Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Κλειστοφοβική αίσθηση

Κλειστοφοβική αίσθηση

  • A-
  • A+

Τη Χάνα Κεντ από την Αδελαΐδα της Αυστραλίας τη γνωρίσαμε με το «Εθιμα Ταφής», 2014, το πρώτο της μυθιστόρημα που απέσπασε πολλές διακρίσεις και εντυπωσίασε τόσο με τη γραφή όσο και με την ικανότητα της νεαρής συγγραφέως να διεισδύει σε χαρακτήρες και να καταπιάνεται με θέματα που αφορούν μικρές κοινότητες, απομακρυσμένες, τόσο τοπικά όσο και χρονικά.

Τρία χρόνια αργότερα επιστρέφει με καινούργιο μυθιστόρημα, πιο επεξεργασμένο σε ύφος και τεχνικές, αποφασισμένη, καθώς φαίνεται, να «βουτήξει στα βαθιά», με ένα θέμα ταμπού, αυτό της μαγείας ως θεραπείας αλλά και ως όπλου ενάντια στην κακοδαιμονία -αποδίδοντας με λεπτομέρειες τις πρακτικές που εφάρμοζαν σε μικρές κοινότητες στην Ιρλανδία του 19ου αιώνα- για να την ξορκίσουν.

Επίσης, μέσα από τον χαρακτήρα της Νας, μιας περιπλανώμενης που γνωρίζει τα βότανα και «συνομιλεί» με τους «Καλούς» -τα πνεύματα και τα ξωτικά-, αποδίδεται και ο ρόλος της «γιάτρισσας», μιας γυναικείας φιγούρας, γνώριμης και στη δική μας επαρχία. Ανασηκώνοντας το πέπλο που καλύπτει τις πρακτικές της, η Κεντ αναζητά τις αιτίες που καθιστούσαν την ύπαρξη της Νας περιζήτητη, χωρίς να κρίνει, ούτε να επιδίδεται σε αβασάνιστους αφορισμούς κατά του σκοταδισμού και των προκαταλήψεων.

Στο «Εθιμα ταφής» η Κέρι περιγράφει την ιστορία της τελευταίας γυναίκας που εκτελέστηκε στην Ισλανδία και βασίζεται σε αληθινή ιστορία, όπως και «Οι Καλοί», ενώ τώρα μεταφέρεται στην Κομητεία Κέρι της Ιρλανδίας το 1825.

Οι περιγραφές του τόπου και του τρόπου που βιοπορίζονται οι κάτοικοι αποδίδονται με ζοφερά χρώματα: λάσπη, γεύση της πατάτας, τύρφη, υγρασία, μουσκεμένα ρούχα, μπόχα και δυσοσμίες από τα κόπρανα των ζώων, αλλά και ο μόχθος που καταβάλλεται για να βγει η μέρα.

Στο χωριό υπάρχουν σημεία, δίστρατα και τρίστρατα, πηγάδια και έλη, ποτάμια και βουνά, φορτισμένα με θρύλους καθώς εκεί, σύμφωνα με τις παραδόσεις του τόπου, μένουν νεράιδες και ξωτικά, «Οι Καλοί», κατ’ ευφημισμό, μπορεί να σου πάρουν την ψυχή, να σε αλλάξουν, ακόμα και να σου κλέψουν την ανάσα.

Η ιστορία αρχίζει όταν ο Μάρτιν, σύζυγος της Νόρας, μιας εργατικής και τίμιας γυναίκας, πέφτει νεκρός, χωρίς συγκεκριμένο λόγο, στο σταυροδρόμι όπου θάβουν τους αυτόχειρες.

Η αγρύπνια που ακολουθεί παρέχει μια εισαγωγή στην εποχή και στους χαρακτήρες. Βρισκόμαστε σε έναν κόσμο με λασπωμένες καλύβες που πλημμυρίζουν όταν βρέχει, οι κάτοικοι επιβιώνουν με πατάτες, καπνό και «ποτίν» (αλκοόλ) και παρηγορούνται με το κυριακάτικο κήρυγμα.

Η Νας, η γιάτρισσα, καταφθάνει στην αγρύπνια να προσφέρει τις υπηρεσίες της -τα μοιρολόγια της- προικισμένη με τη «γνώση», όχι μόνο των βοτάνων που παρέχονται εν αφθονία στην ύπαιθρο (κάθε κεφάλαιο έχει ως τίτλο ένα συγκεκριμένο βότανο), αλλά γνωρίζει τις συνήθειες, τα καπρίτσια και τα «στέκια» των Καλών.

Μετά τον θάνατο του Μάρτιν, η Νόρα μένει μόνη, να φροντίσει τον εγγονό της, ένα ανήμπορο παιδί που της άφησε η κόρη της που πέθανε ξαφνικά και που η γιαγιά του το κρύβει από τα μάτια του κόσμου, επειδή δεν μιλάει ούτε περπατάει.

Το γεγονός πως δεν γεννήθηκε έτσι, την κάνει να πιστεύει πως τα κακά πνεύματα της τον πήραν και άφησαν αυτό το άχαρο πλάσμα στη θέση του.

Ο θάνατος του Μάρτιν είναι το πρώτο από μια σειρά από κακοδαιμονίες που πλήττουν το χωριό. Η καταστροφή της καλλιέργειας, ένα θνησιγενές παιδί, οι αγελάδες δεν έχουν γάλα, μια γυναίκα παίρνει φωτιά, κάνουν τους κατοίκους να πιστεύουν πως αυτά τα γεγονότα δεν είναι τυχαία και πως κάποια κατάρα τούς κυνηγάει ή πως είναι μια προειδοποίηση για κάτι χειρότερο που πρόκειται να τους βρει.

Καθώς ξετυλίγεται η ιστορία, όλοι στρέφουν το δάχτυλο στον ανήμπορο εγγονό της Νόρας, που αυτή τον κρύβει από τα βλέμματα του κόσμου και που ούτε ο γιατρός ούτε ο παπάς μπορούν να προσφέρουν μια διάγνωση, μια εξήγηση, μια ελπίδα ή έστω ένα γιατρικό, και τότε η απελπισμένη Νόρα στρέφεται στη Νανς για βοήθεια καθώς και σε μια ξένη, τη μικρή Μέρι.

Η Μέρι Κλίφορντ είναι η νεαρή υπηρέτρια που έρχεται να φροντίσει τον Μιχόλ, και που διατηρεί την πιο ψύχραιμη και, εν τέλει, λογική στάση απέναντι στον γενικευμένο παραλογισμό.

Η Κεντ δεν σχολιάζει τις πεποιθήσεις των χαρακτήρων της όσο παράλογες κι αν φαίνονται στον σύγχρονο αναγνώστη· παρουσιάζει, απλώς, τις προσπάθειες των τριών γυναικών να «λύσουν» το πρόβλημα, αντιμέτωπες με τη σκληρότητα, την αδιαφορία και την επιθετικότητα.

Υπάρχει μια κλειστοφοβική αίσθηση στο μυθιστόρημα. Οι χαρακτήρες είναι παγιδευμένοι από τη γεωγραφία, την άγνοια και τη φτώχεια.

Ομως, η προικισμένη συγγραφέας δεν τους υποτιμά, ακόμα και όταν αυτοί οδηγούνται σε ακραίες πράξεις απελπισίας, ενώ στέκεται ιδιαίτερα στην κουλτούρα της ενοχής και την υπόγεια μοχθηρία, πίσω από τα χρηστά τους ήθη.

Η μετάφραση της Μαρίας Αγγελίδου αποδίδει την ατμόσφαιρα και την ποίηση του κειμένου με ιδιαίτερη μαεστρία.

Hannah Kent, «Οι Καλοί»

Μυθιστόρημα | Μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου

Ικαρος, 2017, Σελ. 488

Γιώργος Σταματόπουλος
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
«Ο χορός και ο εμφύλιος», η χαρά που νικάει τον πόλεμο
«Ο χορός και ο εμφύλιος» είναι το νέο βιβλίο του καλού συναδέλφου, δημοσιογράφου της «Εφ.Συν.», που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ερμα. Ενα...
«Ο χορός και ο εμφύλιος», η χαρά που νικάει τον πόλεμο
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Πέρα από το ανθρώπινο
Η Κλαρίσε Λισπέκτορ γεννήθηκε το 1920 στο Τσετσέλνικ της Ουκρανίας. Θεωρείται κορυφαία συγγραφέας και κύρια εκπρόσωπος του μοντερνισμού (ή...
Πέρα από το ανθρώπινο
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Στα λευκά κελιά του τσάρου
Η Βέρα Φίγκνερ, μια γυναίκα που επιθυμούσε διακαώς να «λυτρώσει τον ρώσικο λαό εξαλείφοντας το απολυταρχικό καθεστώς», όπως υποστήριξε στην απολογία...
Στα λευκά κελιά του τσάρου