Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Αγουρα πάθη, επίμονες μνήμες
Μ. ΦΑΪΣ
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Αγουρα πάθη, επίμονες μνήμες

  • A-
  • A+

H γνώση είναι, μεταξύ άλλων, ανάμνηση, συναναστροφή, μαιευτική, πρωτίστως όμως έρωτας. Πατώντας σ’ αυτό το πλατωνικής διάθεσης (κι όχι μόνο) εκπαιδευτικό σχήμα σκεφτήκαμε να ζητήσουμε από επτά σύγχρονους Ελληνες συγγραφείς, διαφορετικών ηλικιών και αφηγηματικών κάδρων, να ανακαλέσουν τον πρώτο τους έρωτα στο σχολείο, το πρώτο τους αισθηματικό σκίρτημα εντός κι εκτός σχολικής αίθουσας.

Εν όψει έναρξης της νέας σχολικής χρονιάς (11 Σεπτεμβρίου) ο Χρήστος Αστερίου, ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης, η Μαρία Μήτσορα, η Ευγενία Μπογιάνου, η Βασιλική Πέτσα, ο Χρίστος Κυθρεώτης και η Κατερίνα Σχινά έγραψαν από μια μικροϊστορία που συνδυάζει νοσταλγία, εξομολόγηση, χιούμορ, συγκίνηση, ακρίβεια, κατά βάθος, όμως, μεταμφιεσμένη ταραχή για το ανηλεές πέρασμα του χρόνου.

Η φωτογραφική τεκμηρίωση, μέσα από απαθανατίσεις της εποχής, επιτείνει στον αναγνώστη αυτό το αίσθημα δύσκολης ανασκαφικής ρέμβης.


Το δαχτυλίδι

Του Χρήστου Αστερίου

Σε μια σκηνή από το βιβλίο του Μορντεκάι Ρίχλερ «Ο κόσμος του Μπάρνεϊ» (εξαιρετικά παιγμένη από τον Πολ Τζαμάτι στο ομώνυμο φιλμ) ο κεντρικός πρωταγωνιστής καταστρέφει με μανία ό,τι βρίσκει μπροστά του, καθώς συνειδητοποιεί πως -όντας σε κατάσταση προχωρημένης άνοιας- έχει ξεχάσει τον αριθμό τηλεφώνου της πρώην συζύγου και σημαντικότερης γυναίκας της ζωής του. Καθώς προσπαθούσα να θυμηθώ το όνομα της συμμαθήτριας για την οποία ένιωσα τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα στο Δημοτικό με κατέλαβε μια παρόμοια οργή.

Συνειδητοποίησα με τη σειρά μου πως δεν έχω συγκρατήσει παρά μια ακαθόριστη εικόνα από εκείνα τα χρόνια και πως τόσο εκείνη όσο και οι λοιποί πρωταγωνιστές του πρώιμου ερωτικού δράματος είναι πια μόνο θολές αναμνήσεις. Παρότι τίποτα δεν με συνδέει ουσιαστικά με την τότε συμμαθήτρια (όπως τον ήρωα του Ρίχλερ με την πρώην συμβία του), η ανωνυμία της είναι σχεδόν αβάστακτη. Η έλλειψη ονόματος αρκεί για να υποβιβάσει έναν άνθρωπο σε φιγούρα χωρίς πρόσωπο και ταυτότητα, σε αδιάφορο κομπάρσο που κανείς δεν έχει τη δυνατότητα ή την υποχρέωση να θυμηθεί.

Κοιτώντας πίσω και προσπαθώντας να βάλω, με τη σύμπραξη της φαντασίας, τις αποσπασματικές σκηνές σε μια σειρά, κατέληξα στο συμπέρασμα πως το ερωτικό παιχνίδι είναι κατά βάση το ίδιο σε όποια ηλικία κι αν παίζεται. Από την πρώτη περιπέτεια στο σχολείο ώς τις αντίστοιχες της ώριμης περιόδου, το συναίσθημα, ο πόθος, η έλξη είναι στον πυρήνα τους απαράλλαχτα. Η ερωτική διεκδίκηση της τότε συνομήλικης, εξάχρονης συμμαθήτριας στη μικροσκοπική αυλή ενός Δημοτικού σχολείου επί της οδού Θήρας στο κέντρο της Αθήνας είχε καρδιοχτύπι, ίντριγκα, φάσεις ύφεσης και περιόδους άτυπης ανακωχής, λόγια, χειρονομίες, προσμονή.

Μπορώ να θυμηθώ την πληθωρική της προσωπικότητα, τον πρωτόγονο τρόπο με τον οποίο περιέφερε και επιδείκνυε την ομορφιά της, την ικανότητά της στο παιδικά ερωτικό πάρε-δώσε. Θυμάμαι ακόμα πως οι βασικοί διεκδικητές της ήταν δίδυμοι που έμοιαζαν σαν δύο σταγόνες νερό, δημιουργώντας μου την εντύπωση πως είχα να συναγωνιστώ τον ίδιο άνθρωπο δύο φορές σ’ ένα εν δυνάμει ερωτικό τρίγωνο που ήταν κατ’ ουσία κουαρτέτο. Υπήρχαν κάμποσοι δευτεραγωνιστές, συμμαθήτριες που καραδοκούσαν για να προσφέρουν παρηγοριά και κρυφοί θαυμαστές έτοιμοι να αρπάξουν την ευκαιρία σε περίπτωση δικής μας αποτυχίας.

Θυμάμαι τέλος ένα φτηνό, πλαστικό δαχτυλίδι, αγορασμένο από κατάστημα ψιλικών που ακόμα διασώζεται στη γωνία Αγαθουπόλεως και Μιχαήλ Βόδα. Το περιέφερα σαν υπόσχεση επιδεικνύοντάς το όταν οι δρόμοι μας -δήθεν τυχαία- διασταυρώνονταν. Στον ακήρυχτο ερωτικό πόλεμο κάθε όπλο είχε τη δική του χρησιμότητα και τίποτα δεν περίσσευε στον δρόμο προς την τελική νίκη.

Τελευταίο βιβλίο του Χρ. Αστερίου είναι το μυθιστόρημα «Η θεραπεία αναμνήσεων» (Πόλις, 2019)


Ενας πρώιμος, ατελής έρωτας

Του Γιώργη Γιατρομανωλάκη

Εξ όσων θυμάμαι, εκεί προς τα τελευταία χρόνια του Δημοτικού Σχολείου στο χωριό μου, πέρασα μια σειρά αυτοδίδακτων και φευγαλέων ερώτων. Με συμμαθήτριες. Μικροξαδέλφες. Μικρογειτονοπούλες. Την ίδια εποχή ανακάλυψα στη βιβλιοθήκη του πατέρα μου τη «Σεξολογία» του Havelock Ellis (νομίζω κάπου τα έχω ξαναπεί αυτά!), γεγονός που διηύρυνε, και μάλιστα με το παραπάνω, τις γνώσεις μου περί τα σεξουαλικά.

Οπως το σκέφτομαι σήμερα, τον καιρό εκείνο ήμουν περισσότερο ενήμερος για θέματα σεξολογίας (τεχνικές του έρωτα, είδη, κανονικότητες, διαστροφές κ.ά.) παρά για τα αθώα και ρομαντικής τάξεως ερωτικά σκιρτήματα. Επιπλέον, την εποχή εκείνη, ένας θείος μου, αριστερός παλαιάς κοπής, Μακρονησιώτης, με έστελνε να του αγοράζω το «Βήμα» (προσεκτικά!) και με προέτρεπε να το διαβάζω. Ειδήσεις, κύρια άρθρα κ.λπ. Πράγμα που έκανα με δυσκολία. Αντίθετα, ο πατέρας μου έπαιρνε τότε «Ακρόπολη» και το μόνο που διάβαζε ήταν ένα είδος κόμικς με θέμα τον Τσακιτζή, τον διάσημο Εφέ του Αϊδινίου! Με αυτά και με αυτά είχα ήδη καλύψει βασικές πλευρές της εκπαίδευσής μου.

Στην τελευταία τάξη του Δημοτικού ήρθε στο χωριό μας, αποσπασμένη από το Ηράκλειο, μια καινούργια δασκάλα, η κυρία Φεβρωνία. Πρέπει να ήταν γύρω στα πενήντα, λίγο παχουλή, μετρίου αναστήματος. Ομως αυτό που την ξεχώριζε από τις ντόπιες δασκάλες ήταν ο τρόπος με τον οποίο ντυνόταν. Σπάνια ερχόταν στο σχολείο με τα ίδια ρούχα δύο συνεχόμενες ημέρες, σε αντίθεση με τις δασκάλες του χωριού που σπάνια άλλαζαν ρούχα.

Ομως το πιο εντυπωσιακό για μένα ήταν ότι η κυρία Φεβρωνία μύριζε ωραία. Απέπνεε, όπως λένε, μια γλυκιά, σχεδόν μεθυστική μυρουδιά. Λουσμένη όπως ήταν στην κολόνια. Οπως τα βρέφη (λένε) ή, όπως τα μικρά ζωάκια, γαληνεύουν μόλις βρεθούν μέσα στον χώρο που ορίζει η μυρουδιά της μητέρας τους, έτσι και ένας φτωχός μαθητής ενός επαρχιακού σχολείου ηρεμούσε επάνω στο σκληρό, ταλαιπωρημένο θρανίο του. Γοητευμένος, γητεμένος από τη φτηνή κολόνια μιας ηλικιωμένης, πρωτευουσιάνας δασκάλας.

Δεν έχω κάποια φωτογραφία της κυρίας Φεβρωνίας. Ο,τι έχω από τα χρόνια εκείνα είναι μια φωτογραφία με όλα τα παιδιά του επαρχιακού σχολείου. Κορίτσια, αγόρια ανάκατα. Χωρίς τους δασκάλους. Είμαι όρθιος κουρεμένος γουλί. Τρίτη, μπροστινή σειρά. Δεξιά. Φορώ ένα ξεφτισμένο σακάκι και μια ριγέ μπλούζα. Κοιτάζω συνοφρυωμένος τη φωτογραφική μηχανή και την κυρία Φεβρωνία, όρθια μπροστά μας.

Δεν είμαι βέβαιος αν και εκείνη με έβλεπε. Δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι ακόμη και σήμερα, ύστερα από τόσες δεκαετίες μετά τη σχολική φωτογραφία, η Κυρία με βλέπει και με ξεχωρίζει μέσα στο πλήθος των μαθητών της. Για την ώρα, εμείς οι δύο βρισκόμαστε απέναντι.

Τελευταίο βιβλίο του Γ. Γιατρομανωλάκη είναι «Ο συγγραφέας του Ζαά» (μετάφραση και διασκευή δεκαοκτώ άγνωστων κειμένων των ελληνιστικών χρόνων, Αγρα, 2019)


Οι παρενέργειες

Του Χρίστου Κυθρεώτη

Κάναμε κοπάνα απ’ το διαγώνισμα και αλλάξαμε τρία λεωφορεία για να φτάσουμε στο Αιγάλεω. Θέλαμε να πάμε μακριά για να είμαστε σίγουροι ότι κανένας γνωστός των γονιών μας δεν θα αποδεικνυόταν ιδιοκτήτης φαρμακείου. Βρήκαμε ένα ανοιχτό σε μια πάροδο της Πέτρου Ράλλη.

Ενας άντρας, γύρω στα ογδόντα, μας έδωσε το κουτί με τρεμάμενα χέρια που μύριζαν dettol. Αφού μας υπενθύμισε πως δεν είναι παιχνίδι, χρειάστηκε πέντε λεπτά για να βρει την τιμή του σε ένα ντοσιέ με τσαλακωμένους καταλόγους. Πληρώσαμε, βγήκαμε από το φαρμακείο και η Μαρία άνοιξε το πακέτο. Ενα και μοναδικό χαπάκι δέσποζε στο κέντρο μιας πορτοκαλί καρτέλας με ανάγλυφο πλαίσιο. Ο,τι και να πω, δεν μπορώ να περιγράψω το συναίσθημα που μας προξένησε το γεγονός ότι το χαπάκι ήταν ένα.

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Αγοράσαμε νερό απ’ το περίπτερο, η Μαρία κατάπιε το χάπι στα όρθια κι ύστερα ξοδέψαμε τη μισή διαδρομή στο λεωφορείο διαβάζοντας τις παρενέργειες. Επιχειρήσαμε να αστειευτούμε με τη μουσικότητα της φράσης διαταραχές στην περιοδικότητα της περιόδου, αλλά δεν μας βγήκε. Τελικά η Μαρία ξάπλωσε στον ώμο μου και κράτησε τα μάτια της κλειστά μέχρι τα Πατήσια. Εγώ ακουμπούσα τα δάχτυλά μου στο μέτωπό της. Το δέρμα της ήταν χλομό και αφυδατωμένο, έδινε την εντύπωση πως θα μπορούσε να αφαιρεθεί απ’ το κρανίο της σαν μια λεπτή ξεραμένη κρούστα.

Χωριστήκαμε στη Γαλατσίου, όμως εγώ την ακολούθησα στα κρυφά. Εμεινα καμιά πενηνταριά μέτρα πίσω και την είδα που σταματούσε κάθε δέκα βήματα, ξεδίπλωνε το χαρτάκι και διάβαζε ξανά τις παρενέργειες. Σε ένα περίπτερο στην Πατησίων σταμάτησε για να αγοράσει πορτοκαλάδα. Ετσι, βρήκα την ευκαιρία να την προσπεράσω από το άλλο πεζοδρόμιο και να φτάσω στη μεγάλη ελιά απέναντι απ’ το σπίτι της. Από τη θέση εκείνη, την περίμενα να πάρει τη στροφή για το ισόγειο της πολυκατοικίας της. Κι αυτό έκανε πράγματι, περπατώντας ως συνήθως με το κεφάλι κάτω και πετώντας την άδεια πορτοκαλάδα στον κάδο στη γωνία.

Μπροστά από την εξώπορτα στάθηκε για λίγο και αναρωτήθηκα μήπως τελικά είχε δει τη φιγούρα μου πάνω στο τζάμι. Οχι όμως. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα περπάτησε και πάλι προς τη γωνία, έφτασε στον κάδο και ξεφορτώθηκε εκεί τη συσκευασία και τα χαρτάκια με τις παρενέργειες και τις αντενδείξεις. Υστερα προχώρησε και πάλι προς την είσοδο του σπιτιού της, ξεκλείδωσε και μπήκε.

Τελευταίο βιβλίο του Χρ. Κυθρεώτη είναι το μυθιστόρημα «Εκεί που ζούμε» (Πατάκης, 2019)


Η ανεξήγητη γοητεία του υδράργυρου

Της Μαρίας Μήτσορα

Επειδή με λένε Μαρία, ένιωθα χαμένη από χέρι, από αόρατο χέρι στη μοιρασιά των ονομάτων, και ερωτεύτηκα τον Αντίγονο Ψαλτίδη. Το σχεδόν αστείο επίθετο τον έκανε απλώς πιο προσιτό. Ηρθε στη Δεύτερη τάξη του Δημοτικού κι εκτός από τα λιγνά του πόδια, τα καστανόξανθα μαλλιά που μισόκρυβαν μάτια πράσινα, είχε έναν ιδιαίτερο τρόπο να γουργουρίζει τα «ρο». Εδώ η πλοκή γίνεται πιο σύνθετη και τα πρόσωπα που εμπλέκονται αραιώνουν... Η γιαγιά μου πάντα διηγόταν ιστορίες για φαντάσματα και πίσω από μισόκλειστες πόρτες είχα ακούσει να της λένε «θα το τρελάνεις το παιδί». Την εποχή του έρωτά μου για τον Αντίγονο Ψαλτίδη την έφεραν να μείνει μαζί μας στο σπίτι γιατί είχε αρχίσει να βλέπει τους περισσότερους γνωστούς της σαν φαντάσματα.

Εφερε τη συλλογή της από μικρά κρυστάλλινα κουτιά που, χωρίς να ξέρω γιατί, με ανατρίχιαζαν. Πολύ αργότερα κατάλαβα ότι έμοιαζαν με κρυστάλλινα φέρετρα. Οταν της τον έδειξα στις γυμναστικές επιδείξεις έχωσε τα νύχια της στο μπράτσο μου ψιθυρίζοντας «Να προσέχεις! Αυτό το παιδί θα γίνει πολύ σύντομα φάντασμα». Ενα μεσημέρι γύρισα σπίτι και μου είπαν ότι χρειάστηκε να μπει επειγόντως σε κλινική. Μετά από καιρό με πήγαν να την επισκεφθώ. Αντί να μ’ αγκαλιάσει, με γουρλωμένα μάτια μου είπε «Με έχουν εδώ γιατί δεν θέλω την ερμηνεία της επιστήμης να αραιώνει τη μαρμαρόσκονη που σκορπίζει παντού το φεγγάρι, γιατί θέλω την ανεξήγητη γοητεία του υδράργυρου». Αμέσως μετά φώναξε «Πάρτε από δω το μικρό φάντασμα».

Οταν πέθανε, γρήγορα αλλάξαμε σπίτι γιατί την έβλεπα συνέχεια μπροστά μου- σαν φάντασμα.

Δεκαετίες περάσαν, πολιτικοί μεσουράνησαν και κατέληξαν να αναφέρονται σ’ αυτούς στην τηλεόραση με τη λέξη «η σορός». Ηθοποιοί έχασαν τη λάμψη τους κι εμφανίστηκαν με κολιέ από ρυτίδες, αλλά ποτέ δεν μου είχε περάσει από το μυαλό πως ο Αντίγονος Ψαλτίδης θα με επισκεπτόταν σαν φάντασμα. Πέρυσι τον Αύγουστο διάβαζα αργά τη νύχτα στο πίσω δωμάτιο που βλέπει σε έναν μικρό κήπο, όταν ξαφνικά άκουσα ένα θρόισμα που δυνάμωνε. Τα φύλλα των δέντρων ανατρίχιαζαν. Σηκώθηκα! Ο Αντίγονος Ψαλτίδης στεκόταν, με το κοντό παντελονάκι, πλάι στο πλατύφυλλο, το δέρμα του είχε τη λάμψη του υδράργυρου, μου έκανε ανεξήγητα νοήματα και μετά χάθηκε. Βρόντηξα την μπαλκονόπορτα αλλά ασημένια γράμματα έτρεχαν πάνω στα τζάμια κι από όσο μπόρεσα να διαβάσω έλεγαν κάτι σαν «Να προσέχεις τα φαντάσματα. Υφαίνουν ένα κουκούλι με το σάλιο τους που είναι κάτι ανάμεσα στο ασημένιο και στο πηχτό». Δεν πρόσεξα φαίνεται και συνέχισαν να έρχονται... αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία!

Τελευταίο βιβλίο της Μ. Μήτσορα είναι η συλλογή διηγημάτων «Από τη μέση και κάτω» (Πατάκης, 2014)


Ο μοναδικός

Της Ευγενίας Μπογιάνου

Σεπτέμβρης 1974. Πρώτη Δημοτικού. Η είδηση πως η δασκάλα μας θα είναι η περιβόητη, αυστηρή και αδυσώπητη κ. Βαρβάρα κυκλοφόρησε προτού αρχίσουμε να κυκλοφορούμε εμείς στον μακρύ διάδρομο με τα ηλιόλουστα παράθυρα από τη μια μεριά και τις τάξεις απ’ την άλλη, όπου στεγάζονταν τα πρωτάκια.

Η πρώτη εικόνα ήταν δυσοίωνη: μια ευτραφής γυναίκα με γυαλιά, ένα ίχνος από μουστάκι στο πάνω χείλος και ύφος αγέλαστο. Τέσσερα χρόνια μετά, τελειόφοιτη πια της τετάρτης, έκλαψα με μαύρο δάκρυ όταν, αναγκαστικά, αποχωριστήκαμε τη Βαρβάρα. Αυτή, που με έναν δικό της ιδιότυπο τρόπο, με δικούς της απαράβατους (και άκαμπτους βέβαια) ηθικούς κανόνες, ήξερε, εν τέλει, να γίνεται ακόμη και τρυφερή: πάντα με τον δικό της τρόπο. Αν και ποτέ δεν ξέχασα την ξυλιά στα δάχτυλα, προκειμένου να κλείσω την κασετίνα με το μικρό καθρεφτάκι στο σκέπασμα (θαυμαστό απόκτημα), πάνω στο οποίο προσπαθούσε να βρει θέση και να καθρεφτιστεί, αυτοθαυμαζόμενο, το παιδικό πρόσωπο. Τη Βαρβάρα διαδέχτηκε ο Πολυχρόνης. Αλλο κεφάλαιο αυτός.

Ενας θεόρατος γίγαντας με ψυχή μοναχική μάλλον, έφεση στο μαντολίνο και ωραία φωνή τενόρου, που η μοίρα τον έριξε στα νύχια μας. Αλλούτερο πλάσμα. Πιο πολύ απών και λιγότερο παρών. Ούτε τα ονόματά μας δεν κατάφερε να μάθει τα δύο χρόνια που τον είχαμε δάσκαλο. Την κασετίνα όμως με το αμαρτωλό καθρεφτάκι την πήρε χαμπάρι ακόμη κι αυτός. Αλλά ούτε ξυλιές ούτε τίποτα. Πράος άνθρωπος, μειλίχιος. Ενα πρωί με πλησίασε θυμάμαι και με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Για μια μόνο ελάχιστη στιγμή. «Δεσποινίς μου» μου είπε, για να καλύψει προφανώς το κενό που άφηνε η μη απομνημόνευση του ονόματός μου, «Ο κόσμος είναι μεγάλος. Βρίσκεται έξω και πέρα από δω. Δεν χωράει μέσα στο μικρό σας καθρεφτάκι». Αυτό ήταν.

Μια κουβέντα ικανή για όλα. Πόσο μεγάλη μ’ έκανε να νιώσω εκείνο το «Δεσποινίς μου», το γεμάτο αβρότητα. Κι ο, έτσι κι αλλιώς, αριστοκρατικός πληθυντικός. Πόσο μικρή εκείνο το «Ο κόσμος δεν χωράει μέσα στο καθρεφτάκι σας». Τι νέοι δρόμοι αποκαλύφθηκαν τότε. Ή θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν. Ηταν σπουδαίος ο Πολυχρόνης. Στα δικά μου μάτια τουλάχιστον. Κι εγώ το αποφάσισα στη στιγμή: θα γινόταν ο πρώτος και ο τελευταίος μου έρωτας. Ο μοναδικός. Δεν έχει σημασία που ο κόσμος παραείναι μεγάλος για να αντέξουν, να κρατηθούν ζωντανές οι παιδικές αποφάσεις. Ειδικά εκείνες οι βίαιες, οι παρορμητικές. Ετσι κι αλλιώς εγώ ακόμη τον θυμάμαι. Εκείνον τον έναν, τον μοναδικό Πολυχρόνη. Ακόμη και τη χροιά της φωνής του θυμάμαι.

Τελευταίο βιβλίο της Ευγ. Μπογιάνου είναι η συλλογή διηγημάτων «Μόνο ο αέρας ακουγόταν» (Μεταίχμιο, 2016)


Βασίλισσα του κάτι

Της Βασιλικής Πέτσα

Ο πρώτος μου σχολικός έρωτας δεν ήταν καν δικός μου· υπήρξε, πρώτα και κύρια, δικός της. Εκείνη τον είχε ξεχωρίσει ήδη από το νηπιαγωγείο −εγώ ήμουν σε διπλανή αίθουσα−, κι έπειτα, στη δευτέρα δημοτικού, όταν έφτασε ο καιρός των πρώιμων εκμυστηρεύσεων, των εκχωρήσεων της πρόσφατα αποκτημένης ιδιωτικότητας -μα ίσως και να συγκροτούνταν, επιλεκτικά καταστρατηγούμενη, ακριβώς τότε−, νομίζω πως μου ψιθύρισε μυστικοπαθώς το όνομά του ως απάντηση στην κρίσιμη ερώτηση: «Ποιος σου αρέσει από την τάξη;». Κι εγώ −πώς αλλιώς;− απλώς αναφώνησα: «Κι εμένα!». Και κάπως έτσι άρχισα ν’ αγαπάω τον Νίκο.

Δεν θυμάμαι αν προσπάθησα να εκλογικεύσω τη συγκεκριμένη, συγκαλυμμένα δανεική, έλξη. Ισως να εστίασα στα σγουρά, καστανόξανθα μαλλιά, στο άσπρο του δέρμα, στα μελιά, ήρεμα μάτια, σε ό,τι μπορούσα να διαισθανθώ ως έμφυτη ευγένεια. Ανακαλώντας στη μνήμη μου τις εντυπώσεις από τότε που γύριζα το κεφάλι μου για να αφαιρεθώ από το μάθημα, αφήνοντας το βλέμμα μου πάνω του −για τη στρατηγική τοποθέτηση του θρανίου μας σε σημείο οπτικής βολής ήταν υπεύθυνη εκείνη−, μου έρχεται μονάχα μια λέξη στο μυαλό: «Φωτεινός». Οπως θα φανταζόμουν τους αγγέλους.

Δύο χρόνια μετά, μάλλον κρίναμε ότι η ευγενής μας άμιλλα είχε ήδη αποδείξει το βάθος μιας φιλίας που δεν θα κλονιζόταν από αποκλεισμούς και διακρίσεις, κι έτσι, αφού εκείνος δεν αποφάσιζε να εκδηλωθεί υπέρ της μιας ή της άλλης, τον βάλαμε να διαλέξει. Πια, ίσως όμως και τότε, τον καταλαβαίνω: εκείνη υπήρξε, άλλωστε, πιο αποφασιστική και πιο σαρκική στην προσέγγισή της −τον είχε κυνηγήσει, εξάλλου, σε κάποιο διάλειμμα για να τον φιλήσει−, εκείνη έπλεκε μεταξωτές κορδέλες στις προσεγμένες γαλλικές κοτσίδες της, ενώ από τα δικά μου φουντωτά μαλλιά πεταγόταν ένα πρόχειρο κοτσιδάκι με ένα ξεμαλλιασμένο, πράσινο βατραχάκι, εκείνη ντυνόταν στις Απόκριες με ευφάνταστες στολές − δεινόσαυρος, να μια που θυμάμαι. Εγώ υπήρξα πάντοτε μια κιτς, ελάχιστα πρωτότυπη, βασίλισσα του κάτι.

Και μετά, εκείνη ήταν πάλι που τον ξεπέρασε πρώτη. Μια κακιά συνήθεια, μια άσχημη λέξη, ένα σκισμένο ρούχο, μια αφορμή οποιαδήποτε: αφού πια δεν μας χρειαζόταν. Φρόντισε, βεβαίως, να με ενημερώσει για το μιαρό ελάττωμά του και βεβαιότατα, με τη σειρά μου, θα συμφώνησα: Οχι, τι παρεξήγηση, ο Νίκος δεν μας κάνει. Κι έτσι στρέψαμε αλλού το ενδιαφέρον μας. Μόνο που, κάποιες φορές, μια λάμψη τρεμόπαιζε στην άκρη του ματιού μου, κι έλεγα τότε πως λάθος κάνω, πως δεν θα ’ναι από το θρανίο του, σε σχεδόν τυφλό σημείο πλέον−αφού έτσι εκείνη έκρινε− από το δικό μας. Ο ήλιος, απλώς, στο τζάμι.

Τελευταίο βιβλίο της Β. Πέτσα είναι το μυθιστόρημα «Το δέντρο της υπακοής» (Πόλις, 2019)


Μαυρογένους 8

Της Κατερίνας Σχινά

Γκρίζο και σκοτεινό ήταν το Νηπιαγωγείο μου, ή τουλάχιστον έτσι το φέρνω στο νου μου. Βαρύ, σαν αγγλικό σχολείο του 19ου αιώνα, με αίθουσες ψηλοτάβανες και βουερές, ντουλάπια θηριώδη και ανησυχητικά, μικρή αυλή κι ένα σκάμμα με άμμο, που, σαν να την έφερνε ο άνεμος, μου έκαιγε σε κάθε διάλειμμα τα μάτια.

Γκρίζο, όπως έγιναν οι πλαστελίνες μου όταν τις ανακάτεψα όλες μαζί γεμάτη προσδοκία για το βέβαιο θαύμα, για να βρεθώ απογοητευμένη μπροστά σ’ έναν σκούρο πολτό, με λιγοστές χρωματιστές ραβδώσεις, εκεί που ένα κόκκινο ή ένα γαλάζιο είχε ξεφύγει από το ζύμωμα. Δεν καταλάβαινα γιατί με έστειλαν εκεί. Περνούσα πολύ ωραία με τους μεγάλους στο σπίτι, ήξερα κιόλας να διαβάζω, φοβόμουν τα άλλα παιδιά. Δεν μάθαινα τίποτα στο σχολείο∙ δεν έπαιζα και δεν έκανα φίλους∙ λέρωνα την ποδιά μου με το μελάτο αυγό που μας έδιναν, σιχαινόμουν τις τουαλέτες. Τα άλλα παιδιά ήταν όμοια με τις πλαστελίνες μου, ένας αδιαφοροποίητος πολτός από παρόμοια πρόσωπα∙ πάσχιζα να τα θυμηθώ όταν επέστρεφα στο σπίτι, μα δεν τα κατάφερνα.

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Ημουν δυστυχισμένη∙ οι γονείς μου ανησύχησαν, αποφάσισαν να σταματήσω. Ας έμενα εκτός σχολείου έναν ακόμη χρόνο, δεν ήταν δα και τόσο τρομερό. Κι ένα πρωινό, είχε-δεν είχε περάσει ένας μήνας, στο πρώτο διάλειμμα, είδα τον παππού μου να μπαίνει στην αυλή∙ κρυβόμουν πίσω από ένα παραμύθι των εκδόσεων Αστήρ που κουβαλούσα πάντοτε μαζί μου, σαν ασπίδα∙ όχι πως διάβαζα, βέβαια, μα με προστάτευε και με απομόνωνε, κάτι που επιζητούσα χωρίς καθόλου να το θέλω. Πήγα να τρέξω προς το μέρος του, μα ντράπηκα. Κάθισα εκεί που βρισκόμουν, κοντά στο σκάμμα, γυρνώντας από την άλλη το πρόσωπο κάθε φορά που μια ριπή άμμου με έβαζε στόχο, και τον παρακολούθησα να χάνεται πίσω από την πράσινη πόρτα του κτιρίου.

Μου φάνηκε αιώνας ώσπου να ξαναφανεί∙ ερχόταν προς το μέρος μου συζητώντας με τη δασκάλα μου κι απόρησα που ήξεραν πού θα με βρουν. Η δασκάλα κρατούσε το καλαθάκι μου. «Πάμε», μου πέταξε ο παππούς μου χαμογελαστός, χωρίς να διακόψει τη συζήτηση. Πήδησα όρθια και καθώς τίναζα την ποδιά μου, το αγοράκι που μου έστελνε χούφτες ολόκληρες την άμμο, ήρθε κοντά μου και με τράβηξε από το μανίκι. «Φεύγεις;» με ρώτησε – και τότε τον είδα. Είδα τα κοντοκουρεμένα του μαλλιά και τα ανοιχτόχρωμα μάτια, μια γρατζουνιά στο μέτωπο, τα σουφρωμένα του χείλη. Στεκόταν δίπλα μου μετατοπίζοντας το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο και με κοιτούσε. Πώς μπορεί αυτό το πρόσωπο να είχε θολώσει μαζί με τ’ άλλα;

Ηταν το πρώτο αγόρι που με κοίταξε και το κοίταξα πραγματικά, και ποτέ πια δεν τον ξανάδα.

Τελευταίο βιβλίο της Κ. Σχινά είναι τα «Μυστικά του συρταριού. Η τέχνη και οι τεχνικές της ημερολογιακής γραφής» (Πατάκης, 2017)

 

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Τρεις αξιοπρόσεκτες πρωτοεμφανιζόμενες φωνές
Από τις «Ασύμβατες διαδρομές» της Βάσως Σπηλιοπούλου στη «Γλυσίνα», την πρώτη συλλογή διηγημάτων της Λένας Κορομηλά και την πρώτη συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Βέρρου τα «Σκάμματα του χρόνου».
Τρεις αξιοπρόσεκτες πρωτοεμφανιζόμενες φωνές
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Μισαλλοδοξία και ανεκτικότητα
Η «μονοδοξία» είναι όρος της Π. Αθανασιάδη. Περιγράφει εύστοχα τη σταδιακή επιβολή της μίας και μοναδικής «δόξας» στο κοσμοπολιτικό πνευματικό περιβάλλον της όψιμης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, «την πορεία ενός...
Μισαλλοδοξία και ανεκτικότητα
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Οψεις της γυναικείας εμπειρίας
Το εν λόγω κείμενο υπήρξε κομβικό για την ιστορία του γυναικείου κινήματος καθώς έγινε ένα είδος «μανιφέστου» για τη γυναικεία χειραφέτηση, είχε μεγάλη απήχηση στις φεμινίστριες της δεκαετίας του 1970 αλλά και...
Οψεις της γυναικείας εμπειρίας
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Το σύστημα της ελευθερίας και οι φιλόσοφοί του
Σχεδόν μισό αιώνα μετά την εκφώνησή τους, οι διαλέξεις του Ντίτερ Χένριχ για τον γερμανικό ιδεαλισμό στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ το 1973, που κυκλοφόρησαν χρόνια αργότερα στα αγγλικά με τίτλο «Μεταξύ Καντ...
Το σύστημα της ελευθερίας και οι φιλόσοφοί του
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Πέρα από το ανθρώπινο
Η Κλαρίσε Λισπέκτορ γεννήθηκε το 1920 στο Τσετσέλνικ της Ουκρανίας. Θεωρείται κορυφαία συγγραφέας και κύρια εκπρόσωπος του μοντερνισμού (ή μεταμοντερνισμού;) στη βραζιλιάνικη λογοτεχνία. Συγκρίθηκε με τη...
Πέρα από το ανθρώπινο
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Φωτογραφίες για αποτυχημένες σχέσεις
Εγραφα κάποια στιγμή, υπό τη γόνιμη επήρεια του Μιχαήλ Μπαχτίν, ότι ένα μυθιστόρημα θα μπορούσε να γράφεται από πολλούς συγγραφείς, επειδή πολυφωνικό και πολυεστιακό χρειάζεται τη ματιά πολλών ανθρώπων, ώστε...
Φωτογραφίες για αποτυχημένες σχέσεις

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας