Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ο Τ.Κ. Παπατσώνης και η κριτική της νεοελληνικής λογοτεχνίας

Γιώργος Σεφέρης

Ο Τ.Κ. Παπατσώνης και η κριτική της νεοελληνικής λογοτεχνίας

  • A-
  • A+

Η επισήμανση μελετητών και κριτικών ότι ο Τάκης Παπατσώνης δεν έδωσε (την προσδοκώμενη ίσως;) κριτική προσοχή στα νεοελληνικά γράμματα, ενώ, αντιθέτως, επέμεινε, με την ευχέρεια που του παρείχε η ευρυμάθειά του αλλά και η άριστη γλωσσομάθειά του (πολύγλωσση αυτή), στη δοκιμιακή του ασχολία, με κορυφαίες στιγμές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, είναι εν μέρει ορθή, εν μέρει παραπλανητική.

Για τον έλεγχο της ορθότητάς της αρκεί να λάβει κανείς υπόψη του τα δοκίμιά του για τον Δάντη και τον Χέλντερλιν, τον Κλωντέλ και τον Βαλερύ, τον Έλιοτ και τον Πόε, τον Άγιο Ιωάννη του Σταυρού, τον Βάλλιε-Ινκλάν και τον Χιμένεθ (σημαντικό μέρος τους θησαυρίστηκε στον συγκεντρωτικό, εξαντλημένο από καιρό, δίτομο Τετραπέρατο κόσμο [εκδ. Ίκαρος]).

Αλλά και το υπόλοιπο κριτικό του έργο και η αρθρογραφία του, όσα δημοσιευμένα κείμενά του δεν συμπεριλήφθηκαν στους τόμους αυτούς, είναι κείμενα με κρίσεις, γνώμες και σχόλια στερεωμένα στην ευρεία του γνώση των ευρωπαϊκών γραμμάτων, όπως υποδεικνύουν οι συχνές παραδειγματικές του αναφορές σε έργα και συγγραφείς των μεγάλων εθνικών λογοτεχνιών της Ευρώπης, Ιταλικής, Γαλλικής, Ισπανικής, Αγγλικής και Γερμανικής.

Την ίδια στιγμή, όμως, η παρατήρηση αυτή είναι εν μέρει παραπλανητική, επειδή αφήνει το περιθώριο να εννοηθεί πως ο ευρωπαϊκός ορίζοντας του δοκιμιογράφου Παπατσώνη απέκλειε την (όποια) κριτική ενασχόλησή του με την «εγγύς» νεοελληνική πραγματικότητα. Αναμφίβολα, όσο επίμονα το παράδειγμα αναφοράς του ανατρέχει στις κορυφές της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, τόσο η νεοελληνική περίπτωση παρακάθεται στη φτωχική θέση της περιφέρειας και αυτό μπορεί να δημιουργεί την εντύπωση της αριστοκρατικής αποστροφής προς κάθε νεοελληνικό και της προσήλωσης, με αγάπη και αμείωτο στον χρόνο θαυμασμό, στα μεγάλα έργα του ευρωπαϊκού πνεύματος. Η αριστοκρατική αυτή στάση μπορεί να ανταποκρίνεται ή να μην ανταποκρίνεται στην πρόθεση του Παπατσώνη αλλά είναι βέβαιο ότι εγγράφηκε στην πρόσληψη ορισμένων εκ των αναγνωστών του.

Αλλά ο ποιητής και δοκιμιογράφος παρακολουθεί τη νεοελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα και έχει αφήσει ουκ ολίγα τεκμήρια της κριτικής του θεώρησης για τα εθνικά συμφραζόμενα της ποιητικής του δημιουργίας και διαδρομής.

Θα μπορούσαμε, χωρίς να περιπλανηθούμε σε «σκολιές ατραπούς» (όπως θα έλεγε και ο ίδιος) μιας μάλλον ατέρμονης συζήτησης περί ειδών των κειμένων, να διαχωρίσουμε στην αρθρογραφία του Παπατσώνη, με κριτήρια το περιεχόμενο των κειμένων, τη λειτουργία που επιτελούν, το κοινό στο οποίο απευθύνονται και τους στόχους που υπηρετούν, μια πρώτη ομάδα μελέτης και δοκιμίου, όπου συσσωματώνονται εκείνα τα κείμενα που αφορούν κατά κανόνα θέματα και πρόσωπα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά, κυκλοφόρησαν σε ανάτυπα τη δεκαετία του 1960, και συμπεριλήφθηκαν, κατά κανόνα, σε αυτοτελείς συγκεντρωτικές εκδόσεις· σε μια δεύτερη ομάδα κειμένων, μπορούμε να διακρίνουμε τις βιβλιοκρισίες του, οι οποίες συντάχθηκαν υπό την τυπική ευθύνη και δηλωμένη ιδιότητα του κριτικού, στο πλαίσιο μιας αρκούντως τακτικής συνεργασίας με ένα έντυπο.

Η δραστηριότητα αυτή είναι εντοπισμένη σε συγκεκριμένα περιοδικά και εφημερίδες[1] και χρονικά περιορισμένη στα μεσοπολεμικά κυρίως χρόνια (ακριβέστερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1940), μια περίοδο –δεν θα πρέπει να το παραβλέψουμε– αισθητικά και ιδεολογικά ανήσυχη, κατά την οποία τελεί υπό διαπραγμάτευση η θέση του ίδιου και του έργου του στη νεοελληνική λογοτεχνία και σε σχέση με την ορμητική ανάδυση της Γενιάς του ’30.[2] Σε μια τρίτη ομάδα κειμένων θα μπορούσαμε να εντάξουμε την υπόλοιπη αρθρογραφία του που αφορά τα νεοελληνικά γράμματα αλλά και τις καλές τέχνες, ή αναφέρεται ευρύτερα σε θέματα του νεοελληνικού πολιτισμού, προσθέτοντας εδώ και κείμενά του με κάπως πιο έντονο τον επικαιρικό δημοσιογραφικό χαρακτήρα ή ένα ύφος που δανείζεται στοιχεία χρονογραφήματος.

Μια διακριτή ομάδα θα μπορούσαν να αποτελούν κείμενα που αφορούν πρόσωπα και θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας με κοινό τους γνώρισμα τον ευκαιριακό χαρακτήρα τους, σημειώματα, σύντομα ή λίγο εκτενέστερα, για αγαπητούς φίλους και συνοδοιπόρους, συνηθέστερα ποιητές, με αφορμή τη δημοσίευση ενός έργου τους ή τον θάνατό τους: τον Κώστα Ουράνη, τον Νικόλα Κάλας, τον Άγγελο Σικελιανό, τον Κ.Θ Δημαρά. Χαρακτηριστικότερη είναι η περίπτωση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη: τον Ιανουάριο του 1944, και με αφορμή την αυτοκτονία του, ο μάλλον συγκρατημένος στις επικαιρικές δημοσιεύσεις Παπατσώνης δημοσιεύει τρία κείμενα για τον προσφιλή του νεκρό.

Στην ίδια ομάδα θα μπορούσαν να προστεθούν, με κριτήριο τον συγκυριακό τους χαρακτήρα, και επιστολές, ιδιωτικές, μεταθανάτια δημοσιευμένες, αλλά και δημόσιες που αποστέλλονται σε έντυπα, καθώς και απαντήσεις που πρόθυμα φαίνεται να έδινε στις έρευνες που κατά καιρούς οργάνωναν περιοδικά λόγου και τέχνης (στον Ρυθμό του 1933, στη Νέα Εστία του 1945, στη Νέα Πορεία του 1955, στα Νέα του 1965, στη Νέα Εστία, και πάλι, του 1972).

Αν προχώρησα στην ίσως λίγο προκρούστεια ομαδοποίηση των δοκιμίων, της κριτικής, των άρθρων, των σημειωμάτων και των επιστολών του Παπατσώνη, είναι για να έχουμε μια γενική εικόνα της ποικιλίας του. Ας σημειωθεί ότι ο λόγος είναι για το δημοσιευμένο μέρος, σημαντικό τμήμα του οποίου είναι αθησαύριστο· γιατί όσο δεν υπάρχει καταγραμμένο αρχείο του ποιητή, θα πρέπει να αναμένουμε εμφανίσεις άγνωστών μας αδημοσίευτων σημειωμάτων, άρθρων του, βιβλιοκρισιών του (ίσως και ιδιόχειρες αναθεωρήσεις ή σχολιασμό των ήδη δημοσιευμένων).

Ο Τάκης Παπατσώνης δεν είναι κριτικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας, με τον τρόπο που θα το επιδίωκε κατά σύστημα στον βίο του ένας επαγγελματίας του είδους. Αλλά από το έργο αυτό, του οποίου το γενικό περίγραμμα έδωσα εδώ, μπορούμε να παρακολουθήσουμε έλξεις και απώσεις όσον αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και το έργο τους και να (ανα)συγκροτήσουμε μια συνολική τοποθέτησή του: άλλοτε με εκτενέστερα άρθρα κριτικής (όπως οι περιπτώσεις των Σεφέρη και Καβάφη), άλλοτε με παρεμπίπτουσα αναφορά (ουκ ολίγων) ποιητών ή κριτικών, κι αλλού πάλι με σχήματα γενεαλόγησης, και διακρίσεων σε αισθητικές παραδόσεις και ιδεολογικές κατευθύνσεις.

Αναμφίβολα, η αποτύπωση αυτών των σχημάτων και επιλογών (όπως διατυπώνονται αρχικώς και όπως αναθεωρούνται στη συνέχεια ή ενισχύονται και παγιώνονται) μας ενδιαφέρουν για τη συνολικότερη κατανόηση της αισθητικής και ιδεολογικής ταυτότητας του Παπατσώνη και του έργου του. Εδώ θίγω μόνο ελάχιστες στιγμές της πολύ ευρύτερης κριτικής του ενασχόλησης.

Για τον ποιητή του ετασμού της θαυμαστής φύσης και των μυστικών της συμβόλων, ένα βασικό γνώρισμα της κριτικής του στάσης είναι η κατάφαση απέναντι στη ζωή, με όρους απόλυτης εμπιστοσύνης, που εκδηλώνεται με μία εκ προοιμίου αισιοδοξία για την εξέλιξη της ποίησης, μολονότι αναγνωρίζει γύρω του τις πιο αποθαρρυντικές συνθήκες, μια (λογικά αδικαιολόγητη) προσμονή πνευματικής ανάτασης που ανάγεται σχεδόν σε αρχή ζωής. Ίσως η πιο χαρακτηριστική εκδήλωση αυτής της κατάφασης εντοπίζεται, λόγω και της αντιπαράθεσης που προκαλεί, στο άρθρο του με τίτλο «Κριτική a priori» (Ελεύθερος λόγος, 1928).

Το άρθρο απορρίπτει ως αποστειρωμένη και εξωπραγματικά κανονιστική την αρνητική κριτική του Αποστολάκη, σύμφωνα με την οποία η σολωμική ποίηση και το δημοτικό τραγούδι ανάγονται σε απόλυτο κανόνα μέτρησης της καλλιτεχνικής ευρωστίας και της επιζητούμενης ελληνικότητας κάθε ποιητικής εκδήλωσης. Σύμφωνα με το σχήμα αυτό όλη η λογοτεχνική διαδρομή από τον Σολωμό και εντεύθεν εκλαμβάνεται ως διαρκής παρακμή. Ο Παπατσώνης, μολονότι συμφωνεί ως προς το ποιητικά άνυδρο τοπίο στα 1928, όταν δημοσιεύεται το άρθρο, αντιπαραθέτει στην άρνηση Αποστολάκη την αισιοδοξία του για δημιουργικές αναπτερώσεις της ποίησης στο μέλλον. Μια αισιοδοξία που δεν επιχειρεί να την αιτιολογήσει και, αφοπλιστικός, μας την καταθέτει με τη βεβαιότητα μιας πίστης.[3]

Ένας κρίσιμος λόγος για τον οποίο ο Παπατσώνης απορρίπτει τις κριτικές αρχές του Αποστολάκη οφείλεται στον αντικειμενικό προσδιορισμό της κριτικής μεθόδου που επιδιώκει ο φιλόλογος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Η άρνηση της «επιστημονικοποίησης» της κριτικής είναι ίσως η πιο απόλυτη που μπορεί να συναντήσει κανείς στον ποιητή και δοκιμιογράφο Παπατσώνη.

Η κριτική απόσχει της επιστήμης και μετέχει αυτοδικαίως της τέχνης του λόγου. Ο ίδιος άσκησε την κριτική επιλέγοντας ρητά (το σημειώνει εισαγωγικά σε ορισμένα κείμενά του) να εκθέσει τον κριτικό του λόγο στον άκρατο υποκειμενισμό, στην αφηγηματική γοητεία της κατάθεσης εμπειριών και οραμάτων, αναγνωστικών ανταποκρίσεων της ψυχής του στο αναφερόμενο κάθε φορά έργο και τον δημιουργό του. Η κριτική του Παπατσώνη ακουμπά από την μια πλευρά σε ένα συνεχές λόγου που από την άλλη του πλευρά ανακρούεται η λύρα της ποίησης.

Επιπλέον η επιλογή του σολωμικού παραδείγματος και της δημοτικής μούσας συνιστά μέρος μόνο της παράδοσης και ως τέτοιο βαρύνεται με τη μονομέρεια της αποσπασματικότητας. Ο Παπατσώνης στοχεύει στην ανασύσταση του όλου, της καθολικότητας είτε αυτή αφορά την ελληνικότητα και την παράδοση, είτε τη γνήσια καλλιτεχνική συγκίνηση και δημιουργία, είτε την αναγνώριση της ιστορικής συνέχειας του ελληνισμού. Αντιλήψεις και αναζητήσεις σε αυτή την κατεύθυνση διατυπώνονται στα μεσοπολεμικά του κείμενα, συμμετοχή στον αναδυόμενο τότε λόγο περί ελληνικής παράδοσης και των σχέσεών της με την Ανατολή και τη Δύση, αλλά κατασταλάζουν στον πολυσυζητημένο «Ένδοξό μας Βυζαντινισμό» (δημοσιευμένο στη Νέα Εστία του 1948).

Εκεί ελέγχει τις απόπειρες ανασύστασης της ελληνικής παράδοσης και εξασφάλισης της ιστορικής της συνέχειας ως μερικές και γι’ αυτό αναποτελεσματικές και «αναληθείς», κυρίως επειδή παραβλέπουν την άμεση σύνδεση με το πλούσιο απόθεμα του Βυζαντίου και αποσπούν τμήματα μόνο του όλου είτε στην κατεύθυνση της δημώδους νεοελληνικής μούσας είτε στην απώτερη καταβύθιση στο αρχαιοελληνικό κλέος. Εκείνο που προσέχω, τόσο στον «Ένδοξό μας Βυζαντινισμό» όσο και σε αρκετές άλλες περιπτώσεις που η κριτική σκέψη του Παπατσώνη αναδεικνύει μονομέρειες και αντιφάσεις και (προ)καλείται να τις αντιμετωπίσει, είναι ότι αναζητά σταθερά να αποκαταστήσει την ολότητα, να ανασυστήσει ένα χαμένο κέντρο μέσα στη δίνη έκκεντρων κινήσεων.

Μια ισχυρή ανάγκη πιέζει στην κατεύθυνση της υπέρβασης του αποσπασματικού, της άρσης των αντιθέσεων, μια μοίρα κοινή για τους συνοδοιπόρους μοντερνιστές που αναζητούν τις εκφάνσεις του καθολικού στον αρραγή προ-νεωτερικό κόσμο. Η απόκριση του Παπατσώνη στο αίτημα αυτό ανατρέχει στο αδιαίρετο της χριστιανικής Ευρώπης: ας θυμηθούμε τον λόγο του πως είναι χριστιανός καθολικός πριν από το σχίσμα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, αρνήθηκε διά παντός τον φιλελεύθερο νεοτερισμό του Θεοτοκά, τη λογική μετριοπάθεια της εκσυγχρονιστικής λύσης του, προκρίνοντας την ανατρεπτική δύναμη μιας (οποιασδήποτε) επαναστατικής ορμής.[4]

Γενικότερα, ο Παπατσώνης επιδιώκει την επανασύνδεση στο κομμένο νήμα της ιστορικής συνέχειας ως μέσον κατάλυσης διαιρέσεων, αντιπαραθέσεων, διχασμών. Σε ένα εκτενές άρθρο του για το γλωσσικό ζήτημα, δημοσιευμένο σε τέσσερις συνέχειες στην εφημερίδα Ελεύθερος Λόγος το 1928, αναλύει παραδειγματικά την ενοποιητική λειτουργία του χριστιανισμού, του ρωμαϊκού δικαίου και της ελληνικής γλώσσας στη διαχρονική τους πορεία για να υποστηρίξει έτσι την ανάγκη υπέρβασης της παραταξιακής πρακτικής στην αντιμετώπιση του γλωσσικού ζητήματος, πέρα και πάνω από τον Μιστριώτη και τον Ψυχάρη. Άλλωστε, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε πως και ο «Ένδοξός μας Βυζαντινισμός» είναι δημοσιευμένος σε ανάλογα προκλητικό περιβάλλον ιστορικών περιπετειών και ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Πάντως, και η επιλογή της υπέρβασης αντιμαχομένων αντιλήψεων, νοοτροπιών και ιδεολογιών, δεν μπορεί να είναι ιδεολογικά ουδέτερη, μια επιλογή έξω από την ιστορία.

Η σημαντικότερη ίσως στιγμή της δράσης του Παπατσώνη στο πεδίο της κριτικής όσον αφορά την νεοελληνική λογοτεχνία είναι, νομίζω, η δημοσίευση του κειμένου του «Μύθος και Ιστορία» (στον τιμητικό τόμο Για τον Σεφέρη, με αφορμή τη συμπλήρωση τριάντα χρόνων από την κυκλοφορία της Στροφής [1961]), ένα κείμενο που, σε αντίθεση με την αμετάκλητη άρνηση του Θεοτοκά, καταθέτει τη γενναιόψυχη αναθεώρηση για τον Σεφέρη και την ποίησή του. Το κείμενο «Μύθος και Ιστορία» είναι ένα έξοχο τεκμήριο μιας υποδειγματικής φιλικής χειρονομίας που, και πάλι, επιχειρεί να αναιρέσει τις διχοστασίες του παρελθόντος και να διαγράψει το εμμέσως αποκηρυγμένο άρθρο «Νεαροί υπερόπται» (Η Καθημερινή, 1932), μια ευθεία βέβαια επίθεση στον Ανδρέα Καραντώνη, αλλά παραλλήλως μία αμφισβήτηση της ποιητικής αξίας των πρώτων σεφερικών ποιημάτων.

Το (αυτό)κριτικό θάρρος του Παπατσώνη να αναθεωρήσει την αρχική του εκτίμηση για την αξία της σεφερικής ποίησης εκφράζεται σε μία σύντομη επιστολή (με ημερομηνία 20-10-1972), που αναγκάζεται να αποστείλει στη διεύθυνση της Νέας Εστίας, όταν η τελευταία, εν αγνοία του συντάκτη τους, αναδημοσιεύει τους «Νεαρούς υπερόπτες» στα 1972, στο αφιέρωμά της στον Σεφέρη. Ο Παπατσώνης ξεκαθαρίζει διαμαρτυρόμενος: «(…) μου αρκούν τρεις τέσσερες στροφές, που περιέχουν βαθειάν ανθρώπινη συγκίνηση και δείχνουν πλήρη αντίληψη της αληθινής τέχνης, για να παραβλέψω κι αποσιωπήσω πολλές επιφυλάξεις μου, που δεν έπαυσα να διατηρώ, αλλά που δεν θα μ’ εμπόδιζαν ν’ αναγνωρίσω ανεπιφύλακτα το υψηλό επίπεδο και την αισθητική ευαισθησία του ποιητή που χάσαμε» (τχ. 1088 [1-11-1972], 1637).

Μολονότι είναι αυτή μια ελάχιστη περιδιάβαση στα κείμενα (κριτικής) θεώρησης της νεοελληνικής λογοτεχνίας του Παπατσώνη, μια συγγραφική ενασχόληση που απλώνεται σε ένα μεγάλο άνυσμα χρόνου, πέντε και πλέον δεκαετιών, μπορεί νομίζω να μας βεβαιώσει πως ο ποιητής παρακολουθεί με ενδιαφέρον και προσοχή τα τεκταινόμενα στη νεοελληνική λογοτεχνική ζωή και κριτική, και, ορισμένες φορές, παρεμβαίνει στη δημόσια συζήτηση.

*Ο Β. Βασιλειάδης είναι  Ερευνητής στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.



                [1] Συστηματικά στα Ελληνικά Φύλλα [1935-1936] και την Καθημερινή [1931-1943], και μάλλον σποραδικά στις εφημερίδες Ελεύθερος Λόγος [1927-1928] και Ηχώ της Ελλάδος [1935]. Δημοσιεύσεις βιβλιοκρισιών του δεν λείπουν και από άλλα περιοδικά ή εφημερίδες (π.χ. Νέα Τέχνη [1924], Νεοελληνική Μούσα [1943], κ.ά.).

                [2] Εδώ, στο πιο «αγοραίο» μέρος της ενασχόλησής του με τη νεοελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα τοποθετείται απέναντι στους Καραγάτση, Δασκαλάκη, Παπά, Μάτσα, Ρίτσο, Ιακωβίδη, Ειρήνη την Αθηναία, Μελισσάνθη, κ.ά.

                [3] Και στο «πρακτικότερο» είδος της σύντομης βιβλιοκρισίας, ο Παπατσώνης είναι καταδεκτικά αυστηρός, καλόπιστος και οξύς ταυτοχρόνως.

                [4] Η καταδίκη του Εμπρός στο κοινωνικό πρόβλημα, μια κριτική του 1932 στην Καθημερινή, περιλήφθηκε από τον ίδιο στην έκδοση του συγκεντρωτικού Τετραπέρατου Κόσμου Α΄ το 1966.

 

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Κολάζ και μοντάζ τεκμηρίων στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία
​Μέχρι το 2010, όταν ολοκλήρωσα τη διατριβή μου για το θέμα, η λογοτεχνία τεκμηρίων είχε ήδη κάνει αισθητή την παρουσία της με πολλούς συγγραφείς να είχαν γράψει πεζογραφήματα στηριγμένα σε εξωλογοτεχνικά...
Κολάζ και μοντάζ τεκμηρίων στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Βάζοντάς τα με τον εαυτό
Ο Φίλιπ Ροθ γεννήθηκε στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ τον Μάρτιο του 1933, ο μικρότερος από τους δυο γιους μιας οικογένειας Αμερικανοεβραίων που είχε μεταναστεύσει στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Σε...
Βάζοντάς τα με τον εαυτό
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Η άμυνα των ιδεών
Ξαναπιάνοντας το νήμα του προηγούμενου Σαββάτου -όταν σας παρουσιάσαμε τα σημαντικότερα βιβλία φιλοσοφίας και ξένης λογοτεχνίας του 2017- σήμερα συνεχίζουμε με τους τίτλους που ξεχωρίζουν. Εδώ οι ιδέες από τον...
Η άμυνα των ιδεών
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Στις βιβλιοθήκες του κόσμου
Βιβλία που κέντρισαν τον ειδικό ή τον απλό αναγνώστη, βιβλία που διανοίγονται σ’ ένα ευρύ φάσμα ιδεών, έκφρασης, αλλά και συνομιλίας, υπέρβασης ή ρήξης με άλλα βιβλία, βιβλία νεότερων ή παλαιότερων συγγραφέων,...
Στις βιβλιοθήκες του κόσμου
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Είναι πολλά τα μάτια της φαντασίας
Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης είναι καλός μπάρμαν. Παίρνει τα υλικά και τα βάζει σε πολύχρωμα σέικερ λογοτεχνικής ώσμωσης. Η διογκούσα φαντασία μετασχηματίζει λ.χ. τις μικρές αθερίνες σε τεράστια κήτη, αντιστρέφοντας...
Είναι πολλά τα μάτια της φαντασίας
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
«Υπερφίαλος διασκελισμός των ίσκιων»
Το «Εκτακτο δελτίο καιρού», έργο που ενώ σε πρώτο επίπεδο παραμένει κλειστό και δυσπρόσιτο, τάχα γλωσσοκεντρικό, γλωσσογενές και παιχνιδίζον, στην πραγματικότητα συνοψίζει, ως ένας στοχαστικός και αισθητικός...
«Υπερφίαλος διασκελισμός των ίσκιων»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας