Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Μια διαρκής, έντονη σχέση
ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Μια διαρκής, έντονη σχέση

  • A-
  • A+
Κριτική και πεζογραφία.

Ο κριτικός και πεζογραφικός λόγος έχουν μακρά παράδοση συνομιλίας, δημιουργικής, συμβατικής ή τεταμένης, αλλά και ανταλλαγής αφηγηματικών, θεωρητικών, πολιτικών, πολιτισμικών, ακόμη και ψυχικών φορτίων, που μαρτυρούν τη συμβιωτική σχέση τους, ακόμη και σε περιόδους πόλωσης, αυτονόμησης ή καταστρατήγησης ορίων, αυτών των, εκ των πραγμάτων, τεμνόμενων κόσμων. Στην προσπάθειά μας να ανιχνεύσουμε αυτή τη σχέση απευθυνθήκαμε σε έγκυρες και νηφάλιες φωνές που για χρόνια συμβάλλουν στη διαμόρφωση του γραμματολογικού, θεωρητικού και κριτικού τοπίου της πεζογραφίας μας – νεότερης και παλαιότερης.

Εν πρώτοις, σε δύο πανεπιστημιακούς (Δημήτρη Τζιόβα και Λίζυ Τσιριμώκου), αλλά και σε μάχιμους κριτικούς λογοτεχνίας (Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, Κατερίνα Σχινά και στη νεότερη Λίνα Πανταλέων). Από αυτό το αφιέρωμα δεν θα μπορούσαν φυσικά να απουσιάζουν οι στυλοβάτες της κριτικογραφίας του Ανοιχτού Βιβλίου, από τα πρώτα του βήματα, ο Γ.Ν. Περαντωνάκης και ο Αριστοτέλης Σαΐνης.

Και στους επτά αποστείλαμε ένα άτυπο ερωτηματολόγιο, όχι τόσο για να το απαντήσουν όσο για να οριστεί ένα χαλαρό πλαίσιο διαλόγου, ένα κοινό πεδίο ενδοσυνεννόησης:

  • Οι κριτικοί διαμορφώνουν κάποιον λογοτεχνικό κανόνα στο πέρασμα του χρόνου;
  • Λέγεται πως η στάθμη του λογοτεχνικού και κριτικού κειμένου συνήθως συμβαδίζει ανά εποχές…
  • Ο κριτικός λόγος διαμορφώνει λογοτεχνικό ύφος;
  • Οι κριτικοί απευθύνονται εξίσου στον αναγνώστη και στον συγγραφέα; Γράφουν για τον απαιτητικό ή για τον μέσο βιβλιόφιλο;
  • Διατυπώνετε εξίσου άνετα μια ένσταση, μια περίσκεψη, μια αρνητική εκτίμηση για έναν νεότερο ή παλαιότερο συγγραφέα;
  • Υπάρχει ιδεολογικό, πολιτικό ή ηθικό πρόσημο στην κριτική ανάγνωση;
  • Το άνοιγμα της βιβλιοπαρουσίασης στον ψηφιακό κόσμο σε ποιον βαθμό καθορίζει το κριτικό στίγμα σας…
  • Υπάρχει κάποια αρνητική ή θετική κριτική για την οποία, στο πέρασμα του χρόνου, έχετε μετανιώσει;

Εκ των υστέρων, σκέφτομαι πως ίσως αυτές οι ερωτήσεις να υπενθυμίζουν, σε αμφότερα τα μέτωπα, λογοτέχνες και κριτικούς, μια καίρια φράση του Πολ Ρικέρ: «Ολοι μας μαθητές του κειμένου είμαστε».  

Μ. ΦΑΪΣ

Η κριτική δίχως διάλογο δύσκολα θα επιβιώσει

Του Δημήτρη Tζιόβα

Η κριτική αντιμετωπίζει σήμερα πρόβλημα ορισμού και ταυτότητας καθώς κινείται (ή συνθλίβεται) μεταξύ βιβλιοπαρουσίασης και μελέτης της λογοτεχνίας, δηλαδή μεταξύ φιλικής φιλοφρόνησης και αναλυτικής ερμηνείας. Τι εξυπηρετεί σήμερα η κριτική; Ποιος είναι ο ρόλος της και ποιοι μπορούν να την ασκήσουν; Καθοδηγεί το κοινό στις αναγνωστικές του επιλογές, όπως οι κινηματογραφικές κριτικές που αξιολογούν τις ταινίες με αστεράκια; Παλαιότερα, οι κριτικοί διέθεταν θεσμικό ρόλο και πολιτισμική εξουσία, σήμερα όμως η δημοκρατία του διαδικτύου θέτει υπό αμφισβήτηση κρίσεις και εκτιμήσεις.

Στην εποχή των ψηφιακών μέσων και των λεσχών ανάγνωσης χρειάζεται το κοινό καθοδήγηση, δεδομένου ότι οι συστάσεις για τα καλά βιβλία κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα ή μέσω facebook; Από την άλλη, έχουν αυξηθεί οι αναγνωστικές κοινότητες ή οι συλλογικότητες που εκτιμούν τα βιβλία με βάση τα δικά τους ενδιαφέροντα και ιδεολογικά προτάγματα, οπότε μια αξιολογική συναίνεση καθίσταται όλο και πιο δύσκολη. Τι περιμένουμε εντέλει από μια κριτική; Συγκλίνουν ως προς αυτό αναγνώστες και ειδικοί; Θα άξιζε μια έρευνα για το αν και κατά πόσο οι αναγνώστες, διαφόρων ηλικιών και κατηγοριών, λαμβάνουν υπόψη ή επηρεάζονται από τις κριτικές.

Ενώ έχουμε πολλούς νέους πεζογράφους και ποιητές, ελάχιστοι νέοι φιλοδοξούν να εξελιχθούν σε συστηματικούς κριτικούς. Η κριτική απαιτεί παιδεία και μακρά ενασχόληση με τη λογοτεχνία. Πώς προετοιμάζονται και αναδεικνύονται οι νέοι κριτικοί; Διδάσκεται η κριτικογραφία όπως η δημιουργική γραφή; Προσφέρονται δυνατότητες σε νέους ανθρώπους να ασχοληθούν με την κριτικογραφία; Εμπιστεύονται έγκυρα έντυπα νέους ή νέες κριτικούς ή εύκολα αμφισβητούνται οι κριτικές τους; Στην εποχή των fake τι καθιστά έγκυρη μια βιβλιοκρισία; Συνιστά η κριτική εντέλει ενασχόληση της ωριμότητας;

Η πεζογραφία στη μεταπολίτευση είχε μια ιδιαίτερη σχέση με την κριτική. Αφενός η πεζογραφία φάνηκε αρχικά πιο προωθημένη από την κριτική της, μετά όμως η κριτική πλειοδότησε σε νεωτερικότητα, προσπαθώντας να χρίσει ως (μετα)μοντερνιστικά αρκετά σύγχρονα και παλαιότερα κείμενα. Από εκεί που ο όρος «μοντερνισμός», με την αγγλοσαξονική του έννοια, ήταν σχεδόν άγνωστος στον χώρο της κριτικής και μοντερνιστικά κείμενα διαβάζονταν ως υπερρεαλιστικά, περάσαμε σε ένα είδος νεωτερικού πληθωρισμού.

Τούτο είχε ως συνέπεια στον χώρο της πεζογραφίας, περισσότερο από αυτόν της ποίησης, να συντελεστεί η αναδιάρθρωση της πεζογραφικής παράδοσης με έναν νέο κανόνα να αναδεικνύεται (Αξιώτη, Σκαρίμπας, Πεντζίκης, Καχτίτσης, ακόμη και ο Βουτυράς) και να συνοδεύεται από νέες εκδόσεις των εν λόγω πεζογράφων.

Στο χτίσιμο και στην προβολή αυτού του κανόνα βλέπουμε τη συνεργασία κριτικής και φιλολογικής μελέτης, και κάτι ανάλογο παρατηρούμε και στην ανανέωση του ενδιαφέροντος για την πεζογραφία του δέκατου ένατου αιώνα που ώθησε κριτικούς και μελετητές να σκεφτούν ξανά τις αναλογίες με τη σημερινή εποχή όσον αφορά τα ευπώλητα, την «παραλογοτεχνία» και τον ρόλο του αναγνωστικού κοινού. Παλαιότερα, κάποια αφηγηματικά κείμενα (τα μυθιστορήματα του Καζαντζάκη, Το Τρίτο Στεφάνι του Ταχτσή, Ο Βασίλης Αρβανίτης του Μυριβήλη) είχαν μεγαλύτερη πέραση εκτός παρά εντός Ελλάδας και τούτο προκαλούσε κάποιον κριτικό αντίλογο. Σήμερα, παρά την παγκοσμιοποίηση, ο κριτικός αντίλογος έχει ατονήσει, με τελευταία εκδήλωσή του μια κριτική ανταλλαγή στο Times Literary Supplement για το Βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά της Ρέας Γαλανάκη. Η κριτική όμως, δίχως εποικοδομητικό διάλογο, δύσκολα θα επιβιώσει.


O Δ.Tζιόβας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Birmingham της Aγγλίας. Τελευταία του βιβλία: Η Πολιτισμική Ποιητική της ελληνικής πεζογραφίας (ΠΕΚ, 2017) και Greece in Crisis: Culture and the Politics of Austerity (I.B. Tauris, 2017).

Διόσκουροι ή αδερφοφάδες;

Της Λίζυς Τσιριμώκου

Παρά την ακραία εξειδίκευση που διακρίνει την εποχή μας, δεν πιστεύω ότι στον χώρο της γραφής υφίστανται στεγανά: οι δρόμοι της κριτικής και της λογοτεχνίας (αν θεωρήσουμε ότι ακολουθούν χωριστά μονοπάτια) συχνά διασταυρώνονται. Η κριτική δεν είναι ακριβώς ένα υδροκέφαλο τέρας ή δεκανίκι της λογοτεχνίας, μήτε η λογοτεχνία είναι άμοιρη κριτικού πνεύματος, λειτουργώντας με μουσόληπτες επιταγές.

Συνήθως αλληλοτροφοδοτούνται. Ενίοτε ο κριτικός και ο πεζογράφος (ή, ευρύτερα, ο λογοτέχνης) συμπίπτουν σε ένα και το αυτό πρόσωπο: αναφέρουμε εντελώς πρόχειρα τον Παλαμά, τον Ροΐδη, τον Ξενόπουλο, τον Λορεντζάτο, τον Αγρα, τον Σεφέρη, τον Θεοτοκά ή τον Αλέξανδρο Κοτζιά, περιοριζόμενοι στα καθ’ ημάς – ο κατάλογος θα μπορούσε να είναι μακρύς. Το ύφος είναι προσωπικό και ενιαίο. «Ετοιμάζουμε και τ’ άρθρα μας καθώς συνθέτουμε και τα τραγούδια μας», έλεγε ο Παλαμάς, μιλώντας ουσιαστικά για έναν δίκλωνο, δίδυμο λόγο.

Ετσι, ο άξιος του ονόματός του λογοτέχνης είναι σε θέση να εκφέρει κριτικό λόγο, και όχι μόνο για τα δικά του κείμενα, έχει κατά κανόνα οξύ κριτήριο, ανεξάρτητα από το αν το κοινοποιεί ή όχι. Από την άλλη, ο αξιόπιστος κριτικός οφείλει να είναι όχι σχολαστικός γραμματολόγος, αλλά να κατέχει την τεχνογνωσία, τους βασικούς κανόνες της ποιητικής, όπως τη λέμε αρχαιόθεν, ώστε να μπορεί να προσεγγίζει με απαιτητή εποπτεία κι ευαισθησία τα λογοτεχνικά κείμενα και να πείθει για την αναγνωστική του ετοιμότητα. Είναι κριτικός «μιγάδας», λοιπόν, όπως το διατύπωσε εύστοχα ένας κειμενόφιλος καθηγητής.

Αμφότεροι, τόσο ο κριτικός όσο και ο λογοτέχνης, λειτουργούν βάσει ενός εσωτερικού κανόνα: τοποθετούν έναν νοητό πήχη και προσπαθούν να τον φτάσουν ή να τον ξεπεράσουν, έχοντας υπόψη τις υψηλές επιδόσεις των προγενεστέρων, θητεύοντας σε δασκάλους, ασκούμενοι συνεχώς, δοκιμάζοντας τις αντοχές τους, πειραματιζόμενοι με το παλιό και το καινούργιο – εξίσου θηρευτές, επινοητικοί, φιλότιμοι τεχνίτες. Η συνέργειά τους συμβάλλει στη διαμόρφωση του ευρύτερου λογοτεχνικού κανόνα κάθε εποχής. Με την προϋπόθεση ότι μοιράζονται ένα ήθος γραφής, αμφότεροι διαθέτουν το ίδιο αναγνωστικό κοινό: ο μέσος βιβλιόφιλος (ενδεχομένως και συγγραφέας ή κάτοχος εξειδικευμένων γνώσεων) μπορεί να απολαύσει κάποιο διήγημα ή μυθιστόρημα και να αναζητήσει να διασταυρώσει την αναγνωστική του αίσθηση μ’ ένα καλογραμμένο σχετικό δοκίμιο ή άρθρο – και αντιστρόφως, μπορεί να οδηγηθεί στη νουβέλα ή στο μυθιστόρημα έχοντας διαβάσει μια ερεθιστική κριτική, έστω και αντίγνωμη, αλλά όχι κακόβουλη.

Προσωπικά, δεν συμπαθώ την αρνητική, κατεδαφιστική κριτική. Την έχω ελάχιστα διακονήσει και τη θεωρώ ανώφελο κόπο. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να διατυπώσεις ενστάσεις, να επισημάνεις αβλεψίες, να προτείνεις λύσεις. Ο πρώτος που θα το κατανοήσει είναι ο κρινόμενος. Εν τέλει, όλα είναι θέμα ύφους. Αναδεικνύεις και προβάλλεις τις αρετές ενός κειμένου· αν είναι παντελώς απούσες, δεν είναι ανάγκη να το καταποντίσεις, αναζητείς άλλο αναγνωστικό ενδιαφέρον. Ο κριτικός δεν είναι επιδειξίας γνώσεων, δεν γυρεύει θύματα, ούτε εκτονώνεται θυμικά. Βλέπει απέναντί του έναν συμπαίκτη και όχι έναν αντίπαλο.

Διδάσκεται η κριτική; Διδάσκεται η λογοτεχνία; Οι ακμάζουσες ολοένα και περισσότερο εστίες δημιουργικής γραφής φαίνεται ότι απαντούν καταφατικά στο ερώτημα – και μάλλον διδάσκουν πώς να γράφεις, ακολουθώντας κανόνες, τεχνικές, αποφεύγοντας κακοτοπιές και σφάλματα. Μαθαίνοντας δηλαδή να οξύνεις την κριτική σου σκέψη. Η διαφορά από την πανεπιστημιακή κριτική; Πολλοί συνοφρυώνονται ακούγοντάς την. Εδώ όμως θα άρχιζε μια άλλη ιστορία…


Η Λ. Τσιριμώκου, ομότιμη καθηγήτρια στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ, όπου δίδαξε επί μακρόν θεωρία λογοτεχνίας και συγκριτική γραμματολογία. Τελευταίο της βιβλίο είναι Αλληλογραφία δύο ερωτευμένων. Τον καιρό του Γιούγκερμαν, 1935-1937 (Εστία, 2019).

Τι κάνει και τι δεν κάνει η κριτική;

Του Βαγγ. Χατζηβασιλείου

Η κριτική διαμορφώνει ούτως ή άλλως έναν λογοτεχνικό κανόνα στο πέρασμα του χρόνου, ισχυρότερο ή ασθενέστερο. Ισχυρότερο όταν οι κριτικοί μιας περιόδου ομονοούν για τα έργα που ξεχωρίζουν (όσο μπορεί να υπάρξει ομόγνωμη κατεύθυνση στα ζητήματα της λογοτεχνίας), ασθενέστερο όταν υπάρχει μεγάλη διασπορά απόψεων. Αλλά, όπως όλοι οι κανόνες, έτσι κι ο λογοτεχνικός δεν μπορεί να λειτουργήσει εις το διηνεκές.

Οι εποχές αλλάζουν και η δύναμη των μελλοντικών μεταβολών παραμένει παντελώς απρόβλεπτη. Αν ο κριτικός έχει την τύχη να δράσει σε εποχή άνθησης, καινοτομιών και αποφασιστικών ανατροπών, τα κείμενα που θα γράψει είναι πιθανόν να αποδειχθούν καλύτερα από αυτά τα οποία θα έγραφε υπό διαφορετικές συνθήκες. Η κριτική είναι μεταγλώσσα και η ποιότητα του τόνου της εξαρτάται πάντοτε από τις καλλιτεχνικές και ιστορικές παραμέτρους που εξετάζει – από παρόμοιες παραμέτρους εξαρτάται πιθανόν και το λογοτεχνικό της ύφος. Αν δεχτούμε ότι η κριτική παράγει λογοτεχνικό ύφος (δεν το θεωρώ αναγκαία και ικανή συνθήκη), αυτό συμβαίνει, όποτε συμβαίνει, επειδή η ίδια, μη όντας επιστήμη, δεν αποκλείεται να διεκδικήσει κάποτε κι ένα μικρό, απειροελάχιστο ποσοστό καλλιτεχνικού δικαιώματος.

Ως προς τους πιθανούς αποδέκτες της κριτικής, για τους οποίους η συζήτηση καλά κρατεί εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες, αποτελεί εδραιωμένη μου πεποίθηση πως ο κριτικός γράφει πρωτίστως για τον εαυτό του. Οχι γιατί θέλει να τον ακούσει ο συγγραφέας ή γιατί επιζητεί να τον παρακολουθήσει ο αναγνώστης, αλλά επειδή θέλει να τακτοποιήσει και να βάλει σε ένα συνεκτικό σχήμα τις αντιδράσεις που του προκλήθηκαν από αυτό το οποίο έχει διαβάσει. Από εκεί και ύστερα, ο συγγραφέας και ο βιβλιόφιλος αναγνώστης μπορεί να τον λάβουν ή να μην τον λάβουν υπόψη. Μιλώντας, βεβαίως, για όλα αυτά, για τον λογοτεχνικό κανόνα, για το ποιοτικό ύψος και για τους εν δυνάμει αποδέκτες της κριτικής, ας μην ξεχάσουμε ότι μιλάμε σε παραδοσιακό πλαίσιο. Ο εκδημοκρατισμός της ηλεκτρονικής επανάστασης έχει βάλει πλέον στο παιχνίδι και παίκτες που υπάγονται σε ένα πεδίο το οποίο τείνει να σαρώσει πλήθος παραδεδομένες κατηγορίες και ιεραρχίες.

Επανερχόμενος στα πατροπαράδοτα, να σημειώσω ότι η τόλμη των ενστάσεων για έναν καθιερωμένο συγγραφέα έχει να κάνει με την ηλικία του κριτικού, που ασφαλώς διστάζει περισσότερο αν είναι νεαρός – εκτός κι αν το νεαρόν της ηλικίας του χαρίσει μιαν αποκοτιά που θα συμβάλει εκούσα άκουσα στην κατοπινή εδραίωση της φήμης του. Είτε μεγάλος, πάντως, είτε μικρός είναι σε ηλικία ο κριτικός, δεν διαβάζει ποτέ κλεισμένος σε χρυσό κλουβί – δεν νοείται να αγνοήσει την πολιτικοκοινωνική πραγματικότητα του καιρού του, ούτε τις ιδεολογικές της προτεραιότητες, που συνιστούν, άλλωστε, στοιχεία απολύτως απαραίτητα για την ερμηνευτική και την αξιολογική του αποτίμηση.

Αποτίμηση, εντούτοις, που δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να προκύψει ως προϊόν καταγγελίας και ηθικολογίας – προσωπικά θα απέρριπτα και την ηθική αφετηρία, με την εξαίρεση κάποιων πολύ ειδικών περιπτώσεων. Ανεξαρτήτως τώρα των κριτηρίων ανάγνωσης, μια λογοτεχνική κρίση, θετική ή αρνητική, που διατυπώθηκε άπαξ, δεν έχει κατ’ ανάγκην διά βίου ισχύ. Εχω ανακαλέσει δημοσίως αρνητικές μου κρίσεις, που ήλθαν συν τω χρόνω σε σύγκρουση με υστερότερα μέτρα και σταθμά μου, αλλά και σήμερα τυχαίνει να βρίσκω κάποιες παρελθούσες κρίσεις μου υπερβολικά ευνοϊκές. Ετσι, όμως, δεν γίνεται με πολλά από τα ανθρώπινα;


Ο Β. Χατζηβασιλείου συνεργάζεται ως κριτικός λογοτεχνίας με Το Βήμα της Κυριακής. Τελευταίο βιβλίο του είναι Η κίνηση του εκκρεμούς. Ατομα και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017 (Πόλις, 2018). 

Προσέρχομαι στη λογοτεχνία ως αναγνώστρια

Της Κατερίνας Σχινά

Αν η λογοτεχνία είναι ένα μεγάλο κοιμητήριο, στους περισσότερους τάφους του οποίου δεν μπορεί κανείς να διαβάσει τα σβησμένα ονόματα, όπως έγραψε κάποτε ο Προυστ, τότε μπορούμε να δεχτούμε ότι η κριτική διαμορφώνει, εν πολλοίς, τον λογοτεχνικό κανόνα του καιρού της, αλλά δεν τον παγιώνει. Οι αντι-κανόνες θα διεκδικούν τη νομιμοποίησή τους και θα υπονομεύουν τη συμβατικότητα του ενός κανόνα, δημιουργώντας ένα «κανονικό» παλίμψηστο, ρευστό, υποκείμενο σε συνεχείς αλλαγές. Ενα πεδίο συγκρούσεων, ένα αμφισβητήσιμο έδαφος. Ανάλογα, διαμορφώνεται και η κριτική: η πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα είναι αν θα καταφέρει να αρθεί πάνω από τον θόρυβο που συχνά συνοδεύει την έκδοση ενός βιβλίου και να ακούσει τον ουσιώδη ψίθυρο που αναδύεται από τις σελίδες του, επιβεβαιώνοντας ότι δεν είναι ένα παράρτημα της λογοτεχνίας και στη χειρότερη περίπτωση ένας «κράχτης» της, αλλά, όπως θα έλεγε ο Τσβετάν Τοντορόφ, «ο άλλος της εαυτός».

Ενας τέτοιος ορισμός δημιουργεί ερωτήματα ως προς τη λογοτεχνικότητα της ίδιας της κριτικής. Καθώς δεν είναι ούτε επιστήμη ούτε και τέχνη, αλλά ένα είδος μικτό, που ισορροπεί, κάποτε επισφαλώς, ανάμεσα στα δύο, δεν επιβάλλεται μόνο με τα επιχειρήματά της, αλλά και με τη μορφή της. Διεκδικεί την αυτονομία της και συχνά την επιτυγχάνει. Δεν βρίσκεται σε μια ξεχωριστή επικράτεια από εκείνη όπου αναπτύσσεται και θάλλει το έργο με το οποίο καταπιάνεται, ούτε καν στις παρυφές της. Οι συγγραφείς δεν είναι παίκτες σ’ ένα παιχνίδι στο οποίο οι κριτικοί είναι απλώς διαιτητές. Ο κριτικός προσέρχεται στη λογοτεχνία επειδή την αγαπά – και την αγαπά τόσο ώστε να επιζητεί να συνομιλήσει μαζί της. Η κριτική είναι η αποτύπωση αυτού του διαλόγου∙ το ύφος της είναι ένα νεύμα αναγνώρισης και αμοιβαιότητας προς τον άλλον, τον συγγραφέα που την πυροδότησε, μια ταπεινή προσπάθεια όχι να γίνει η ίδια λογοτεχνία, αλλά να μην προδώσει, να μην ευτελίσει τη γραφή από την οποία εκπορεύεται. Εξάλλου ο κριτικός δεν είναι παρά ένας αναγνώστης – ίσως πιο προσεκτικός, ίσως πιο ιδιοτελής, αν δεν τρομάζει ο χαρακτηρισμός. Και καθώς η λογοτεχνία είναι τέχνη αμφίστομη, ο αναγνώστης-κριτικός επιμηκύνει τη χειρονομία του συγγραφέα και την επιστρέφει στον ίδιο, πάντοτε με ένα ερωτηματικό, και στον απαιτητικό βιβλιόφιλο με αποσιωπητικά, σαν να τον καλεί να πάρει κι εκείνος τον λόγο, να γίνει η τρίτη φωνή μιας εσαεί ανοιχτής συνομιλίας.

Κι εγώ προσέρχομαι στη λογοτεχνία ως αναγνώστρια – καθώς θεωρώ τον ρόλο μου κυρίως διαμεσολαβητικό. Αν έχω κάποιες επιφυλάξεις, τις εκφράζω με τη μεγαλύτερη δυνατή ηπιότητα, γιατί σέβομαι απεριόριστα τον συγγραφικό μόχθο. Από την «κριτική της δίκης», προτιμώ ό,τι θα ονόμαζα «κριτική της μαρτυρίας», κριτική της «κατάθεσης» - και χρησιμοποιώ τη λέξη έστω κι αν έχει κατά κόρον κακοποιηθεί. Κατάθεσης με τους όρους της εμπειρίας που βιώνω στη διάρκεια της ανάγνωσης ενός έργου – μια διαδικασία που ασφαλώς και δεν καταλήγει σε μιαν αδιαφοροποίητη αποδοχή των πάντων, σε έναν ακραίο, μ’ άλλα λόγια, σχετικισμό, αλλά στη διατύπωση, όσο ακριβέστερα γίνεται, όχι πια της αλήθειας, αλλά μιας αλήθειας των όσων, με άλλα λόγια, μου επέτρεψε να κατανοήσω το βιβλίο για τον άνθρωπο και για τον κόσμο.


Η Κατερίνα Σχινά είναι κριτικός λογοτεχνίας και μεταφράστρια. Το βιβλίο της Καλή και ανάποδη. Ο πολιτισμός του πλεκτού (Κίχλη, 2014) απέσπασε το Κρατικό βραβείο δοκιμίου (2015).

ΣΙΣΣΥ ΜΟΡΦΗ

Κριτική ματαιότητα ή ψηφίδα αθανασίας;

Του Γ. Ν. Περαντωνάκη

Ποιον αφορά η κριτική; Και σε ποιον απευθύνεται;

Μήπως στους συγγραφείς για να τους υποδείξει ως τρίτο μάτι τα αδύναμα σημεία της γραφής τους; Μάλλον όχι, γιατί ο λογοτέχνης δύσκολα προσαρμόζει –συνειδητά– την καλλιτεχνική του πορεία στις επιταγές των άλλων, εκτός αν θεωρήσουμε επιδραστικό το γενικότερο περιβάλλον της κριτικής και όχι μόνο των βιβλιοκρισιών που γράφτηκαν για το έργο του. Τότε στους αναγνώστες; Θεωρητικά ναι, αφού αφενός όποιος δεν έχει διαβάσει το βιβλίο, μέσω της κριτικής μπορεί να εκτιμήσει αν πληρούνται οι λόγοι (αισθητικοί, ιδεολογικοί ή προσωπικοί), ώστε να το προσεγγίσει. Αφετέρου, όποιος το έχει διαβάσει διεξάγει έναν άτυπο διάλογο με τον κριτικό, επανακαθορίζοντας την αναγνωστική του εμπειρία.

Αυτό όμως δεν αρκεί. Η κριτική δεν είναι δυνατόν να καταντά μια διαφημιστική βιβλιοπαρουσίαση, ούτε να αφορά μόνο το παρόν του νεοεκδοθέντος έργου. Η κριτική, συνειδητά ή μη, αφορά το μέλλον.

Τι εννοώ με αυτό; Οτι κάθε κρίση, ερμηνεία, αξιολόγηση ενός λογοτεχνικού έργου, κάθε ουσιαστική κριτική του, το βγάζει από την αφάνεια και του δίνει μια μικρή ώθηση προς την υστεροφημία. Με άλλα λόγια, η πρωτογενής και η δευτερογενής κριτική διαμορφώνουν με συλλογικό τρόπο τον λογοτεχνικό Κανόνα, καθώς κοσκινίζουν τη βιβλιοπαραγωγή και καταξιώνουν σταδιακά τα πολύ καλά βιβλία.

Υπό αυτό το πρίσμα και εφόσον το κριτικό έργο υπόκειται κι αυτό στη δικαιοδοσία του χρόνου, η κριτική δεν μπορεί να βλέπει το λογοτέχνημα με στενό ιδεολογικό, πολιτικό ή ηθικό πρόσημο, τέτοιο που να εκφράζει περίκλειστα την εποχή της, όσο κι αν αυτό ακούσια συμβαίνει. Τουλάχιστον να μη συμβαίνει προπαγανδιστικά, όπως σε παλαιότερες περιόδους. Υπό αυτό το πρίσμα, κρίνονται έργα και όχι συγγραφείς, διαμορφώνεται ένας Κανόνας κειμένων και όχι προσωπικοτήτων: συνεπώς, το να κρίνω εξίσου τον παλιό και τον νέο δημιουργό, τον αναγνωρισμένο και τον νεοεμφανιζόμενο, είναι –κατ’ εμέ– ηθική υποχρέωση απέναντι στην αλήθεια της κριτικής.

Υπό αυτό το πρίσμα –το πρίσμα της «αιωνιότητας»– η λογοτεχνία κάθε εποχής τροφοδοτεί με νέα ερεθίσματα την κριτική, της προσφέρει φρέσκες ιδέες, νέους τρόπους σύλληψης και απόδοσης του κόσμου, νέα πεδία όπου διασταυρώνεται η τέχνη με την πολιτική, την κοινωνία, την ιδεολογία. Και τανάπαλιν, η κριτική, όταν είναι διεισδυτική και ερμηνευτικά οξεία, αναδεικνύει το στίγμα και το βάθος της ποίησης και της πεζογραφίας, φωτίζει τις τομές που οι τελευταίες επιχειρούν και εντέλει καταξιώνει τη συνεισφορά της λογοτεχνίας στην Ιστορία των Ιδεών.

Υπό αυτό το πρίσμα, πολλές θετικές βιβλιοκρισίες (μου) θα αποδειχθούν στο μέλλον άστοχες. Ισα ίσα που θα ήθελα να είμαι πιο τολμηρός στις αρνητικές μου κριτικές -ακόμα κι αν διαφωνώ με την πλειονότητα–, αφού ένα γνήσια κριτικό κείμενο ενισχύει τον προβληματισμό και τονώνει τον διάλογο. Αντίστοιχα, έχω μετανιώσει για καλά βιβλία για τα οποία δεν μπόρεσα να γράψω βιβλιοκρισία, είτε εκούσια είτε ακούσια. Ενα καλό βιβλίο δίνει πάντα το ερέθισμα να σκεφτώ, να ψάξω, να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω και εντέλει να διασταυρώσω το πολύσημο μήνυμά του με τη δική μου ματιά, με τα φιλολογικά εργαλεία και με την κριτική μου αντίληψη. Ευτυχώς, έχω πάντα τη δυνατότητα για δευτερογενείς κριτικές (φιλολογικές μελέτες) που μπορούν να δουν από απόσταση και να συμπεριλάβουν όσα καταρχάς αποσιωπήθηκαν.


Ο Γ.Ν. Περαντωνάκης είναι κριτικός βιβλίου και διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας. Τελευταίο του βιβλίο, η Βιβλιογραφία για τον Νίκο Καζαντζάκη (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2018)

«Είδος εσωτερικού μονολόγου»

Του Αριστοτέλη Σαΐνη

Κάποια στιγμή, στο γύρισμα του αιώνα, μικρά «κριτικά ιχνογραφήματά» μου, με παρότρυνση δασκάλων (ξέρουν αυτοί) βγήκαν και από τα δικά μου συρτάρια. Οι δοκιμαστικές αψιμαχίες απέκτησαν συστηματικότητα μόλις την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο, «το βλέμμα εξακολουθεί να παραμένει για ώρες στο λευκό άδειο χαρτί», όπως γράφει ο Οργουελ, πριν «υπό τον απειλητικό δείκτη του ρολογιού αποφασίσει να περάσει στη δράση».

Νομίζω ότι ακόμη ψάχνω τον βηματισμό μου, καλύπτω αναγνωστικά κενά και, κυρίως, δοκιμάζω εργαλεία. Οι θεωρητικές βεβαιότητες υποχωρούν σταδιακά. Επιστρέφω πολλά από τα αναγνωστικά δικαιώματα στον συγγραφέα, αναγνωρίζω την ειδολογική μοναδικότητα του κειμένου, προσπαθώ να διαβάσω ανοίγοντας το κείμενο «παραμετρικά» (ιδεολογικοπολιτικοί προβληματισμοί και ηθικά διλήμματα δεν είναι, φυσικά, άμοιρα ενδιαφέροντος, και δοκιμάζονται όταν διαφέρουν από το προσωπικό αξιακό σύστημα). Διαβάζω και ξαναδιαβάζω. Θυμίζω τη φράση του Ρενέ Ζιράρ που παραθέτει ο Π. Μουλλάς: «Τα μυθιστορήματα φωτίζουν το ένα το άλλο, και θα ’πρεπε από τα μυθιστορήματα να δανείζεται η κριτική τις μεθόδους της, τις έννοιές της, ακόμη και το νόημα της προσπάθειάς της».

Παραμένω εξακολουθητικά αναγνώστης πριν «τολμήσω» να βάλω μια σκέψη στο χαρτί. Το άγχος κατανόησης ενός ξένου κειμένου κυριαρχεί, και όχι οι πιθανές αντιδράσεις αναγνωστών ή και συγγραφέων. Αν και η κριτική είναι πράγματι «ένα είδος εσωτερικού μονολόγου» (Τέλλος Αγρας), οι κριτικοί απευθυνόμαστε σε όλους: σε αναγνώστη (απαιτητικό, βιβλιόφιλο ή αυτόν που τυχαία θα πέσει πάνω σε μια κριτική) και συγγραφέα (ως αναγνώστη του δικού του έργου).

Ακριβώς επειδή η προσέγγιση ενός κειμένου είναι επίπονη, και οι σελίδες του βιβλίου στα έντυπα εξαιρετικά πολύτιμες πλέον, αποφεύγω, κατά το δυνατόν, την αρνητική κριτική. Εκτός από τη λογοτεχνία, συχνά διακυβεύεται και η προσωπική μας ηρεμία. Προτιμώ (και η μερικώς επαγγελματική εμπλοκή μου μού το επιτρέπει) ν’ ασχοληθώ με τα βιβλία για τα οποία νομίζω ότι αξίζει να γράψω. Παρ’ όλα αυτά, έχω διατυπώσει ενστάσεις για βιβλία τόσο νεότερων όσο και αναγνωρισμένων συγγραφέων – τεκμηριωμένα, ελπίζω. Προφανώς υπάρχουν αξιολογικές κρίσεις που άλλαξαν στην πάροδο του χρόνου. «Μόνο οι ηλίθιοι δεν αλλάζουν γνώμη», έλεγε ο Ταλλεϋράνδος, όπως μας θυμίζει ο Μουλλάς.

Λατρεύω τους κριτικούς με ύφος, και δη λογοτεχνικό. Δεν νομίζω ότι έχω καταφέρει να βρω το δικό μου. Ωστόσο, θεωρώ ότι τα καλύτερά μου κείμενα, τουλάχιστον αυτά που εξακολουθούν ν’ αρέσουν σε μένα, έχουν το ύφος των κρινόμενων συγγραφέων. Πώς το έλεγε ο Μπόρχες στο «Πιερ Μενάρ» διά του Νοβάλις; «Τότε μόνο φαίνεται ότι έχω καταλάβει έναν συγγραφέα, όταν μπορώ να ενεργήσω σύμφωνα με το πνεύμα του, όταν, χωρίς να μειώνω την ατομικότητά του, μπορώ να τον μεταφράσω, να τον μεταμορφώσω με πολλούς τρόπους». Αν ισχύει για τη μετάφραση, η «εμπαθής» ανάγνωση ισχύει και για την κριτική κατανόηση, αν την αντιλαμβανόμαστε και ως δημιουργική αφομοίωση.

Μάλλον ισχύει ότι το επίπεδο του κριτικού λόγου συμβαδίζει με τη λογοτεχνία της εποχής. Οπως ακριβώς απέναντι στη σπατάλη της δημοσιότητας και την προχειρογραφία υπάρχει η συγγραφική αυταπάρνηση και η βάσανος της γραφής, έτσι και δίπλα στην απαιτητική κριτική υπάρχει ο πρόχειρος αφορισμός του διαδικτύου… Ολα συνυπάρχουν σε μια εποχή ρευστότητας. Το μέλλον θα δείξει – το μέλλον, και ο Κανόνας στη διαμόρφωση του οποίου συμβάλλει και ο κριτικός λόγος κάθε εποχής.

Μέχρι τότε, το βασικό στοίχημα που θέτουν οι προκλητικές ντάνες με τα βιβλία στο γραφείο (αλλά και στους πάγκους του βιβλιοπωλείου) είναι ένα: να παραμείνω σε επαφή με τη σύγχρονη παραγωγή, αναζητώντας τη δύσκολη πανοραμική κατόπτευση με την εξίσου απαραίτητη ιστορική προοπτική.


Ο Αρ. Σαΐνης είναι φιλόλογος, βιβλιοπώλης, κριτικός και μελετητής της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Συνεργάζεται συστηματικά με την Εφημερίδα των Συντακτών και με έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα για το βιβλίο («The Books Journal», www.oanagnostis.gr, κ.ά.). Τελευταίο εκδοτικό του ίχνος: «Το πραγματικό πορτρέτο ενός φανταστικού “καθολικού διαβολιστή”», Επίμετρο στο: Max Beerbhom, Ηνοχ Σόουμς: Μια ανάμνηση από τη δεκαετία του 1980, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Αγρα, 2018.

ΑΚΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΗΣ

Ο κριτικός είναι ένας ενοχλητικός αναγνώστης

Της Λίνας Πανταλέων

Η κριτική λογοτεχνίας προϋποθέτει την απροϋπόθετη αγάπη για τα βιβλία, ακόμη και για τους συγγραφείς. Για μένα αυτός είναι ο υπ’ αριθμόν ένα κανόνας. Ο κριτικός λόγος ακουμπά στη γλώσσα του λογοτεχνικού έργου προκειμένου να αναδείξει την τεχνική του επεξεργασία και το νοηματικό του βάθος. Είναι ένας λόγος δευτερογενής, ο οποίος, όμως, οφείλει να διέπεται από θεωρητικές και γλωσσικές αξιώσεις. Είτε γραμμένη σε λογοτεχνικό ύφος είτε πειθαρχημένη σε ένα ύφος τεχνοκρατικό, η κριτική καλείται να αναζητήσει τα μέσα για να συνδιαλεχθεί με το υπό κρίση έργο. Συνεπώς, είναι και άσκηση ύφους, από την οποία κρίνεται η συγγραφική ιδιοπροσωπία του κριτικού.

Δεν υπάρχει αντικειμενική κριτική. Υπάρχει ευσυνείδητη, έντιμη, ειλικρινής, αμερόληπτη, αλλά όχι αντικειμενική. Είθισται να λέγεται ότι η κριτική βάζει στοιχήματα με το μέλλον. Οπωσδήποτε κολακεύει τη ματαιοδοξία του κριτικού να φαντάζεται πως τα βιβλία που προκρίνει θα αντέξουν στον χρόνο. Ομως, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για δευτερεύον μέλημα. Η λογοτεχνική κριτική ανταπαντά στη λογοτεχνία του παρόντος. Εκείνο που προέχει είναι η ηθική του βλέμματος. Θα ήταν ιδανικό να προσερχόμαστε στις σελίδες ενός βιβλίου με την αυταπάτη του ανίδωτου. Από τη διάθεσή του να ξαφνιαστεί, εξαρτάται η αναγνωστική ηθική του κριτικού.

Οταν επιλέγω να γράψω για ένα βιβλίο, σκέφτομαι αναπόφευκτα και τα βιβλία για τα οποία δεν θα γράψω. Στην ίδια την επιλογή εμφιλοχωρεί η ενοχή της αδικίας. Βέβαια, όταν διατυπώνω ενστάσεις για ένα ήδη επιλεγμένο βιβλίο, ο συγγραφέας δεν μπορεί παρά να αισθανθεί πως τον αδικώ. Θα έλεγα, ωστόσο, πως όσον αφορά τον κριτικό, η αδικία προκύπτει ετεροχρονισμένα. Δεν είναι λίγες οι φορές που ανατρέχοντας σε παλαιότερα γραπτά μου, μετάνιωσα τόσο για την αρνητική όσο και για τη θετική μου κρίση.

Ο κριτικός είναι ένας ενοχλητικός, κάπως αλαζονικός αναγνώστης. Επιζητά την προσοχή όχι μόνο των συγγραφέων αλλά και των υπόλοιπων αναγνωστών. Μολονότι αναμφίβολα μείζων στόχευση της κριτικής είναι η μεσιτεία ανάμεσα στο έργο και τον αναγνώστη, με τις βιβλιοκρισίες μου απευθύνομαι κυρίως στους συγγραφείς. Εκείνοι είναι που διαμορφώνουν το γράψιμο και τη σκέψη μου, τόσο οι καλύτεροι όσο και οι μετριότεροι. Αλλοτε ο θαυμασμός για έναν καταξιωμένο συγγραφέα επισύρει αυστηρότητα και άλλοτε η επιείκεια για έναν νεότερο μπορεί να υποδηλώνει συγκατάβαση. Οπως και αν έχει, δεν πιστεύω πως γίνεται να γραφτεί καλό κριτικό κείμενο, αν δεν αντιμετριέται με ένα καλό βιβλίο. Ασφαλώς δεν εννοώ το αριστούργημα, αλλά το βιβλίο που προσφέρεται για συζήτηση.

Δεν ξέρω αν οι συγγραφείς χρειάζονται τους κριτικούς, εγώ, όμως, χρειάζομαι τους συγγραφείς, επειδή μου επιτρέπουν να γράφω.


Η Λ. Πανταλέων γράφει στο ένθετο «Τέχνες και Γράμματα» της Κυριακάτικης Καθημερινής. Τελευταίο της βιβλίο είναι το Μπορείς να δεις τι μένει από τη νύχτα; Δύο βιβλία της Ερσης Σωτηροπούλου, τόσο μακριά, τόσο κοντά (Πατάκης, 2018).
 

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Οικεία δεινά
Ο Νικόλας Σεβαστάκης έχει πλούσια θητεία στον χώρο του δοκιμίου και των μελετών στα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα. Εχει όμως και μία λογοτεχνική παιδεία τέτοια που του επιτρέπει να φτιάξει ένα μυθιστόρημα...
Οικεία δεινά
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Βασκικά τραύματα
Η λογοτεχνία συχνά επιχειρεί να δει τη μεγάλη εικόνα, να την αποδώσει μέσα στις λίγες σελίδες ενός μυθιστορήματος και να αναδείξει κορυφαία ζητήματα, ακόμα και σήμερα που οι «μεγάλες αφηγήσεις» πλήττονται.
Βασκικά τραύματα
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Πρόγευση ξένης λογοτεχνίας 20 υπό έκδοση τίτλοι
Στο «Ανοιχτό Βιβλίο» για δύο διαδοχικά Σάββατα (22 και 28 Σεπτεμβρίου), υπό τον τίτλο «Φθινοπωρινό πεζογραφικό ψηφιδωτό», σχεδιάσαμε και σας προτείναμε έναν μικρό αναγνωστικό οδηγό από τίτλους της νέας...
Πρόγευση ξένης λογοτεχνίας 20 υπό έκδοση τίτλοι
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ο έρωτας, ο παντοτινός απών σύντροφός μας
Καλή και λειτουργική μετάφραση του δοκιμίου Eros, the Bittersweet: An Essay (1986) της Αν Κάρσον (γεννήθηκε το 1950), καταξιωμένης Αμερικανίδας κλασικής φιλολόγου, ποιήτριας και μεταφράστριας της...
Ο έρωτας, ο παντοτινός απών σύντροφός μας
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Φθινοπωρινό πεζογραφικό ψηφιδωτό
Ολοκληρώνεται το αφιέρωμα με τους υπόλοιπους 14 συγγραφείς που σταχυολογήσαμε από την επικείμενη πεζογραφική εκδοτική παραγωγή, στην προσπάθειά μας να συγκροτήσουμε έναν μικρό αναγνωστικό οδηγό (αναμφίβολα...
Φθινοπωρινό πεζογραφικό ψηφιδωτό

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας