Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Τρεις δυναμικές ποιητικές φωνές
ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Τρεις δυναμικές ποιητικές φωνές

  • A-
  • A+

Η Ειρήνη Καραγιαννίδου (1979) στο δεύτερο ποιητικό της βιβλίο Παραθαλάσσιο οικόπεδο μας κομίζει μια ποίηση που ενώ ξεχειλίζει από μια δική της αμεσότητα, ταυτόχρονα παραμένει κρυπτική, εκεί όπου η μετωπικότητα −μια ποιητική θα λέγαμε «μαγκιά»− συναντά και συμπορεύεται με μια υπόγεια αμφισβήτηση των πραγμάτων, προσβλέποντας ενδεχομένως στη διάβρωση και ίσως στην αποσάθρωση του υπαρκτού. 

Ας ξεκινήσουμε όμως με τον τίτλο: «Παραθαλάσσιο οικόπεδο». Πρόκειται για έναν μετωνυμικό προφανώς τίτλο, καθώς ούτε η θάλασσα φαίνεται να είναι όντως η θάλασσα, ούτε το οικόπεδο αποκαλύπτεται και λειτουργεί ως οικόπεδο. Η θάλασσα μάλιστα εμφανίζεται ως τσιμέντο. Ενας τίτλος που συνδιαλέγεται και παραπέμπει στο εικαστικό έργο του εξωφύλλου, το οποίο και θυμίζει τη ζώνη «Στάλκερ» ή τον ωκεανό του «Σολάρις», του κινηματογραφιστή Αντρέι Ταρκόφσκι και των αδερφών Στρουγκάτσκι και Στάνισλαβ Λεμ −στο επίπεδο των συγγραφέων− αντίστοιχα. 

Ενα εξώφυλλο, που ενώ μας εντάσσει και μας αποκαλύπτει τον κόσμο ως δυστοπία, ως έναν αινιγματικό δύσκολο χωροχρόνο, ταυτόχρονα δεν αποκλείει την -έστω στρεβλή- υλοποίηση της όποιας όντως επιθυμίας μας, στη διαρκή της πάλη με τη μνήμη, στην εμφανή και στην υπόγεια, σκοτεινά περιρρέουσα, διάστασή της. 

Εδώ εντάσσεται και το κομβικό ποίημα «Εντός έδρας», το οποίο συνοψίζει την ποίηση της Καραγιαννίδου. Ενα ποίημα όπου με τα γυάλινα μπουκάλια της βυσσινάδας, των 232ml, καλεί και φέρνει, εμφανίζοντας έστω προβολικά −ίσως φασματικά− όχι μόνο τον νεκρό, προφανώς, πατέρα αλλά και άλλους υλοποιημένους νεκρούς. Υπαρκτούς και ανύπαρκτους. Γράφει: «Συνήθως, λένε, οι νεκροί / έρχονται απρόοπτα / αν σκάβεις νύχτα θάλασσα με δάχτυλα». Και συνεχίζει: «αν η χωρίστρα […]», «όταν μισοξεχνάς […]», με «όλες αυτές τις λεπτομέρειες», λοιπόν, «τότε, λένε, έρχονται» οι νεκροί. «Συνήθως, λένε, έρχονται απρόοπτα / όταν διαβάζεις γράμματα σταλμένα από καιρό» «μαζεύουν τα σουσάμια που τους έπεσαν στην πάλη», «έρχονται», «χωρίς φωνές / χωρίς νερό / χωρίς εσένα». 

Οπου η ποιήτρια, αν μη τι άλλο, παραπέμπει και συνομιλεί με τους νεκρούς σε μια παραλλαγή, σε μια επίγεια ίσως Νέκυια, όπως ο πρωταγωνιστής του «Σολάρις» που επιστέφει από τις −υπό τον Ωκεανό υλοποιημένες− μνήμες, στα πόδια του γήινου πατέρα. Υπογραμμίζοντας επαναληπτικά πως «Αύγουστο θα σου αλλάξω πλευρό να κοιτάζεις τη θάλασσα» −πατέρα;− και πως «έτσι και αλλιώς, ο θάνατος και ο έρωτας είναι υποθέσεις του κορμιού» («Το σπίτι»), για να αποκλείσει και τις όποιες πιθανές παραπλανητικές παρερμηνείες. 

Από εκεί η ποιήτρια ανοίγεται σ’ ένα σύμπαν −πέρα από το ιστορικο-κοινωνικό του όλου πράγματος− που παιχνιδίζει με τρόπο ακατανόητο, τουλάχιστον για μας. Σαδιστικό, με τη σκληρότητα ενός παιδιού, ίσως ως ένας θεός εν εξελίξει. Και μας μιλά για κάποιον που «επιμένει να την κατοικεί»: «Χθες είδα μια στιγμή / Στο άνοιγμα της πόρτας / Εκείνον που επιμένει να με κατοικεί» («Λεωφόρος Νίκης)». 

Πρόκειται για μια ποίηση εσωστρεφή και αυτο-απευθυνόμενη. Μια ποίηση όμως που κομίζει τη βεβαιότητα πως η Καραγιαννίδου δεν επιθυμεί να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη-ακροατή της. Δεν επιθυμεί να επιβληθεί, να κερδίσει έδαφος για τον εκφορέα ενός ακόμη λόγου. Διαποτισμένη από τη ματαιότητα, το περιττό και το πολυτελές του κόσμου, αφρίζει στις παρυφές του χωροχρόνου, κοινωνώντας το περιττό της φύσης και της θέσης της. Αυτο-αναιρείται, αυτο-υπονομεύεται για να δείξει τον πραγματικό πόνο, την αγωνία ενός ανθρώπου, που αναζητά χωρίς προσχηματισμένα φίλτρα και χωρίς συγκεκριμένη φορά. Ως ένα «αγρίμι από κρύσταλλο». 

*** *** *** 

Στη συμμετοχή μας στον κόσμο ως «συμβάντος» (κατά το «συμβάν» του Μπαντιού) όχι μόνο μεταφυσικά αλλά και κοινωνικο-ιστορικά, αδυνατούμε να συν-διαμορφώσουμε −στον βαθμό που θα επιθυμούσαμε;− τα τεκταινόμενα. Και εκεί είναι όπου οι ποιητές, με δοσμένη την ευαισθησία τους, αντιδρούν. Και αν στην Καραγιαννίδου συναντούμε θυμό και αντίδραση, στην Αννα Γρίβα (Αθήνα, 1985), στο τέταρτο ποιητικό της βιβλίο, Σκοτεινή κλωστή δεμένη, ανοιγόμαστε σε μια μυθο-ποιητική. Εκεί όπου η ποιήτρια γνέθει με τη σκοτεινή της κλωστή. 

Η ποιήτρια αποσύρει εξ αρχής το «προσωπείο» της και τολμά να αναμετρηθεί με τον μύθο. Κομίζοντας πέρα από τη σπουδαστική της επάρκεια (Ελληνική Φιλολογία στην Αθήνα και Ιστορία της Λογοτεχνίας στη Ρώμη) την ιδιότυπη ποιητική της τρέλα, που ωριμάζει από συλλογή σε συλλογή. Αν μάλιστα κάποιος ποιητής −τής κατά τον Βασίλη Λαμπρόπουλο «γενιάς της Αριστερής μελαγχολίας»− όφειλε να αναμετρηθεί με τον αρχαίο μύθο, ο κλήρος θα έπεφτε προφανώς στη Γρίβα. 

Και έτσι, όχι μόνο ποθεί η εν λόγω ποιήτρια αυτή την καταβύθιση στους μύθους, η οποία φαντάζει μοιραία και αναπόφευκτη −κάποια στιγμή με τον έναν ή τον άλλον τρόπο «οφείλουν» οι ποιητές να περάσουν από εκεί−, αλλά κομίζει αποδείξεις της ποιητικής της επάρκειας, μετασχηματίζοντας τους μύθους σε «σύγχρονα», μοντέρνα κατορθώματα. Ενα πρώτο δείγμα, εκεί όπου ο νεκρός Αχιλλέας κοιτάζει το νερό στον Αδη: «Ισως στη λάσπη του βυθού / ο χρόνος πάλι αρχίζει / και οι ψυχές / μωρά που αφήνονται / στην άνωση του ήλιου». 

Κατορθώνει να περάσει μέσα από τους δαιμόνιους μύθους, χαρακτηριστικά της Κλυταιμνήστρας και της Ιοκάστης, χωρίς να την καταπιούν, χρησιμοποιώντας ειδικά ξόρκια, και έτσι εκ των πραγμάτων αλλάζουν οι «τρόποι» της. Ακούμε την «Κλυταιμνήστρα»: «Πού είναι η Ηλέκτρα; / Πάντοτε με τρόμαζε / σαν μαύρος κύκνος / που αρμενίζει / και ο θρήνος του ανυπόφορος […] Πού είναι ο Αγαμέμνων; […] Κι αν σάρκα δεν του έμεινε / να σφάξουν τη σκιά του». 

Ετσι λοιπόν η Γρίβα κατεβαίνει στον Αδη με τους «αιώνιους σκοτεινούς» και φαίνεται να νιώθει σαν ένα παιδί μαγεμένο που ανακαλύπτει πρωτόγνωρα πράγματα. Αισθάνεται να την πηγαίνουν οι ήρωες, να μιλούν κι αυτή να καταγράφει ως «poeta vates» (ποιήτρια-προφήτης). Αποκρύπτοντας μάλιστα την πολλή δουλειά που προϋποθέτει μια τέτοια «καταβύθιση» (και με τη Σαχτουρική έννοια εδώ αυτή η λέξη) και κομίζοντας όχι τα λόγια από το μυριοψύχι, που ζητούν αίμα για να ακουστούν, αλλά τους ψιθύρους των επώνυμων νεκρών, που η ποιήτρια «όντως» ακούει και μας τους μεταφέρει μετα-ποιημένους σε τέχνη. 

Λειτουργώντας έως τέλους ως ποιήτρια-αναζητητής, γράφοντας γι' αυτό που την καίει, ψάχνοντας την «αλήθεια», σε έναν κόσμο που έμαθε να αμφισβητεί την αξία της ή και την ύπαρξή της. Δείχνοντας με αυτό της το βιβλίο ότι κάποια «πράγματα» δεν είναι ποτέ παρωχημένα, αλλά απεναντίας ζωντανά και φλεγόμενα, και ως τέτοια μας τα παρουσιάζει. Αξιώνοντας να αντέχουν «αυτά» ως καλλιτεχνημένες μαρτυρίες, όταν «εμείς» θα είμαστε σκόνη στο σύμπαν. 

*** *** *** 

Η Μαρία Κουλούρη (Χαλκίδα, 1975), λογοθεραπεύτρια και σύμβουλος Ψυχικής Υγείας, μετά την πρώτη της ποιητική συλλογή Μουσείο Αδειο (Μελάνι, 2013), βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων, και τη δεύτερη Ρολόγια και άλλοι χτύποι (Μελάνι, 2015), βραβείο «Σωτηρίου Ματράγκα» της Ακαδημίας Αθηνών, έρχεται με το τρίτο σύντομο ποιητικό της βιβλίο, Καθημερινά κρεβάτια, και μας ξαφνιάζει για άλλη μια φορά με την αμεσότητα, τα όρια και την πνοή της ποιητικής της. Με τα κρεβάτια να ξεκινούν ως βρεφικά, εφηβικά, ερωτικά, συντροφικά και να καταλήγουν ως νεκροκρέβατα. 

Και προκειμένου να δώσω ένα άμεσο πέρασμα στην ποίησή της, ας μου επιτραπεί: όταν είχα αρχίσει να διαισθάνομαι στην ύστερη εφηβεία μου πως η προγιαγιά μου πλησιάζει στο κλείσιμο του βιολογικού της κύκλου, φεύγοντας μια μέρα από το σπίτι της, από τις σκάλες, γύρισα και της φώναξα: «γιαγιά, σ’ αγαπώ» και μου ανταπάντησε: «εγώ να δεις πώς σε αγαπώ, που σ’ έβγαλα απ’ το μουνί της μάνας σου». 

Και τέτοια θαρρώ πως είναι η ποίηση της Κουλούρη: τέτοιας υφής, τέτοιου αγαπητικού, πληθωρικού και άμεσου προσώπου και τέτοιου «χώρου». Με τον μαστό γεμάτο γάλα. Ενός χώρου με τη διττή του σημασία, ως χώρου αστικού κτιρίου −εξόδου ή δωματίου− και ως κολπικού ή και θηλαστικού, με την ευρύτερη σημασία, περιβάλλοντος. 

Και εξηγούμαι: όταν η Κουλούρη μιλά για σύνορα, αναφέρεται στα σύνορα του σώματος, στη σχέση του με το άλλο σώμα. Που πρέπει να καταργηθούν και όμως ταυτόχρονα τα σέβεται. Ως ένα σώμα που έρχεται προς τα εσένα μέχρι και στην απουσία του, ή και μέσω της απουσίας του, ως μια οπή, που καλεί και μαγνητίζει σχηματίζοντας. Ενα σώμα ως το σώμα της μάνας, του συντρόφου, του παιδιού, του άλλου, ως σώμα ρευστό, ωστόσο βαρυτικά συγκροτημένο, ως το σώμα του ανθρώπου που έχει χορτάσει από αγάπη και πλέον απλόχερα τη δίνει, αγωνιώντας και συμπάσχοντας, πρωτίστως ως μάνα. 

Με μια τέτοια έγνοια λοιπόν διαρκώς παρούσα, μας λέει η ποιήτρια: «Παιδιά κοιμούνται μες στα δάση […] κάθε πρωί φορούν τα μάτια τους / όσο εμείς αχνίζουμε το γάλα / έπειτα στρώνουμε τα δέντρα / διπλώνουμε το χώμα / η μέρα φτάνει // Εγώ ποτίζω λάσπες». Εσωκλείοντας έτσι εντός του οικείου από τη μάνα ελεγχόμενου καθημερινού περιβάλλοντος, το ευρύτερο βιολογικό πεδίο που διατηρεί τη δική του δυναμική ανοιχτή. Και το ποίημα κλείνει: «Παγώνει το σώμα κάτω από τα δέντρα / πρέπει να αδειάσουμε τα δάση / έφτιαξα χώρους μετρώντας ρίζες / ύψος και πλάτος στέρεα σημεία» («Παιδιά κοιμούνται, Ι»). 

Και από πού μιλά η ποιήτρια; Από τις ρίζες των πραγμάτων, από το σημείο της σύνδεσης και των αρμών. Ακούει το σώμα, αφού πρώτα έχει «κρεμάσει» τη σιωπή του, καταγράφοντας −μετασχηματίζοντας επίσης σε τέχνη− όσα ως θνητή πρόλαβε και βούτηξε στις ρίζες («Χωρίς αφή ανάσα»). Ανοίγοντας την ποίησή της από εκεί και προς το μεταφυσικό πεδίο: «Μέχρι το τελευταίο χωράφι / που φύονται οι θνητοί / και οι θεοί εκλιπαρούν βοήθεια». 

Ο τόνος της ποιήτριας, τέλος, ταιριάζει με αυτόν των θεατρικών μονόπρακτων, τα οποία επίσης καλλιεργεί −ορισμένα εκ των οποίων έχουν παρουσιαστεί από το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου της Αθήνας− και θα ήταν ευχής έργο να συμβεί κάτι αντίστοιχο και με την παρούσα κατάθεσή της.

   

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Αγουρα πάθη, επίμονες μνήμες
Εν όψει έναρξης της νέας σχολικής χρονιάς (11 Σεπτεμβρίου) ο Χρήστος Αστερίου, ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης, η Μαρία Μήτσορα, η Ευγενία Μπογιάνου, η Βασιλική Πέτσα, ο Χρίστος Κυθρεώτης και η Κατερίνα Σχινά...
Αγουρα πάθη, επίμονες μνήμες
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Τρεις αξιοπρόσεκτες πρωτοεμφανιζόμενες φωνές
Από τις «Ασύμβατες διαδρομές» της Βάσως Σπηλιοπούλου στη «Γλυσίνα», την πρώτη συλλογή διηγημάτων της Λένας Κορομηλά και την πρώτη συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Βέρρου τα «Σκάμματα του χρόνου».
Τρεις αξιοπρόσεκτες πρωτοεμφανιζόμενες φωνές
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Μισαλλοδοξία και ανεκτικότητα
Η «μονοδοξία» είναι όρος της Π. Αθανασιάδη. Περιγράφει εύστοχα τη σταδιακή επιβολή της μίας και μοναδικής «δόξας» στο κοσμοπολιτικό πνευματικό περιβάλλον της όψιμης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, «την πορεία ενός...
Μισαλλοδοξία και ανεκτικότητα
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Οψεις της γυναικείας εμπειρίας
Το εν λόγω κείμενο υπήρξε κομβικό για την ιστορία του γυναικείου κινήματος καθώς έγινε ένα είδος «μανιφέστου» για τη γυναικεία χειραφέτηση, είχε μεγάλη απήχηση στις φεμινίστριες της δεκαετίας του 1970 αλλά και...
Οψεις της γυναικείας εμπειρίας
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Το σύστημα της ελευθερίας και οι φιλόσοφοί του
Σχεδόν μισό αιώνα μετά την εκφώνησή τους, οι διαλέξεις του Ντίτερ Χένριχ για τον γερμανικό ιδεαλισμό στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ το 1973, που κυκλοφόρησαν χρόνια αργότερα στα αγγλικά με τίτλο «Μεταξύ Καντ...
Το σύστημα της ελευθερίας και οι φιλόσοφοί του

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας