Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
«Ποιος κολυμπά, ρε Τάκη;»
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

«Ποιος κολυμπά, ρε Τάκη;»

  • A-
  • A+

2 καλοκαιρινές νουάρ ιστορίες

Φέτος θεματικοποιήσαμε την καλοκαιρινή μας στήλη (που συμπληρώνει επτά χρόνια αδιάπτωτης παρουσίας στο βιβλιοφιλικό μας ένθετο). Εξού και απευθυνθήκαμε αποκλειστικά σε συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας, διαφορετικών ηλικιών και αφηγηματικών κάδρων.

Δώδεκα πρόσωπα νουάρ γραφής, λοιπόν, το έργο των οποίων διαρρηγνύει και υπερβαίνει τα ειδολογικά όρια της αφηγηματικής τους κλίσης, μας χαρίζουν ιστορίες αστυνομικής πνοής, με δύσθυμη, ειρωνική, περιπλανητική, πολιτική ή υπερβατική διάθεση.

Δώδεκα διηγήματα που μετεωρίζονται από την αγωνία της πλοκής στην αγωνία της ύπαρξης, από το σκοτεινό απόθεμα του ήρωα στο σκοτεινό απόθεμα της τρέχουσας πραγματικότητας. Μετά τον Φίλιππο Φιλίππου, τον Τεύκρο Μιχαηλίδη, τον Κώστα Θ. Καλφόπουλο, τη Χίλντα Παπαδημητρίου, τον Πολυχρόνη Κουτσάκη, τον Μίνωα Ευσταθιάδη και τη Μαριλένα Πολιτοπούλου, το «μαύρο» νήμα ξετυλίγει ο Δημήτρης Σίμος.


«Κολυμπά ο Μέρμηγκας, ρε Τάκη;»

Ο Τάκης σταμάτησε το κουπί. Ο Λευτέρης γούρλωσε τα μάτια του και για πρώτη φορά μετά από χρόνια και οι δυο τους ξέσπασαν ταυτόχρονα σε ένα υστερικό γέλιο. Το νερό και το αλάτι κατάφερε να τους λυτρώσει.

Μισή ώρα νωρίτερα είχαν πετάξει τη σορό του γκριζομάλλη άντρα στα ανοιχτά του Αιγαίου. Χρόνια είχαν να ανταλλάξουν κουβέντα πέρα από ψάρια και ζυγίσματα. Τις τελευταίες λέξεις καρδιάς τις είχαν ανταλλάξει μία δεκαετία πριν, με ένα τσούρμο κλοτσο-μπουνίδια και βρισιές για το χατίρι μιας Ιταλίδας. Από εκείνη τη μέρα -πιο πολύ από ντροπή και λιγότερο από πείσμα- έκοψαν τη φιλία τους και έμειναν να συναντιούνται μόνο όταν είχε βγάλει ψάρια ο Τάκης και ο Λευτέρης λεφτά για να τα αγοράσει.

Στο ίδιο μέρος την ίδια ώρα εδώ και μια δεκαετία, ο Τάκης και ο Λευτέρης αντίκριζαν ο ένας τον άλλο να στέκει αγέλαστος, μη θέλοντας ένας μικρός μορφασμός να χαλάσει την τελετουργία. Σούρουπο πάντα, αυτή ήταν η συμφωνία. Από τέλος Ιούνη μέχρι αρχές Σεπτέμβρη, τράκαραν ηθελημένα τα βλέμματά τους στο ναυπηγείο της Ερμούπολης και ξεκινούσαν το αλισβερίσι τους.

Δίπλα από τα ξύλινα παΐδια και τα σκελετωμένα μέταλλα από τις καρίνες, κείτονταν λείψανα ενός νεκροταφείου πλοίων που έψαχνε δεκαετίες το τελευταίο άγγιγμα του απινιδωτή. Τάκης και Λευτέρης αδιαφορούσαν για την κουφόβραση και την υγρασία που έπνιγε το μέρος και ξεκινούσαν τα μοιράσματα. Αμίλητοι, στα κρυφά, σπατάλαγαν λίγα λεπτά να ζυγίσουν την ψαριά και μερικά δευτερόλεπτα για να μετρήσουν τα λεφτά και να χαθούν σε αντίθετες μεριές.

Ο Τάκης φορούσε τζιν βερμούδα, βρόμικα αθλητικά χωρίς κάλτσες και αμάνικο φανελάκι έτσι ώστε να φαίνεται η τρίαινα του Ποσειδώνα στο μπράτσο. Δεν θυμόταν πόσα χρόνια είχαν περάσει από τη νύχτα που είχε ζητήσει από εκείνη την Ιταλίδα να του σημαδέψει το κορμί.

Σχεδόν είχε λησμονήσει το ξημέρωμα που σούρωσε βαριά και η γυναίκα που ξάπλωσε δίπλα του του υποσχέθηκε γοργόνες και βυθούς με χαμένους θησαυρούς. Τα χρόνια είχαν περάσει, το σχέδιο του Ποσειδώνα είχε ξεφτίσει, τα μαλλιά του είχαν αραιώσει, αλλά το κορμί του άντεχε ακόμα να μπαίνει σε αυτή την αλμυροφαγωμένη βάρκα και να προσπαθεί για ακόμη ένα ψάρι, ένα χταπόδι που θα συμπλήρωνε το μεροκάματο από τα ναυπηγεία όπου δούλευε ως μαραγκός.

Ο Λευτέρης από την άλλη δεν γούσταρε ψαρέματα. Ταβερνιάρης ήταν με πόστο στη μεσαιωνική Ανω Σύρο, 20 μέτρα από το Μουσείο του Βαμβακάρη και τρίτη γενιά εστιάτορας. Εκεί έκανε τα γλυκά μάτια στην Ιταλίδα και σκόνταψε πάνω στον Τάκη που την είχε κοζάρει πρώτος. Κανείς από τους δυο δεν θα έκοβε τα αλισβερίσια για μια τουρίστρια, αυτό είπαν την επόμενη μέρα και συνέχισαν τα νταραβέρια τους. Ο Τάκης πουλούσε και ο Λευτέρης αγόραζε τα ψάρια δίχως αποδείξεις και φόρους. Ετσι, έβγαζαν και οι δυο κάτι παραπάνω για το καλοκαίρι.

Τον χειμώνα, τα αλισβερίσια διέφεραν. Οσα μαύρα λεφτά έσωνε ο Λευτέρης τα καλοκαίρια τα κατέθετε χειμώνα στο καζίνο. Εκεί είχε πρωτογνωρίσει τον Τάκη. Ο εστιάτορας μάζευε χρήμα το καλοκαίρι από τουρίστες και ντόπιους και το σκόρπαγε τον χειμώνα πότε στον μαύρο Τζακ και πότε στο μαύρο-κόκκινο της ρουλέτας. Χαμένοι και οι δυο. Κέρδισε ποτέ κανείς το θεριό; Θεριό το φώναζαν, το έσκιαζαν και το σκιάζονταν αλλά δεν χόρταιναν φόβο. Τόσο αχόρταγοι και οι δυο που δεν έβαζαν το χέρι μόνο στη δική τους τσέπη, άρχισαν να ψαχουλεύουν δανεικά και από το πορτοφόλι του Μέρμηγκα.

Μέρμηγκα φώναζαν τον γκριζομάλλη που γυρόφερνε τα τραπέζια του καζίνου. Καλοκαίρι κανόνιζε τα δυο του βαπόρια σε κρουαζιέρες για Τήνο-Μύκονο και χειμώνα ξεκουραζόταν σε κόκκινους καναπέδες και αίθουσες χωρίς ρολόγια ψάχνοντας τον Τζίτζικα που θα του ρίξει ένα βλέμμα - και ο Μέρμηγκας ήξερε πως οι δύο τζίτζικες του χρωστούσαν ψάρια, ωμά και ψητά, και λόγω αλλεργίας σε θαλασσινά και λέπια, δεν θα πληρωνόταν σε είδος. Οκτώ χιλιάρικα από τον ψαρά και δεκαεννιά από τον ταβερνιάρη. Η διορία έληγε σήμερα.

Ο Λευτέρης είδε το νεύμα του Τάκη που του έδειχνε να φύγει και δεν πρόλαβε να απορήσει, όταν η περιφερειακή του όραση έπιασε τον Μέρμηγκα να εμφανίζεται στα πλάγια. Η πρώτη σκέψη να τρέξει εξαφανίστηκε όταν είδε δύο άνδρες να κλειδώνουν τη μεταλλική πόρτα και να στέκονται μπάστακες μπροστά από το λουκέτο.

Τα γλαροπούλια έπαψαν να πετούν και στάθηκαν στην τσακισμένη πρύμνη ενός πλοίου «παντόφλα». Κανείς δεν μιλούσε, ο φόβος πήρε θέση στο κορμί του Λευτέρη και ο πόνος τον γονάτισε όταν ένας από τους άνδρες του Μέρμηγκα δοκίμασε μια γροθιά στα πλευρά του. Ο Τάκης έκανε να κουνηθεί, αλλά ο Μέρμηγκας στάθηκε μπροστά του. Τον κοίταξε χαμογελαστός ρωτώντας φωναχτά:

«Κολυμπά ο Λευτέρης, ρε Τάκη;»


Τελευταίο βιβλίο του Δ. Σίμου είναι το μυθιστόρημα «Τοξικά μάτια» (Bell, 2019)

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Αλλος ένας ξένος
Δώδεκα διηγήματα που μετεωρίζονται από την αγωνία της πλοκής στην αγωνία της ύπαρξης, από το σκοτεινό απόθεμα του ήρωα στο σκοτεινό απόθεμα της τρέχουσας πραγματικότητας, το «μαύρο» νήμα ξετυλίγει ο Βασίλης...
Αλλος ένας ξένος
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ντελίβερι
Δώδεκα διηγήματα που μετεωρίζονται από την αγωνία της πλοκής στην αγωνία της ύπαρξης, από το σκοτεινό απόθεμα του ήρωα στο σκοτεινό απόθεμα της τρέχουσας πραγματικότητας. Το «μαύρο» νήμα ξετυλίγει ο Βαγγέλης...
Ντελίβερι
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Περιδιάβαση σε ένα άχρονο αμερικανικό τοπίο
Στη σπουδαία, διάρκειας μισού αιώνα καριέρα του, ο Αμερικανός Σαμ Σέπαρντ άφησε βαθύ το στίγμα του και διέπρεψε ως ηθοποιός, σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας και πεζογράφος, κερδίζοντας πολλές τιμές και...
Περιδιάβαση σε ένα άχρονο αμερικανικό τοπίο
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Διελκυστίνδα πάνω από το κενό
Η διάλεξη του Μαξ Βέμπερ για την «πολιτική ως επάγγελμα», μαζί με την (επίσης υπό επανέκδοση από τις εκδόσεις Δώμα) διάλεξή του για την «επιστήμη ως επάγγελμα», είναι τα κείμενα στα οποία ο ώριμος Βέμπερ...
Διελκυστίνδα πάνω από το κενό
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Οψεις του συνομιλείν
Δύο βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα επιβεβαιώνουν με τον πιο αποστομωτικό τρόπο ότι οι συνεντεύξεις μπορεί να είναι διαχρονική, σπουδαία υπόθεση. Και απολαυστική. Τόσο για τον δημοσιογράφο που τις παίρνει,...
Οψεις του συνομιλείν
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Μνήμη Χριστόφορου Λιοντάκη (1945-2019)
Τυχαία αγγίγματα, αμήχανες κινήσεις, φανερές και κρυφές προθέσεις και επιθυμίες, φράσεις που η κάθε λέξη τους μοιάζει σταματημένη χειρονομία, η αχανής μοναξιά της πόλης και της νύχτας, όλα στην ποίηση του...
Μνήμη Χριστόφορου Λιοντάκη (1945-2019)

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας