στη «Βραδυνή» ως «ιστορικό αφήγημα», καθώς η λογοτεχνία του Μ. Καραγάτση αναζητά ιστορικά ντοκουμέντα για να κατασκευάσει τη δική της υπόθεση.

Αρκετά αργότερα, η Ρέα Γαλανάκη στα «Αμίλητα, βαθιά νερά» (2006) ασχολείται με την απαγωγή της Τασούλας Πετρακογιώργη από τον Κώστα Κεφαλογιάννη, στηριγμένη στις Ενθυμήσεις του απαγωγέα και σε άλλα δημοσιεύματα, επιστολές, καταθέσεις κ.λπ. Δύο χρόνια μετά, ο Γιάννης Ράγκος γράφει το «Μυρίζει αίμα», όπου αναπλάθει την έλευση δύο Γερμανών στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της χούντας, με σκοπό να πλουτίσουν εύκολα μέσω ληστειών. Είναι ίσως το πρώτο καθαρόαιμο αστυνομικό μυθιστόρημα που γράφεται στην Ελλάδα με τη σύζευξη αρχειακής έρευνας και λογοτεχνικής γραφής.

Στα non-fiction μυθιστορήματα που γράφονται την τρίτη χιλιετία, σύμφωνα με τον Δημήτρη Κωστόπουλο (το 2011 επιχειρεί στην Καθημερινή μια πρώτη συνολική προσέγγιση του είδους), κατατάσσονται τα «Θα γίνω ντιζέζ» (2006) του Σάκη Σερέφα και «Μια σκοτεινή υπόθεση» (2010) του Λάκη Δόλγερα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, μεταξύ τεκμηριωτικής λογοτεχνίας και δημοσιογραφίζουσας πεζογραφίας, θα προσέθετα -με όλο το ρίσκο της χαρτογράφησης του είδους- τις «Δέκα χιλιάδες μέλισσες» (2010) του Κύπριου Αντη Ροδίτη για τον Μακάριο, το «Χορεύουν οι ελέφαντες» (2012) της Σοφίας Νικολαΐδου (η οποία δανείζεται στοιχεία non-fiction και πανεπιστημιακού μυθιστορήματος για να φτιάξει την ιστοριογραφική της μεταμυθοπλασία) και την τριλογία του Διονύση Χαριτόπουλου για τον Πειραιά («Εκ Πειραιώς», «Πειραιώτες» και «Πειραιάς βαθύς») με αυτόνομα κείμενα να κινούνται ανάμεσα στις προσωπικές μνήμες και στο μη μυθοπλαστικό αφήγημα. Συνεχίζω με τα έργα του Κώστα Αρκουδέα «Το χαμένο Νόμπελ» (2015) και «Επικίνδυνοι συγγραφείς» (2019) που δίνουν με λογοτεχνική αφήγηση ντοκουμέντα για αληθινά πρόσωπα και γεγονότα, το «Γκαγκάριν» (2016) του Πέτρου Τατσόπουλου, που ιστοριογραφεί τον μουσικό χώρο «Γκαγκάριν 205», ξεκινώντας από την έλευση του Ρώσου κοσμοναύτη στην Αθήνα το 1962, και το «Τυχερό» (2017) του Κώστα Καβανόζη, που συναιρεί προσωπικά στοιχεία με γνήσια ντοκουμέντα μιας εποχής.

Οι υπότιτλοι των έργων είναι εύγλωττοι για το τι επιχειρούσαν οι συγγραφείς τους. Το «Ζ» ονομάζεται «φανταστικό ντοκιμαντέρ ενός εγκλήματος» που δεν υπονοεί μια κινηματογραφική γραφή, αλλά τη μυθοποίηση ντοκουμέντων με τη γόνιμη συνεισφορά της λογοτεχνικής φαντασίας (μυθιστόρημα-ντοκουμέντο). Ο ίδιος ο Β. Βασιλικός το χαρακτήρισε «λογοτεχνικό ρεπορτάζ», ώστε να φανεί η διφυής υπόστασή του, παιδί της λογοτεχνίας, ομού και της δημοσιογραφίας. Το έργο της Ρ. Γαλανάκη υποτιτλίζεται «μυθιστορηματικό χρονικό», όρος που δηλώνει το υβρίδιο μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας. Και άλλα όμως από τα παραπάνω βιβλία, με υπότιτλους όπως «Μια αληθινή ιστορία» (Σερέφας, Αρκουδέας), «Μυθιστόρημα αληθινών γεγονότων» (Ροδίτης), «Ιστορίες και ειδήσεις 1947-1967» (Χαριτόπουλος), αποπειρώνται να αναδείξουν την ακρίβεια των καταγραφομένων με δημοσιογραφική και ιστοριοδιφική προσήλωση, αλλά και να θέλξουν τον αποδέκτη, προσφέροντάς του μια δυναμική ανάγνωση.


Από τους πηχυαίους τίτλους των εφημερίδων στις σελίδες του μυθιστορήματος

Μερικές σκέψεις για τη non-fiction λογοτεχνία

Της Ελένης Παπαργυρίου*

Κάνσας, Νοέμβριος 1959. Δύο πρώην κατάδικοι εισβάλλουν τη νύχτα σε ένα πλουσιόσπιτο, για να ληστέψουν το –γεμάτο, όπως περιμένουν– χρηματοκιβώτιο. Οταν οι ελπίδες τους να βρουν χρήματα διαψεύδονται, εγκαταλείπουν το σπίτι, αφού όμως πρώτα σκοτώσουν τα τέσσερα μέλη της οικογένειας. Η υπόθεση αυτή θα ήταν εν πολλοίς ξεχασμένη σήμερα, τόσο στην Αμερική όσο και παγκοσμίως, αν δεν αποτελούσε το θέμα μιας μυθιστορηματικού τύπου αφήγησης του Τρούμαν Καπότε, που δημοσιεύτηκε αρχικά σε συνέχειες στο περιοδικό The New Yorker και αργότερα ως μυθιστόρημα με τον τίτλο Εν ψυχρώ (1965).

Αυτό το «non-fiction» μυθιστόρημα αποτελεί ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτού που στην Αμερική ονομάστηκε Νέα Δημοσιογραφία: ένα είδος λογοτεχνίας που δεν είναι μυθοπλαστική, ωστόσο δραματοποιεί τα επεισόδια μιας πραγματικής υπόθεσης μένοντας όσο το δυνατόν πιο πιστή στα γεγονότα. Οι συγγραφείς της Νέας Δημοσιογραφίας, ο Καπότε, ο Τόμας Γουλφ και ο Γκέι Ταλίζ, χρησιμοποίησαν τα εργαλεία της μυθοπλασίας για να σκιαγραφήσουν χαρακτήρες, κίνητρα και κοινωνικές συνθήκες, ωστόσο στόχος τους δεν ήταν να αλλοιώσουν τα γεγονότα, αλλά να τα αναδείξουν σε μια αφήγηση που θα ικανοποιούσε τον αναγνώστη πολύ περισσότερο από την ξερή –και υποτίθεται αντικειμενική– παράθεση γεγονότων της παραδοσιακής δημοσιογραφίας.

Τα όρια και οι απολήξεις του non-fiction στην ελληνική πεζογραφία είναι ευρύτατα και τα σκιαγράφησαν με το παραπάνω οι συνάδελφοι στο μικρό αυτό αφιέρωμα. Εδώ θα επικεντρωθώ σε τρία μυθιστορήματα με κάποια θεματική αντιστοιχία περιστρεφόμενη γύρω από το αστυνομικό δελτίο και έναν χαρακτήρα κοινωνικής στόχευσης: το Ανωφελές διήγημα του Γιώργη Γιατρομανωλάκη (Κέδρος, 1993), το Αμίλητα, βαθιά νερά της Ρέας Γαλανάκη (Καστανιώτης, 2006) και το Ο γύρος του θανάτου του Θωμά Κοροβίνη (Αγρα, 2012).

Από αριστερά Δ. ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ, Α. ΜΑΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ και Β. ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ, Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑ

Και τα τρία κείμενα αντλούν το θέμα τους από πραγματικές υποθέσεις που συγκλόνισαν την ελληνική κοινή γνώμη στην εποχή τους: ο Γιατρομανωλάκης γράφει για τη δολοφονία δύο καθηγητών του Πανεπιστημίου Κρήτης από μεταπτυχιακό φοιτητή κατά τη διάρκεια σεμιναρίου στο Ιδρυμα Τεχνολογίας και Ερευνας το 1990. Η Γαλανάκη για τη σκηνοθετημένη απαγωγή της Τασούλας στο Ηράκλειο του 1950 από τον άνθρωπο με τον οποίο διατηρούσε συναισθηματικό δεσμό, μια υπόθεση που δίχασε τόσο το νησί της Κρήτης όσο και την πανελλήνια κοινή γνώμη. Τέλος, ο Κοροβίνης για την πιθανότατα άδικη σύλληψη, καταδίκη και εκτέλεση του Αριστείδη Παγκρατίδη, του φερόμενου ως «δράκου του Σέιχ-Σου», στη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του '60.

Μόνο το πρώτο από τα τρία κείμενα γράφτηκε κοντά στα γεγονότα που περιγράφει: εκδόθηκε μόλις δύο χρόνια μετά την εύρεση του πτώματος του δράστη Γιώργου Πετροδασκαλάκη (στο μυθιστόρημα δεν κατονομάζεται), που λίγο μετά τη δολοφονία των δύο καθηγητών έδωσε τέλος στη ζωή του στα βουνά της Κρήτης. Τα δύο τελευταία μυθιστορήματα απέχουν από τα ιστορικά γεγονότα στα οποία αναφέρονται κατά σαράντα-πενήντα χρόνια. Από αυτή την άποψη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ιστορικές αφηγήσεις. Τόσο η Γαλανάκη όσο και ο Κοροβίνης ανιχνεύουν την ιστορική και κυρίως την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα πίσω από τις δύο φερόμενες εγκληματικές πράξεις. Στην επιβολή αυστηρών κυρώσεων απέναντι στον υποτιθέμενο «δράστη» της απαγωγής της Τασούλας διακρίνονται οι αυταρχικές προθέσεις του μετεμφυλιακού κράτους. Στην καταδίκη και εκτέλεση του Παγκρατίδη ως ηθικοί αυτουργοί αναδεικνύονται η έλλειψη κοινωνικής μέριμνας για έναν άνθρωπο ταξικά αδύναμο, η ομοφοβία, καθώς και πολιτικοί παράγοντες μιας χώρας σε μόνιμο καθεστώς βίας. Στα δύο αυτά κείμενα σκιαγραφείται εναργώς η τοπική ιστορία, η μεταπολεμική, μετεμφυλιακή Κρήτη στο πρώτο, η προσφυγική Θεσσαλονίκη της μεταπολεμικής περιόδου στο τελευταίο.

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Οπως στην περίπτωση της Νέας Δημοσιογραφίας, οι συγγραφείς δεν επιδιώκουν να συγκαλύψουν την παρουσία ούτε την άποψή τους. Πρόθεσή τους δεν είναι η αντικειμενικότητα, αλλά, πολύ καθαρά, η προσωπική ματιά, που αγκαλιάζει θύτες και θύματα, προσπαθεί να κατανοήσει τις πράξεις τους, τις συνθήκες που οδήγησαν σε αυτές, και, το κυριότερο, την ανθρώπινη συνθήκη των παθών τους. Ο Γιατρομανωλάκης σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί τον θύτη Πετροδασκαλάκη, αλλά βλέπει με συμπάθεια το μέγεθος της αδυναμίας του. Εξίσου, η Γαλανάκη εστιάζει στα αυθεντικά ερωτικά αισθήματα του δράστη της απαγωγής Κουντόκωστα (η ιστορία των δύο νέων παρομοιάζεται με τη μυθιστορία του Ερωτόκριτου) και, κυρίως, στον κώδικα τιμής της νήσου και τις επιταγές μιας πατριαρχικής κοινωνίας. Οι δύο Κρήτες συγγραφείς γράφουν σε πρώτο πρόσωπο, υπογραμμίζοντας την ερευνητική ιδιότητα του αφηγηματικού υποκειμένου, σε αντίθεση με τον Κοροβίνη, που επινοεί μαρτυρίες ανθρώπων που, υποτίθεται, γνώρισαν τον Αριστείδη Παγκρατίδη και καταθέτουν σε ένα κοινό βήμα τεκμήρια που συνιστούν ψηφίδες για τη βασανισμένη ζωή του.

Σε αντίθεση με τα κείμενα της Νέας Δημοσιογραφίας που προσπαθούν όσο γίνεται να αποκρύψουν τη μυθοπλαστική τους διάσταση (ο όρος «non-fiction novel» είναι δηλωτικός), εδώ οι συγγραφείς τονίζουν –σε διαφορετικούς βαθμούς ο καθένας– τον μυθοπλαστικό χαρακτήρα της αφήγησής τους. Μυθιστορήματα χαρακτηρίζονται από τους συγγραφείς το Ανωφελές διήγημα και Ο γύρος του θανάτου, ενώ η Γαλανάκη προτιμά τον όρο «μυθιστορηματικό χρονικό», τοποθετώντας το κείμενό της σε μια απόσταση (λεπτή και ανεπαίσθητη) από την κατεξοχήν μυθοπλασία του μυθιστορήματος. Η μυθοπλασία είναι η ανθρωπιστική συμβολή των συγγραφέων στην «αλήθεια» των γεγονότων που παραθέτει το αστυνομικό δελτίο: είναι η διάπλαση των χαρακτήρων, η ηθική τους συγκρότηση (ή η έλλειψή της) και η βαθιά, ειλικρινής κατανόηση των παθών τους.

*Η Ελ. Παπαργυρίου είναι επίκουρη καθηγήτρια, Τμήμα Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Πατρών.


Νon-fiction λογοτεχνία

Του Αριστοτέλη Σαΐνη

Η προβληματική σχέση των δύο όρων διασχίζει την εξέλιξη του μυθιστορήματος: από τον Τζον Ντος Πάσος και τη Νέα Δημοσιογραφία στο αμερικανικό «non-fiction» (Τρούμαν Καπότε, Νόρμαν Μέιλερ, Τομ Γουλφ, Τζον Μπέρεντ) και από τον Μαλρό και τον Ζιλ Ρομέν, διαμέσου του Αλφρεντ Ντέμπλιν, στην ευρωπαϊκή εκδοχή του λογοτεχνικού τεκμηριωτισμού (Βάις, Εντσενσμπέργκερ κ.λπ.), μέχρι το θρυλικό «Ζ» του Βασιλικού, αλλά και από την «Επιχείρηση σφαγή» (1956) του Ροντόλφο Ουόλς στον «Περαστικό» (1995) του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ και την ανάδυση της ιστοριογραφικής μεταμυθοπλασίας, για να μείνει κανείς μόνο στον 20ό αιώνα.

Πρόκειται για ειδολογικές κατηγορίες που όλες τους («τεκμηριωτική μυθοπλασία», «μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα», «λογοτεχνία γεγονότων» και πάει λέγοντας) συνδυάζουν τη μυθοπλασία (ως μέθοδο) με το ντοκουμέντο (ως αποδεικτικό υλικό). Ο βαθμός ποικίλλει. Η μυθιστορηματικοποίηση των τεκμηρίων (συχνά σε επινοημένα συμφραζόμενα) έχει διαβαθμίσεις και οι καθαρές μορφές μάλλον υποαντιπροσωπεύονται. Υβριδικά είδη δεν μπορούν παρά να συμπεριλαμβάνουν υβρίδια που μόνο η μικροσκοπική εξέταση μπορεί να τα κατατάξει.

Τι σχέση έχουν το «Αμίλητα, βαθιά νερά» (2006) της Ρέας Γαλανάκη και το «Θα γίνω ντιζέζ» (2006) του Σάκη Σερέφα με τον «Σκοτεινό Βαρδάρη» (2004) της Ελενας Χουζούρη και το «Μυρίζει αίμα» (2008) του Γιάννη Ράγκου, που πρόσφατα επανεκδόθηκαν; Παρά τις διαφορές, μοιράζονται συγκρίσιμες πρακτικές και προβληματισμούς. Εν αναμονή των σχετικών μελετών για τη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία, προτιμώ τον όρο «λογοτεχνία τεκμηρίων» για μια μεγάλη γκάμα κειμένων κάθε είδους, αρχής γενομένης από την πεζογραφία του Θανάση Βαλτινού και του Γιάννη Πάνου (βλ. Κώστας Βούλγαρης, «Η μεταμυθοπλασία στη νεοελληνική πεζογραφία», 2017).

Από αυτήν την άποψη το 2010 αποτελεί μια καλή αρχή. Την ίδια ώρα που ο Λάκης Δόλγερας φώτιζε με το αστυνομικό ρεπορτάζ πτυχές της Χαλκίδας του 1980 («Μια σκοτεινή υπόθεση», 2010) και ο Θωμάς Κοροβίνης με την πολυφωνική ντοκουμενταρισμένη αναδιήγηση της υπόθεσης του Δράκου του Σέιχ Σου («Ο γύρος του θανάτου», 2010) ανέπλαθε τη Θεσσαλονίκη του 1960, η Σοφία Νικολαΐδου αναμετριόταν με τα ιστορικά ντοκουμέντα (με θέμα τον δωσιλογισμό στο «Απόψε δεν έχουμε φίλους», 2010, και την υπόθεση Πολκ στο «Χορεύουν οι ελέφαντες», 2012), ενώ η θρυμματισμένη αφήγηση στα «Πορφυρά γέλια» (2010) του Μισέλ Φάις διέλυε σε χίλια κομμάτια εαυτόν, ήρωες και γεγονότα. Αν οι δύο πρώτοι συνομιλούσαν σε διαφορετικό βαθμό με την παράδοση του «μυθιστορήματος-ντοκουμέντου» και η Νικολαΐδου θεματοποιούσε την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, με τον Ζαχαριάδη του Φάις περνάμε στη μεταμυθοπλασία.

Από αριστερά: Δ. ΦΥΣΣΑΣ, Κ. ΚΑΒΑΝΟΖΗΣ, Β. ΤΣΕΛΕΠΙΔΟΥ και Π. ΤΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Α. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ, Η. ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Η συνέχεια ήταν εξίσου ενδιαφέρουσα. Η πολιτική ματιά του Αρη Μαραγκόπουλου πριμοδοτεί ολοφάνερα το ντοκουμέντο: από το «Χαστουκόδεντρο» (2012) για τη ζωή του Αντώνη Αμπατιέλου, στην κατόπτευση του 19ου αιώνα, με επίκεντρο το ζεύγος Μαρξ («Πολ και Λόρα, Ζωγραφική εκ του φυσικού», 2016).

Η επικαιρότητα της κρίσης έρχεται να επιβεβαιώσει την απίθανη ιστορία στο «Ο άνθρωπος που έκαψε την Ελλάδα» (Κέδρος, 2018) του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, τεκμήρια διασχίζουν μυθιστορήματα του Δημήτρη Φύσσα («Ο κηπουρός και ο καιροσκόπος», 2014 / «Η Νιλουφέρ στα χρόνια της κρίσης», 2015), ο Σωφρόνης Σωφρονίου αναμειγνύει με μαεστρία πλαστά και πραγματικά τεκμήρια («Οι πρωτόπλαστοι», 2015) και η Βίκυ Τσελεπίδου μπολιάζει με άνεση το ντοκουμέντο στη παραμυθητική αφήγηση μιας οικογενειακής σάγκας στο «Αλεπού, αλεπού, τι ώρα είναι;» (2017).

Η αποτύπωση της πραγματικότητας συναντά τα όριά της στο «Ημερολόγιο της Αλοννήσου» (2017) του μάστορα της «τεκμηριοπλασίας» Θανάση Βαλτινού, ενώ ο πειραματισμός του Κώστα Καβανόζη (ήδη από το «Χαρτόκουτο», 2015) κορυφώνεται στο «Τυχερό» (2017): «Ολα τα πρόσωπα του μυθιστορήματος υπήρξαν, όλα τα λόγια ειπώθηκαν και όλα τα γεγονότα συνέβησαν». Και να, ίσως, ένα ακραίο όριο.

Μεταξύ βιογραφίας και μυθοπλασίας κινείται «Ο Ελληνας γιατρός» (2016) της Καρολίνας Μέρμηγκα και η «Λούνα» (2017) της Ρίκας Μπενβενίστε αναδεικνύει την αξία της ιστορικής βιογραφίας. Στον αυτοβιογραφικό χώρο το «Μπαρόκ» (2018) της Αμάντας Μιχαλοπούλου συνομιλεί με τη νόρμα της «autofiction», «Μια αληθινή ιστορία» υποτιτλίζεται το πολύτροπα τεκμηριωμένο «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» (2019) του Ηλία Μαγκλίνη, ενώ η ανείπωτη φρίκη του 20ού αιώνα ως καθημερινότητα διασχίζει το αυτοβιογραφικό «ντοκιμαντέρ» του κινηματογραφιστή Φώτου Λαμπρινού «Παλαμηδίου 10» (2019).

Δίπλα σε αυτές τις διαφορετικού βαθμού αναμετρήσεις με το ντοκουμέντο να προσθέσω και τον συνδυασμό του φωτογραφικού τεκμηρίου με το δοκίμιο (Χρήστος Χρυσόπουλος «Η συνείδηση του πλάνητα», 2015) αλλά και την «ποιητική αναψηλάφηση ενός συνταρακτικού συμβάντος» στο «Μηλιά μου αμίλητη» (2019) του Παντελή Μπουκάλα.

Οπως και να ’χει, αν το «μη μυθοπλαστικό» μυθιστόρημα κλήθηκε την ταραγμένη δεκαετία του 1960 να αφηγηθεί στρεβλώσεις της πραγματικότητας (οι ανεξήγητες δολοφονίες στο Κάνσας – η ιταμή εκτέλεση ενός ειρηνιστή στη Θεσσαλονίκη), «διαταραχές ακριβώς στην καρδιά των πραγμάτων», όπως γράφει ο Ντελίλο αναφερόμενος στη δολοφονία του Κένεντι, τι συμβαίνει σήμερα;

Η τάση συνεχίζεται στο εξωτερικό (Τζεφ Ντάιερ, Ντάνιελ Μέντελσον κ.ά.) και οι απόηχοι φτάνουν στην Ελλάδα. Ενώ ο Β. Γκ. Ζέμπαλντ ανέδειξε τη μνήμη σε «ηθική ραχοκοκαλιά της λογοτεχνίας», η Σβετλάνα Αλεξίεβιτς την αξία της μαρτυρίας και ο Ιβάν Γιαμπλονκά τη σημασία των μυθοπλαστικών κωδίκων [από τη θεωρία («Η ιστορία είναι μια νέα λογοτεχνία», 2017) στην πράξη («Λετισιά», 2017)], το ιστορικό μυθιστόρημα τείνει προς τη μέγιστη αντικειμενικότητα (π.χ. ο Ερίκ Βιιγιάρ) και το αστυνομικό αρδεύεται από την πραγματικότητα (ο Βόλφγκανγκ Σορλάου ή ο Αντόνιο Φεράρι).

Πώς αλλιώς; Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου η πραγματικότητα καίει τις αισθήσεις! Αν η αφήγηση είναι ο μόνος τρόπος για να κατανοήσουμε την ανθρώπινη συνθήκη, η τεκμηριωτική μυθοπλασία μάς υποδεικνύει συνεχώς ότι το «γεγονός» βρίσκεται στη «μυθοπλασία»!

Μπορεί η πίστη στον αδιαμεσολάβητο χαρακτήρα του ντοκουμέντου μετά τη «γλωσσική στροφή» των κοινωνικών επιστημών να έχει κλονιστεί, ωστόσο το ντοκουμέντο επιμένει. Μαζί και η ανάγκη να βεβαιωθούμε ότι υπάρχει μια πραγματικότητα πίσω από κάθε μυθοπλασία.

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Σώμα και ψυχή: από τον Ομηρο στον Πλάτωνα
O Antony Long κατέχει σημαντική θέση ανάμεσα στους ειδικούς της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας. Στην Ελλάδα διαβάστηκε πολύ η Ελληνιστική φιλοσοφία του που κάλυψε ένα σημαντικό κενό στην ελληνική βιβλιογραφία.
Σώμα και ψυχή: από τον Ομηρο στον Πλάτωνα
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Εν αναμονή του συντελεσμένου
Οι καταθέσεις των μαρτύρων, με τις οποίες ξεκινά η εκτύλιξη του ποιήματος, μάλλον συσκοτίζουν παρά βοηθούν στη διευκρίνιση του ζητούμενου∙ κι αν δεν συσκοτίζουν, πάντως δημιουργούν πολλαπλές εστίες θέασης και...
Εν αναμονή του συντελεσμένου
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
«Αφεντούλα» is online
Ποια είναι η Αφεντούλα Μπακάλογλου, η νέα πρωταγωνίστρια της Μάρως Δούκα; Είναι η γυναίκα της διπλανής πόρτας ή μια ιδιαίτερη περίπτωση; Είναι μικροαστή ή μεσοαστή; Είναι αριστερών ή δεξιών φρονημάτων; Είναι...
«Αφεντούλα» is online
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Υπό διαρκή ξενότητα
Ο Κώστας Καναβούρης (Καβάλα, γεν. 1955), ποιητής, αρθρογράφος και παραγωγός εκπομπών λόγου στο Τρίτο Πρόγραμμα, μας κομίζει την «Αποθήκη καταλοίπων ηδονής», το ένατο ποιητικό βιβλίο του.
Υπό διαρκή ξενότητα
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Το παρελθόν απέναντι στο παρόν
Στον «Σκοτεινό Βαρδάρη» η Ελενα Χουζούρη στήνει έναν ολόκληρο κόσμο για να μπορέσει να αφηγηθεί με συνέπεια και βάθος την ιστορία μιας φωτογραφίας τραβηγμένης στο Σιδηρόκαστρο το 1913. • Στην «Εβραία νύφη» ο...
Το παρελθόν απέναντι στο παρόν
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Βιογραφία μιας μεταιχμιακής εποχής
«Τα χρόνια των ξενοδοχείων» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αγρα» στην ελκυστική και πειστική μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου, είναι μία προσωπική ανθολόγηση του Michael Hofmann, μεταφραστή του Ροτ στα...
Βιογραφία μιας μεταιχμιακής εποχής

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας