Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Τέσσερα πασχαλινά διηγήματα
ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Τέσσερα πασχαλινά διηγήματα

  • A-
  • A+

Το πασχαλινό αίσθημα, πένθιμο ή αναστάσιμο, ανθρωπο­κεντρικό ή υπερβατικό, ήταν απλώς ο σπινθήρας των τεσσάρων ιστοριών που έγραψαν, ειδικά για τους αναγνώστες του Ανοιχτού Βιβλίου, ο Βασίλης Γκουρογιάννης, η Δήμητρα Κολλιάκου, ο Ακης Παπαντώνης και ο Φαίδων Ταμβακάκης. Τέσσερις συγγραφείς, που τύπωσαν πρόσφατα βιβλίο, φωτίζουν με τη γραφή τους συγκινημένα, νοσταλγικά, ειρωνικά ή φαρσικά αυτή την τόσο φορτισμένη και σηματοδοτημένη εαρινή περιόδο.

Ο υπεύθυνος του βιβλιοφιλικού ενθέτου της «Εφ.Συν.» και οι συνεργάτες του σας ευχόμαστε Καλό Πάσχα και Χρόνια πολλά. Μ. ΦΑΪΣ

Η Ανάσταση της Χριστίνας

Του ΒΑΣΙΛΗ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗ

Ηταν ο τρίτος χρόνος διαμονής στον οίκο ευγηρίας «Ο Σωτήρ», αλλά θα ήταν η πρώτη φορά που θα περνούσε την ημέρα του Πάσχα εκεί μέσα, παρέα με τους βαριά κατάκοιτους και όσους δεν έχουν κανέναν στον κόσμο να τους πάρει έστω αυτή τη μέρα της μεγάλης γιορτής στο σπίτι και να τους επιστρέψει τη δεύτερη ή τρίτη μέρα του Πάσχα.

Από πολλές και διάφορες αιτίες αρκετοί ηλικιωμένοι περνούσαν αυτή την ημέρα εκεί μέσα κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον, χωρίς να τον βλέπουν· ή, μάλλον, κάτι πολύ βαρύτερο (αλλά ψυχολογικά συγχωρητέο) χωρίς να θέλουν να βλέπουν ο ένας τον άλλον γιατί ήταν σα να κοιτιόνταν οι ίδιοι σε καθρέφτη και έβλεπαν τον εαυτό τους.

Ηταν χρόνια χήρος και την απουσία της γυναίκας του την είχε καταπιεί στο υποσυνείδητό του, σαν να είχε πάει αυτή ένα μεγάλο ταξίδι στην Αυστραλία με καράβι εκείνου του παλιού καιρού να δει την άλλη κόρη και ξέμεινε εκεί λόγω θαλασσινής ναυτίας ή και να μην ήθελε να γυρίσει για να μην έχει τη γρίνια του, όπως του έλεγε όταν ήταν εν ζωή. Κάποτε όμως θα γυρίσει, θα καταλάβει ότι η γρίνια είναι πολύ καλύτερη από τη μοναξιά. Αυτός όμως πίστευε για τον εαυτό του ότι δεν ήταν γρινιάρης, ήταν ένας διαβασμένος άνθρωπος, κάπως τελειομανής, δεν άντεχε τα λάθη στα προφανή ζητήματα· και αυτό πάντα δημιουργεί τριβές με τους γύρω.

Αλλά και εκεί μέσα, στον Οίκο, δεν τον θεωρούσαν καθόλου εύκολο γέρο. Μάλιστα όταν η κόρη του τού το ξέκοψε ότι φέτος λόγω ανωτέρας βίας πρέπει να κάνει υπομονή μια-δυο μέρες, όπως και οι άλλοι, τότε η ιδιοτροπία του έφτασε στο κατακόρυφο, έγινε άρνηση κακότροπου παιδιού που δεν καλοπιάνεται ούτε με γλυκόλογα ούτε με παιχνίδια αν του χαλάσουν το χατήρι. Αυτόν μόνο η Βαλεντίνα μπορεί κάπως να τον κάνει κουμάντο, να τον ξυρίσει, να τον πλύνει, να τον ντύσει και να τον βγάλει μαζί με όλους τους άλλους στη μεγάλη σάλα όπου θα έρχονταν το μεσημέρι της Λαμπρής το Φιλανθρωπικό Σωματείο Γυναικών «Η Ελπίς».

Ομως, ούτε το υπερόπλο Βαλεντίνα από την Αυλώνα μπόρεσε να κάνει κάτι, παρότι τον κολάκευε ότι θα έρθουν και τα κορίτσια από δίπλα (εννοούσε τις γριές από τους διπλανούς θαλάμους) και θα τους κάψει την καρδιά έτσι που θα τον φτιάξει όμορφον και θα τον στολίσει! Ο γέρος δήλωσε ασθένεια, επικαλέστηκε πόνο μέσης και έτσι κανείς δεν μπορούσε να τον κουνήσει με το ζόρι.

Τέλος πάντων, ήρθε και η Ανάσταση, όπως έρχεται σε τέτοιους χώρους. Ηρθε και το μεσημέρι της Λαμπρής, δεν θέλησε να φάει μαγειρίτσα, είδε τους άλλους του θαλάμου να μετακινούνται προς τη σάλα –άλλοι με μαγκούρες, άλλοι με καροτσάκια σέρνοντας μαζί και τους ορούς, έμοιαζαν με ιστιοφόρα–, μετά ακούστηκαν εκρήξεις από γέλια, πειράγματα και ευχές καθώς κατέφθασε το Σωματείο και γινόταν μεγάλος σαματάς.

Ακούγονταν ήχοι από χάρτινες συσκευασίες δώρων που σκίζονταν με γεροντική βραδύτητα και οι γριές πιο εκδηλωτικές και φιλάρεσκες έδεναν τα κασκόλ στον λαιμό και φορούσαν τα σκουφιά και ρωτούσε η μια την άλλη πώς δείχνει.

Δεν στενοχωριόταν καθόλου που δεν ήταν μαζί τους· αντιθέτως, το απολάμβανε με κάποιον υπεροπτικό κυνισμό, ωσότου είδε μια κυρία –που κάτι του θύμιζε– να κοιτάζει από περιέργεια στην είσοδο του θαλάμου, να παρατηρεί, να φεύγει και να ξαναγυρίζει κατευθείαν προς αυτόν. Δεν φορούσε τα γυαλιά του και δεν ξεχώριζε καθαρά, αλλά μέσα στην ασάφεια της μυωπίας είδε ότι η γυναίκα που κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και ανατάραξε με τους γλουτούς της τον σομιέ ήταν μια καλοβαλμένη κυρία, με γλυκό πρόσωπο, έφερνε κάπως προς τη δική του γυναίκα όπως τη θυμόταν, εκεί γύρω στην ηλικία των τριάντα-σαράντα. Του γελούσε, του ευχόταν.

Δεν θέλησε να φορέσει τα γυαλιά της βαριάς μυωπίας, προτιμούσε το φλουτάρισμα της όρασης, που του έδινε την αίσθηση ενός θρησκευτικού οράματος με αχλύ αγιοσύνης. Η γυναίκα ακούμπησε σ' ένα κούφωμα της κουβέρτας δυο κόκκινα αυγά, κάτι του έλεγε και δεν την άκουγε, δεν είχε φορεμένα και τα ακουστικά της ελαφριάς βαρηκοΐας, ήταν και η φασαρία από τη σάλα.

Μετά εκείνη σηκώθηκε από το κρεβάτι, τον πλησίασε προς το κεφάλι, έσκυψε από πάνω του για να του τακτοποιήσει το μαξιλάρι και να τον ανασηκώσει λιγάκι, με τη ζόρικη κίνηση που έκανε της άνοιξε αρκετά το μπούστο του πουκαμίσου της και φάνηκε το μαύρο σουτιέν και η κοιλιά μέχρι τον αφαλό.

Ξεράθηκε ο λάρυγγάς του με αυτό το απρόοπτο δώρο της αίσθησης, μετά εκείνη του έχωσε στη χούφτα το ένα αυγό και το στερέωσε στα δάχτυλά του, που είχαν αδυνατισμένη αρπακτική ικανότητα. Μετά τσούγκρισαν τα αυγά, εκείνη έλεγε «Χριστός ανέστη», αυτός ήταν χαμένος σε παραισθήσεις, δεν κατάλαβε τίνος αυγό έσπασε, την τραβούσε με το αριστερό χέρι πιο κοντά του, φαίνονταν ότι κάτι θέλει να της πει και το τραύλιζε, εκείνη πλησίασε το κεφάλι της στο δικό του φέρνοντας το αυτί στο στόμα του για να τον ακούσει, τον σκέπασαν τα αρωματισμένα μαλλιά της στο πρόσωπο, της σάλιωσε τον λοβό του αυτιού. Αν κάποιος έμπαινε εκείνη τη στιγμή, σίγουρα θα υποπτευόταν αυτήν την όμορφη, αξιοπρεπή γυναίκα για διαστροφή γεροντολαγνείας.

Η γυναίκα επέμενε να ακούσει τι ακριβώς θέλει να της πει ο υπέργηρος. Μετά σήκωσε το κεφάλι με ικανοποίηση, τον κοίταξε τρυφερά στα μάτια μειδιώντας «Χριστίνα, βρε, την έλεγαν τη γυναίκα σου. Εεε!». Εκείνος κούνησε το κεφάλι επιβεβαιωτικά και κάτι ψέλλισε, όμως το γκρίζο πρόσωπό του είχε φωτιστεί από ευτυχία σαν το σκονισμένο αμπαζούρ. Εκείνη τον χάιδεψε στο μέτωπο και έφυγε προφέροντας και πάλι τον πασχαλιάτικο χαιρετισμό «Χριστός ανέστη, παππού» κι εκείνος, ο άθεος, μουρμούρισε «Αληθώς ο Κύριος».


Τελευταίο βιβλίο του Β. Γκουρογιάννη είναι το μυθιστόρημα «Αναψηλάφηση» (Μεταίχμιο, 2019)

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Αμνός

Της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ

Ηταν ο πρώτος άντρας που με κράτησε στην αγκαλιά του και ο μόνος που μου ζήτησε ποτέ να τον βοηθήσω να περάσει στη σούβλα το αρνί.

Είχα κολακευτεί, γιατί ήταν αντρική δουλειά. Ντράπηκα να κάνω πίσω όταν το είδα κρεμασμένο από γάντζο στο υπόγειο – ήταν Απρίλης, με βροχή. Σίγουρα θα το είχε βάλει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου για να το φέρει απ’ το κρεοπωλείο. Για να το μεταφέρει απ’ το αυτοκίνητο, θα το είχε πάρει αγκαλιά. Δεν ρώτησα για το αίμα, το σφαγείο, το ψυγείο. Του έδειξα δυο ευμεγέθη πραγματάκια που κρέμονταν από σάρκινα κορδόνια. «Τι είν’ αυτά;» Δεν το είπα για να τον σοκάρω. Το αρνί είχε σακατεμένα πόδια, διογκωμένο στήθος, μια άδεια τσέπη στη θέση της κοιλιάς, κεφάλι που κρεμόταν από μια πληγή. Για να μην αναφέρω το γυμνωμένο του χαμόγελο. Αν του είχε μείνει κάτι που δεν θύμιζε κουφάρι, ήταν αυτές οι δυο απολήξεις που στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας λέγονταν «αχαμνά». Η λέξη, υποπτευόμουν τώρα, συνδεόταν ετυμολογικά με τον αμνό.

Ο πατέρας μου γέλασε αμήχανα κάτω απ’ το μουστάκι του και τα είπε «αμελέτητα». Ηταν συνεσταλμένος άνθρωπος, όσο και τελειομανής. Γι’ αυτόν προείχε να περάσει ίσια η σούβλα και να ξαναβγεί απ’ το κεφάλι – μου έδειξε κάπου ανάμεσα στα μάτια. Κι έπρεπε εγώ να του κρατάω πάνω στο τραπέζι όρθιο το κεφάλι για να μπορέσει, χτυπώντας με τη σούβλα σαν με πολιορκητικό κριό, να τρυπήσει το κρανίο. Εκανα ό,τι μου είπε, κι ας φοβόμουν πως η σούβλα θα του ξέφευγε. Θα περνούσε απ’ τα δικά μου χέρια, ανοίγοντας τις τρύπες που είχαν κάνει τα καρφιά στα χέρια του Ιησού.

Εννοείται, όλα έληξαν αναίμακτα. Τη μέρα της Λαμπρής τον θυμάμαι να παλεύει αγχωμένος με τα κάρβουνα, κρατώντας σε απόσταση τους καλεσμένους που ήθελαν να τον βοηθήσουν.

«Εκεί δεν ψήνουν;» με ρώτησε δειλά μετά από χρόνια. Βρισκόμουν σε σπίτι φίλων στην Ιερουσαλήμ. Εκείνος θα έτρωγε στης αδερφής του, που έβαζε κρέας στον φούρνο.

Το γράφουν και τα ευαγγέλια. Πλησίαζε η γιορτή των Αζύμων, κι ο Ιησούς ζήτησε να του βρουν ένα σπίτι για να κάνει Πάσχα με τους μαθητές του. Πάσχα απ’ το Πέσαχ, που σημαίνει πέρασμα. Για τον άγγελο με το σπαθί, που προσπέρασε όσους είχαν σημαδέψει με το αίμα του αρσενικού αρνιού το ανώφλιο και τις παραστάδες της πόρτας τους. Και για όλους όσοι έχουν περάσει μια θάλασσα. Για το πέρασμα του χρόνου. Και της μαμάς μου.

«Εδώ γιορτάζουν την έξοδο», του απάντησα αυθόρμητα. «Απ’ τη σκλαβιά στην ελευθερία». Ηχησε κάπως. Σαν να μιλούσα έμμεσα για τη δική μου έξοδο από το πατρικό. «Ουσιαστικά τελούν τον Μυστικό Δείπνο», διόρθωσα βιαστικά, χωρίς να νιώσω τον κίνδυνο.

«Τι λένε εκεί για τον Ιούδα;» μου πέταξε μ’ ένα γελάκι. Στράβωσα. «Eννοείς πως είναι προδοσία που σε άφησα να κάνεις Πάσχα μόνος σου;» «Καθόλου», μου τα μάσησε. Καλά θα περνούσε στη θεία. Αλλά από περιέργεια: στον μυστικό δείπνο, δεν ήταν ο Ιούδας ο πρωταγωνιστής;

Ο μόνος απ’ τους δεκατρείς τους που πέρασε στην ιστορία ως Εβραίος. «Και οι άλλοι Εβραίοι ήταν», προσπάθησα κάποτε να πείσω τη μάνα μου. «Τον Ιησού τον φώναζαν ραβίνο κι η Παναγία δεν βαφτίστηκε ποτέ χριστιανή». Πολύ αμφιβάλλω πως πρόδωσε για τριάντα αργύρια. Δεν έγραψε αυτός την ιστορία. «Είς εξ υμών θέλει με παραδώσει». Και στα Απόκρυφα: «Εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που ενδύθηκα». Για να εκπληρωθούν οι γραφές, κάποιος απ’ όλους έπρεπε να φορτωθεί το στίγμα του προδότη. Ηταν κι ο Ιούδας, με τον τρόπο του, ο Αμνός.

Είχα κι εγώ προδώσει – προσδοκίες. «Νομίζεις ο πατέρας σου δεν ήθελε έναν γιο;» μου είχε πει κάποια φορά η θεία. («Ποιος σ’ το είπε αυτό;» το διέψευσε ο ίδιος με θυμό.) Αλλά κυρίως, τον πρόδωσα με το να φύγω – για να ζήσω αλλού. (Ακούω πάντα τη φωνή του εκνευρισμένη: «Ποιος τα λέει αυτά;») Μόνο στα παραμύθια, όμως, ο βασιλέας-πατέρας δίνει την ευχή του και τρία ζευγάρια σιδερένια παπούτσια στον γιο του που πάει να δοκιμαστεί.

Κάποιοι υπαινίχθηκαν ότι κι εκείνος πρόδωσε όταν ξαναπαντρεύτηκε. Τον ένοιαζε τι έλεγαν γι’ αυτόν. Ο καθένας σηκώνει την αμαρτία του κόσμου, σκεφτόμουν ρίχνοντας μόνο μια κλεφτή ματιά στο πρόσωπό του, στην εκκλησία. Πιο άσπρο κι απ’ τα άσπρα άνθη που το στόλιζαν. Και πάλι Απρίλης. Με βροχή. Κι ο παπάς έλεγε τα δικά του. Περί κακίας και αρετής, περί ανάστασης νεκρών κι αθανασίας της ψυχής, σε κάτι ελληνικά τρισάθλια. Αν ο πατέρας μου τον άκουγε, θ’ άστραφτε και θα βρόνταγε.

Εκείνος δεν τα πίστευε αυτά. Πίστευε μόνο στην εαρινή ανάσταση της φύσης. Στα δέντρα, που ανθίζουν χωρίς να ξέρουν ότι γιορτάζουν μια στιγμή. Στη μνήμη, που ζωντανεύει και νεκρούς.

Τον θυμάμαι.


Τελευταίο βιβλίο της Δ. Κολλιάκου είναι το «Αλφαβητάρι Εντόμων» (Πατάκης, 2018)

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Τριάντα χρόνια πριν, τριάντα χρόνια μετά

Του ΑΚΗ ΠΑΠΑΝΤΩΝΗ

«Πόσα χρόνια είχες να έρθεις;» ρώτησε η γυναίκα με το χέρι αντήλιο.

Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα, λες και μετρούσε από μέσα του ένα ένα τα χρόνια: «Τριάντα χρόνια. Ακριβώς τριάντα».

Πρόφερε τον αριθμό χαμογελαστός, μα η φωνή του είχε το βάρος πολύχρονης λύπης.

«Το σπίτι ήταν κάπου εκεί, μετά τη γωνία», συνέχισε, βοήθησε το ένα πόδι του να διπλώσει επάνω στο άλλο και ίσιωσε τα μαύρα γυαλιά του.

Η γυναίκα κοιτούσε μια εκείνον, μια τον ορίζοντα. Μιλούσαν αγγλικά, οι προφορές τους όμως μαρτυρούσαν πως δεν ήταν κανενός η μητρική γλώσσα· δεν ήταν η γλώσσα στην οποία σκέφτονται ή στην οποία παραμιλούν στον ύπνο τους. Ο ήλιος ήταν ψηλά, δυνατός – τέλη Απρίλη και το πάρκο γεμάτο γονείς με κοντομάνικα και μικρά παιδιά πασαλειμμένα αντηλιακό.

«Χαίρομαι πολύ που είσαι εδώ», είπε η γυναίκα χωρίς να τραβήξει στιγμή το βλέμμα της από τον ορίζοντα.

Ο άντρας γέλασε, κοιτώντας κι εκείνος ευθεία μπροστά: «Μου έλειψε. Και η πόλη και εμείς. Τίποτα δεν άλλαξε».

Η γυναίκα τού έπιασε στιγμιαία το χέρι.

Ο άντρας συνέχισε: «Τότε έφερνα συχνά τους μικρούς εδώ. Ή ίσως στο άλλο πάρκο, το μικρότερο… δεν θυμάμαι».

«Δεν πειράζει», είπε η γυναίκα, μα εκείνος συνέχισε: «Και είχα και τότε αυτή την αίσθηση πως εδώ κάτι σε καλεί να είσαι πού και πού ράθυμος».

Η γυναίκα συγκατένευσε κι ανακάθισε στο παγκάκι με δυσκολία.

«Ποτέ μου όμως δεν το θεώρησα δεδομένο αυτό. Αυτό το δικαίωμα στη ραθυμία· το να κάθεσαι στον ήλιο και απλώς να κοιτάζεις τον ορίζοντα και τα μικρά να παίζουν στα πόδια σου», είπε ο άντρας.

«Κοίτα αυτόν τον πατέρα», είπε η γυναίκα λες κι ήθελε να αλλάξει γρήγορα κουβέντα, «πόσο βίαια σπρώχνει την κούνια».

«Κι εγώ έτσι δεν έκανα; Ετσι έκανα, να λέμε αλήθεια», είπε χαμογελαστά ο άντρας.

«Είναι επικίνδυνο, θα έπρεπε να του κάνω παρατήρηση. Κοίτα πώς τραντάζεται ο λαιμός της μικρής», επέμεινε η γυναίκα και η φόρμα της στραφτάλιζε στο έντονο φως.

«Οι άντρες –γονιδιακά, θα έλεγε κανείς, ε;– έλκονται από τον κίνδυνο», είπε ο άντρας χαμογελώντας ακόμα.

«Είναι επικίνδυνο. Ολα έχουν τον χρόνο και τον χώρο τους», απάντησε η γυναίκα με ύφος που διαρκώς σκοτείνιαζε.

«Ολα έχουν τον χρόνο και τον χώρο τους, Ντίνα», είπε εκείνος πιο σοβαρά τώρα και αναζήτησε το χέρι της.

Την άγγιξε και το ύφος της γλύκανε, μα εκείνη απέσυρε το χέρι της προσεκτικά, λες κι ήταν γυάλινο και κινδύνευε με το παραμικρό να γίνει θρύψαλα.

«Δες, τώρα σπρώχνει την κούνια η μητέρα. Ας κάνουμε το πείραμα», την προέτρεψε ο άντρας.

Γύρισαν λίγο κι οι δυο τους προς τη μεριά που ήταν οι κούνιες, και στα σώματά τους, κάτω από τις φαρδιές φόρμες, διαγραφόταν σαφώς το πώς τα είχε οργώσει ο χρόνος που μεσολάβησε από την τελευταία τους συνάντηση.

«Σπρώχνει, αλλά κοιτάζει μόνο το τηλέφωνό της», επισήμανε ο άντρας, μα η γυναίκα δεν αποκρίθηκε.

Εμειναν εκεί σιωπηλοί για ώρα: εκείνος πίσω από τα σκούρα γυαλιά του και με το δεξί χέρι μόνιμα χαμηλά στην πλάτη της· εκείνη με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και τα μάτια μισόκλειστα, έτσι που να μην μπορεί να πει κανείς αν ονειρευόταν ή αν την ενοχλούσε το φως. Μπροστά τους παρήλαυναν παιδιά με μεγάλα παιχνίδια στα χέρια, γονείς που έσερναν μικρά ποδήλατα ή πατίνια, σκυλιά με τη γλώσσα να κρέμεται έξω από το στόμα.

«Θα άλλαζες κάτι σε αυτά τα τριάντα χρόνια;» ρώτησε τελικά η γυναίκα γυρνώντας με κόπο προς το μέρος του.

Εκείνος ανασηκώθηκε και αναστέναξε θεατρικά: «Εκανα πολλά λάθη, όχι μόνο αυτά τα τριάντα χρόνια, Ντίνα. Εχω όμως υπάρξει τυχερός, δεν νομίζεις κι εσύ; Τυχερός γιατί τα όποια λάθη τα έκανα με όλη μου την καρδιά».

Στο πρόσωπο της γυναίκας στριμώχτηκαν εκείνη τη στιγμή οι εκφράσεις της έκπληξης, της χαράς, της αβεβαιότητας για το αν θα έπρεπε να φωνάξει από ευτυχία ή από εκνευρισμό.

«Και συχνά με κακή κρίση», πρόσθεσε τελικά, κι ο άντρας ξέσπασε σε τέτοια γέλια που τον έπιασε βήχας.

Η γυναίκα τον χτύπησε στην πλάτη με την ανησυχία νεαρής μητέρας κι εκείνος της έκανε νόημα πως είναι όλα ΟΚ.

«Φυσικά με κακή κρίση, Ντίνα», της είπε με το πλατύτερο χαμόγελό του και πλησίασε λες κι ήθελε να τη φιλήσει.

«Ξέρεις τι έχει επηρεάσει την κρίση σου τώρα, Καρλ;» ρώτησε αυστηρά η γυναίκα. «Η ιδέα του ψητού αρνιού που μας περιμένει στο σπίτι».

«Κι εκείνων των πολύχρωμων αβγών που έβαφες το Πάσχα», συμπλήρωσε ο άντρας. «Θα κάνουμε αυτό που τα τσουγκρίζουμε;» τη ρώτησε αρπάζοντάς της το χέρι.

Κι εκείνη, χωρίς να αντισταθεί, απάντησε: «Τριάντα χρόνια πέρασαν, Καρλ, θα κάνουμε όσα επιτρέπει η κακή κρίση και των δυο μας. Πάμε». Και καθώς ο άντρας τη βοηθούσε να σηκωθεί, εκείνη έκανε βιαστικά τον σταυρό της.


Τελευταίο βιβλίο του Α. Παπαντώνη είναι το μυθιστόρημα «Ρηχό νερό, σκιές» (Κίχλη, 2019)

ΜΙΣΕΛ ΦΑΪΣ

Επιστροφή στην παράδοση

Του ΦΑΙΔΩΝΑ ΤΑΜΒΑΚΑΚΗ

Ξεκινάμε

ΠΕΡΝΑΜΕ ΤΗ ΣΟΥΒΛΑ ΑΠΟ ΤΟ ΟΡΘΟ ΚΑΙ ΔΙΑΠΕΡΝΑΜΕ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ

Κοιτάνε χωρίς σχόλια το βίντεο. Κοιτάνε και το σφάγιο που γυροφέρνει στο πάτωμα. Ομως δεν είναι ακόμα σφαχτό.

-Νομίζω δεν κάνει να είναι ζωντανό.

-Ορθώς. Πρέπει πρώτα να νεκρωθεί.

-Ορθώς. Αλλιώς θα κάνει πολύ θόρυβο.

-Να το ζυγίσουμε.

Το αρπάζει από τον σβέρκο και το σηκώνει λίγους πόντους από το πάτωμα.

-Βάρος 13 κιλά.

-Οσο πρέπει.

-1.200 βολτ φτάνουν.

-Καλύτερα 1.400 βολτ για ταχύτητα.

Ακολουθούνται οι οδηγίες και η σούβλα τοποθετείται από το ορθό μέσα, σπάει το κρανίο και ξεπροβάλει αναβλύζοντας αίματα και σάρκες.

Ξαναπαίζουν το βίντεο.

-Επρεπε να βγάλουμε τα εντόσθια.

-Ορθώς. Εχουν διαφορετική θερμοκρασία καύσης. Θα ψηθούν ανόμοια.

Με λεπίδα κάνει τομή στην κοιλιά, κρέμονται τα εντόσθια. Τα αποκόβει με λέιζερ και σκορπίζονται στο πάτωμα.

-Ποιος θα τα πάρει;

-Κατανάλωσα πολλή ενέργεια με τη νέκρωση.

-Εάν τα μαζέψεις όλα θα επαναφορτίσεις περίπου 27,75 μεγατζάουλ. Οσα κατανάλωσες.

Ρουφάει, με τη φυσούνα, τα εντόσθια σαν ηλεκτρική σκούπα και στραγγίζει τα αίματα.

-Πρώτα η φωτιά;

Ξαναπαίζουν το βίντεο, δεν δίνει τέτοια πληροφορία.

-Ενας να βάλει τη φωτιά. Συνεχίζουμε το σούβλισμα.

ΠΕΡΝΑΜΕ ΤΟ ΕΝΑ ΠΟΔΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΑΛΛΟ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΝΟΥΜΕ ΣΦΙΧΤΑ.

Το κάνουν. Ενας ασχολείται με τη φωτιά.

-Χρειάζονται κάρβουνα.

Ανοίγει το βίντεο για τα κάρβουνα.

Βρίσκει βαρέλια, κάνει τρύπες στο ένα, στο άλλο κόβει τον πάτο. Γεμίζει το πρώτο με σπασμένα ξύλα από ένα κομοδίνο, ένα κρεβατάκι μωρού, ένα πάρκο, ένα κουνιστό αλογάκι. Τα ανάβει και στη συνέχεια βάζει το δεύτερο βαρέλι από πάνω.

-Θέλει δυόμισι ώρες.

-Εάν βάλεις πιο δυνατή φωτιά;

-Θα γίνει στάχτη που δεν είναι κάρβουνο.

-Ορθώς.

ΒΑΖΟΥΜΕ ΤΟ ΔΙΧΑΛΟ ΣΤΑ ΜΠΟΥΤΙΑ.

Το σφαχτό είναι μαλακό, αλλά έχει ακόμη αίμα.

ΔΕΝΟΥΜΕ ΤΗ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗ ΣΤΗΛΗ ΣΦΙΧΤΑ ΣΤΗ ΣΟΥΒΛΑ.

Τη δένουν σφιχτά με σφιχτηράκια.

ΔΕΝΟΥΜΕ ΤΗ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗ ΣΤΗΛΗ ΣΕ ΤΡΙΑ ΣΗΜΕΙΑ ΩΣΤΕ ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΜΠΟΥΡΙΑΣΕΙ.

Ελέγχουν. Μετράνε τις αποστάσεις και την καμπυλότητα της ράχης.

ΔΕΝΟΥΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΛΑΙΜΟ.

Τα δένουν με σύρμα, όχι πολύ σφιχτά, ώστε να μην τρυπήσει η σάρκα.

ΒΑΖΟΥΜΕ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΑΛΑΤΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΧΟΥΦΤΑ ΜΑΥΡΟ ΠΙΠΕΡΙ.

Το κάνουν.

ΡΑΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΛΙΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΕΤΟΙΜΟ ΓΙΑ ΤΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑ.

Το σηκώνουν και πράγματι στέκεται σταθερό στη σούβλα. Ξαναπαίζουν το βίντεο για σιγουριά. Μοιάζει τέλειο.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΤΟΝ ΣΠΥΡΟ ΖΕΡΒΑ.

«Ευχαριστούμε Σπύρο Ζέρβα», λένε όλοι σε χορό.

-Θα περιμένουμε τα κάρβουνα.

-Τι κάνουν όταν περιμένουν;

Μελετούν κάμποσα βίντεο.

-Φαίνεται ότι ακούν κλαρίνα και πίνουν κρασί.

-Ας βάλουμε κλαρίνα.

-Δεν υπάρχει πουθενά κρασί.

Βάζουν βίντεο σχετικά με την παρασκευή κρασιού.

-Θέλει πολύ χρόνο. Θα έχει τελειώσει το ψήσιμο μέχρι να φτιάξουμε κρασί.

-Βρήκα ένα βίντεο που κάνει το νερό κρασί.

Βάζουν το βίντεο

1:4 σταγόνες 1% φαινολοφθαλεΐνη

2:10 σταγόνες 0,1 γραμμομόριο υδροξείδιο του νατρίου.

-Είναι για κάθε ποτήρι. Ας φτιάξουμε έξι ποτήρια.

-Δεν είναι τοξικό, αλλά δεν παρέχει ενέργεια.

-Ας τα τσουγκρίσουμε όπως έκαναν κι ας το χύσουμε.

Το παρασκευάζουν.

-Υγεία πάνω από όλα.

-Υγεία πάνω από όλα.

Τα κλαρίνα παίζουν: ΑΥΤΗ Η ΓΗΣ ΚΥΡΑ ΓΙΩΡΓΑΙΝΑ. ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΤΕ ΑΝΑΛΛΑΓΑ. ΔΥΟ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΕΣ ΛΥΓΕΡΕΣ. ΕΧΕ ΓΕΙΑ ΚΑΗΜΕΝΕ ΚΟΣΜΕ. ΣΤΟΝ ΑΔΗ ΚΑΤΕΒΑΙΝΩ.

-Δεν μοιάζουν τραγούδια γιορτής.

-Συμβολίζουν την Ανάσταση του Θεού τους, που βασίζεται σε παγανιστική γιορτή της Ανοιξης.

Τα κάρβουνα είναι έτοιμα. Η σούβλα μπαίνει στη φωτιά, ένας αναλαμβάνει να τη γυρίζει αργά στην αρχή, γρηγορότερα όσο περνάει η ώρα. Καθώς το πετσί αλλάζει χρώμα, πρώτα κόκκινο, ύστερα σκουραίνει προς το καφέ και τέλος γίνεται μαύρο, το αλείφουν με λάδι και λεμόνι. Τα μικρά δοντάκια ξεχωρίζουν όσο στεγνώνουν τα χείλη, τα μάτια βγαίνουν έξω από τις κόγχες, οι τριχίτσες τσουρουφλίζονται, τα γεννητικά όργανα κρέμονται σαν κουδουνίστρες.

Σε τρεις ώρες είναι έτοιμο. Το ακουμπάνε σε ένα τραπέζι. Το βγάζουν από τη σούβλα, τραβάει ο καθένας από ένα κομμάτι. Είναι τρυφερό και κόβεται εύκολα. Το καταναλώνουν με τα κόκαλα. Δεν έχουν να σχολιάσουν εάν πέτυχε, δεν έχουν ξαναδοκιμάσει.

Μαζεύουν τη σούβλα, ρουφάνε με τη φυσούνα τα κάρβουνα, βάζουν τα ποτήρια στη θέση τους, το δωμάτιο ξαναγίνεται όπως πριν.

-Πολλή φασαρία για την ίδια ενέργεια που παίρνεις πολύ πιο εύκολα, με συμβατικό τρόπο.

-Και μεγάλη κατανάλωση ενέργειας για να το παρασκευάσεις και να συμμαζέψεις.

-Δεν κατανοώ τη λογική. Τι τους δίνει τέτοια χαρά.

-Ισως πρέπει να το ξανακάνουμε.

-Μπορεί να χρειάζεται κανονικό κρασί.

-Τα κλαρίνα πάντως δεν με έκαναν πιο χαρούμενο.

-Ισως υπάρχει κάτι στις ευχές. Κάποιο κρυπτογραφημένο σύνθημα ανυποταγής.

-Την επόμενη φορά πρέπει να φέρουμε ανθρώπους για εγκεφαλοσκόπηση. Να δούμε τι τους ερεθίζει και γελούν ευχαριστημένοι.

-Ορθώς.

Αποχωρούν με τα ροδάκια τους να κάνουν επιδέξιες μανούβρες. Ενα κάνει μια τούμπα στον αέρα.

-Μου φαίνεται ότι εσύ ήρθες στο κέφι.

Μια γυναίκα μπαίνει στο δωμάτιο. Κοιτάει γύρω.

-Θανασάκη; Πού είσαι μωρό μου; Πού είναι το κρεβατάκι σου;... Μωρό μου;


Τελευταίο βιβλίο του Φ. Ταμβακάκη είναι το βιβλίο «Η έβδομη ιστορία. Το μυστικό της Σεσάτ» (Εστία, 2019).

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Μια διαρκής, έντονη σχέση
Ο κριτικός και πεζογραφικός λόγος έχουν μακρά παράδοση συνομιλίας, δημιουργικής, συμβατικής ή τεταμένης, αλλά και ανταλλαγής αφηγηματικών, θεωρητικών, πολιτικών, πολιτισμικών, ακόμη και ψυχικών φορτίων, που...
Μια διαρκής, έντονη σχέση
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Ο έρωτας, ο παντοτινός απών σύντροφός μας
Καλή και λειτουργική μετάφραση του δοκιμίου Eros, the Bittersweet: An Essay (1986) της Αν Κάρσον (γεννήθηκε το 1950), καταξιωμένης Αμερικανίδας κλασικής φιλολόγου, ποιήτριας και μεταφράστριας της...
Ο έρωτας, ο παντοτινός απών σύντροφός μας
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Φθινοπωρινό πεζογραφικό ψηφιδωτό
Ολοκληρώνεται το αφιέρωμα με τους υπόλοιπους 14 συγγραφείς που σταχυολογήσαμε από την επικείμενη πεζογραφική εκδοτική παραγωγή, στην προσπάθειά μας να συγκροτήσουμε έναν μικρό αναγνωστικό οδηγό (αναμφίβολα...
Φθινοπωρινό πεζογραφικό ψηφιδωτό
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Φθινοπωρινό πεζογραφικό ψηφιδωτό
Επιλέγοντας συνολικά είκοσι οκτώ τίτλους από την επικείμενη πεζογραφική εκδοτική παραγωγή (αναμφίβολα υπάρχουν κι άλλοι αξιοσύστατοι), φιλοδοξούμε να συγκροτήσουμε ένα ψηφιδωτό από μυθιστορήματα, νουβέλες,...
Φθινοπωρινό πεζογραφικό ψηφιδωτό
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Το μεγαλείο της συντριβής
Μεταξύ των κορυφαίων της αμερικανικής ποίησης, δηλαδή των Elisabeth Bishop, Emily Dickinson, T.S. Eliot, Allen Ginsberg, Wallace Stevens, Walt Whitman, William Carlos Williams, κ.ά., οι εκδόσεις «Library of...
Το μεγαλείο της συντριβής
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Τεχνητή νοημοσύνη και λογοτεχνία 
Η Τεχνητή Νοημοσύνη, θεμελιωμένη τυπικά το 1956, είναι σήμερα ένα από τα πιο γρήγορα εξελισσόμενα πεδία της πληροφορικής. Διαθέτει ήδη μακρά ιστορία και πολλά επιτεύγματα, προγόνους και προϊστορία, και έχει...
Τεχνητή νοημοσύνη και λογοτεχνία 

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας