Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Nα γράφεις για οικογένειες δεν είναι νοικοκυρίστικο και γυναικείο

Η βραβευμένη με Man Booker Ιρλανδέζα συγγραφέας, Αν Ενράιτ

Nα γράφεις για οικογένειες δεν είναι νοικοκυρίστικο και γυναικείο

  • A-
  • A+

Εισέβαλε ορμητικά στο παγκόσμιο λογοτεχνικό προσκήνιο όταν κέρδισε το 2007 το βραβείο Man Booker με τη «Συγκέντρωση», ένα μαύρο, δυσάρεστο, τολμηρό βιβλίο για μια ιρλανδέζικη οικογένεια που έχει όλα τα καλά: από αλκοολισμούς και αυτοκτονίες μέχρι παιδεραστίες.

Η άγνωστη μέχρι τότε Ιρλανδέζα Αν Ενράιτ απέδειξε έκτοτε ότι της άξιζε το κέντρο και όχι το περιθώριο μιας εθνικής λογοτεχνίας, που έχει τεράστιο παρελθόν και λαμπρό παρόν. Στην Ελλάδα κυκλοφορούν, πάντα από τον «Καστανιώτη», και τα δυο επόμενα μυθιστορήματά της, το «Ξεχασμένο βαλς» και ο «Χορταριασμένος δρόμος», το πιο πρόσφατο και κορυφαίο δημιούργημά της, που αξίζει να διαβαστεί από όλους.

Αυτό έρχεται η 55χρονη συγγραφέας, με την έντονη προσωπικότητα, να παρουσιάσει την Πέμπτη στον «Ιανό» (8.30 μ.μ., με συνομιλήτρια τη δημοσιογράφο Μαριλένα Αστραπέλλου). Στον «Χορταριασμένο δρόμο», μια ακόμα οικογένεια, οι Μάντιγκαν, μαζεύεται στο οικογενειακό σπίτι, στην επαρχία, για να γιορτάσει τα Χριστούγεννα. Κάθε παιδί και μια ολόκληρη ιστορία.

Από τον Νταν, που ξεκίνησε να γίνει παπάς και κατέληξε ομοφυλόφιλος στο τρελό Μανχάταν και τον Εμετ, που περνάει τη ζωή του με ΜΚΟ ανά τον κόσμο, μέχρι την αλκοολική και ψιλοαποτυχημένη ηθοποιό Χάνα. Και στο κέντρο η ανυπόφορη, δεσποτική μητέρα τους, Ρόζαλιν.

• Πάλι για μια οικογενειακή συγκέντρωση γράφετε, έτσι ώστε να νομιμοποιούνται όσοι λένε ότι είστε εξπέρ στις οικογένειες. Γιατί οι οικογένειες, κυρίως οι όχι και τόσο ευτυχισμένες, έχουν τόσο μεγάλο μερίδιο στη μεγάλη λογοτεχνία;

Ολοι από μια οικογένεια προερχόμαστε. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Και είτε ζούμε με αυτές είτε τις αγνοούμε είτε ταξιδεύουμε μακριά τους είναι το πρώτο μοντέλο που έχουμε για να γίνουμε κοινωνικά όντα. Μέρος, όμως, του δράματος του ότι είμαστε ζωντανοί είναι η σχέση μας με την οικογένεια: μερικοί έλκονται από το σχήμα της, άλλοι είναι υπέρ μιας ατομικής ελευθερίας χωρίς τα δεσμά της οικογενειακής αγάπης και των οικογενειακών υποχρεώσεων.

Ενα κλισέ, που κυκλοφορεί, θέλει τη λογοτεχνία του 21ου αιώνα να ασχολείται κυρίως με το άτομο και τις υπαρξιακές του περιπέτειες. Θεωρεί ότι το να γράφεις για οικογένειες είναι νοικοκυρίστικο και γυναικείο, άρα λιγότερο ενδιαφέρον. Δεν ίσχυε κάτι τέτοιο τον 19ο αιώνα.Ο Τολστόι, ο Ντίκενς, η Τζορτζ Ελιοτ για οικογένειες έγραφαν. Κανείς δεν διανοήθηκε να τους πει ότι ασχολούνται με ανοησίες.

Ισως ήρθε, λοιπόν, ο καιρός να επιστρέψουμε ως συγγραφείς στις οικογενειακές καταστάσεις, χωρίς αναγκαστικά να μας γίνουν λογοτεχνικές εμμονές. Ετσι, οι οικογένειες στη «Συγκέντρωση» και τον «Χορταριασμένο δρόμο» είναι εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, κάθε βιβλίο ασχολείται με άλλο πρόβλημα.

• Aν αφήσουμε στο πλάι το θέμα «οικογένεια», τι άλλο σας τράβηξε στον «Χορταριασμένο δρόμο»; Τι σας ενδιέφερε να ψάξετε, να καταλάβετε;

Κατ’ αρχήν ήταν για μένα καλλιτεχνική πρόκληση η ίδια η δομή του μυθιστορήματος. Ηθελα να δώσω στο κάθε πρόσωπο, με πολύ δημοκρατικό τρόπο, ένα ολόδικό του τμήμα του βιβλίου, όπου να φαίνεται η άποψή του και μόνο αυτή.

Ετσι, όταν ο αναγνώστης θα έφτανε στο δεύτερο μέρος, εκεί που συγκεντρώνεται η οικογένεια, να ξέρει γι’ αυτά τα πρόσωπα πολύ περισσότερα από όσα ξέρει ο ένας για τον άλλο. Σχεδόν κανένας κριτικός δεν το εντόπισε, αλλά με κάποιο τρόπο το βιβλίο μου παλεύει με την ουσία του μοντερνισμού, αυτόν τον κατακερματισμό της αυθεντίας. Είχα μια σοβαρή μοντερνιστική παρόρμηση να ξεπεράσω το Μεγάλο, παλιάς μόδας, Μυθιστόρημα.

Οχι, βέβαια, ότι δεν είμαι πανευτυχής όταν βλέπουν το βιβλίο μου απλώς σαν μια οικογενειακή σάγκα, που διαβάζεται ευχάριστα στην παραλία. Οσο για το θέμα του «Χορταριασμένου δρόμου» θα ‘λεγα ότι είναι η συμπόνια. Αν υπάρχει κάτι που να με απασχολεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στη ζωή μου είναι η ερώτηση: γιατί οι άνθρωποι, που φροντίζουν τους άλλους, είναι πιο ευτυχισμένοι από αυτούς που κοιτάνε μόνο τον εαυτό τους;

• Το Brexit συνέβη στη γειτονιά σας. Τι σκέφτεστε για την άνοδο του εθνικισμού, αλλά και της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη και την Αμερική;

Πραγματικά δεν έχω κάποια σύνθετη άποψη, τη βρίσκω απλώς τρομακτική. Και δεν υπάρχει άλλη γνωστή αφήγηση για το πώς μπαίνει τέλος στην άνοδο της Ακροδεξιάς από έναν ή δύο παγκόσμιους πολέμους. Είναι ένα είδος πίστης και αφοσίωσης στη φυλή, που πολύ συχνά είναι ανδρική υπόθεση. Η τέχνη και οι γυναίκες τα πηγαίνουν πολύ άσχημα με τα ακραία πολιτικά καθεστώτα.

• Αναφέρεστε στον Εμετ, τον γιο που δουλεύει σε Μη Κυβερνητική Οργάνωση στην Αφρική;

Κι όμως, όχι. Ο Εμετ, όσο ηθικό άτομο κι αν είναι, φροντίζει την ανθρωπότητα γενικά, όχι τους ανθρώπους ειδικά. Η συμπόνια του είναι λίγο σαν εμπόρευμα, σχεδόν επαγγελματική. Αντίθετα η Κόνστανς, η μητέρα και νοικοκυρά, που φροντίζει τους πάντες, είναι πιο ικανοποιημένη. Οσο για τη μητέρα τους, τη Ρόζαλιν, που ποτέ δεν είναι ικανοποιημένη, είναι γιατί ποτέ δεν έχει ενδιαφερθεί για κανέναν πέρα από τον εαυτό της.

• Η Ρόζαλιν, αυτή η τρομερή μητέρα, κυριαρχεί στην οικογένεια. Μια φράση της για τον ομοφυλόφιλο γιο της, τον Νταν, με πάγωσε. «Εγώ τον έκανα αυτό που είναι. Είναι γιος μου και δεν μου αρέσει». Τι είδος μητέρας είναι;

Ναι, αυτή έκανε τον Νταν, αλλά και ο Νταν έκανε τον εαυτό του. Η Ρόζαλιν στην πραγματικότητα δεν βλέπει τα παιδιά της σαν ξεχωριστούς ανθρώπους. Τα χρησιμοποιεί σαν χαρακτήρες στο δικό της, εσωτερικό δράμα.

Αλλά, όπως βλέπουμε, τα παιδιά έχουν πολύ ενδιαφέρουσες, ξεχωριστές ζωές. Μόνο που όταν επιστρέφουν σπίτι, τις αφήνουν έξω από την πόρτα. Η μητέρα τους τις θεωρεί άσχετες με την οικογένεια, δεν έχει παρά ελάχιστο ενδιαφέρον γι’ αυτά που κάνουν.

• Μου είχατε πει πριν από λίγα χρόνια για το «Ξεχασμένο βαλς», ότι θέλατε επιτέλους να δοκιμάσετε τη δύσκολη πειθαρχία που απαιτεί ένα μυθιστόρημα με αρχή, μέση και τέλος. Τώρα, στον «Χορταριασμένο δρόμο», διαλέγετε μια φόρμα με πολλές αυτόνομες αφηγήσεις και μεγάλα χάσματα στον χρόνο. Πώς έγινε αυτό;

Για ένα χρόνο περίπου έγραφα σαν να αυτοσχεδιάζω. Και μετά η δομή άρχισε να γίνεται καθαρή, το βιβλίο είχε πια τις δικές του απαιτήσεις, στην κατασκευή του και σε όλα. Κι ενώ είχα όλους αυτούς τους χαρακτήρες και προσπαθούσα να τους γυρίσω σπίτι τους, κατάλαβα ότι είναι πολύ πιο ενδιαφέρον και χρήσιμο να τους κρατήσω για λίγο μακριά, να τους κοιτάξω από πιο κοντά, να τους δώσω τη δική τους ζωή και το δικό τους δράμα πριν να μπουν στον χώρο κάποιου άλλου, της μητέρας τους.

Επίσης, στα πολύ πρώτα βήματα του βιβλίου, σκεφτόμουν να γράψω έναν γυναικείο Βασιλιά Λιρ. Μου φαινόταν καλή ιδέα. Ετσι η Ρόζαλιν είναι ματαιόδοξη, οξύθυμη, έχει μια μεγάλη έξοδο με άγριο καιρό στη φύση, μοιράζει λίγο πολύ το δικό της βασίλειο στα παιδιά της. Νομίζω ότι το δεύτερο μέρος του βιβλίου έχει τελικά κάτι από τον Βασιλιά Λιρ.

• Είναι πολύ ενδιαφέρον που αυτή τη φορά φύγατε από Ιρλανδία, ταξιδέψατε με τους ήρωές σας σε Μάλι, Ν. Υόρκη. Κάποιοι κριτικοί πάντως είπαν ότι το καλύτερο μέρος του βιβλίου παραμένει το ιρλανδικό. Τι λέτε γι’ αυτό;

Οσοι μεγαλώνουμε σε ένα μικρό τόπο, αρχίζουμε στην εφηβεία μας να σκεφτόμαστε πόσο φανταστικό θα είναι να φύγουμε, να περιπλανηθούμε στον κόσμο. Δεν ξέρουμε τι θα βρούμε, αλλά θα είναι οπωσδήποτε πολύ διαφορετικό από τη μικρή, βαρετή ζωή που είχαμε σαν παιδιά.

Αυτή την αίσθηση ήθελα να συλλάβω στο βιβλίο, καθώς και την έκπληξή μας μπροστά σε αυτά που ανακαλύπτουμε. Ο Νταν, για παράδειγμα, πάει στη Νέα Υόρκη και βλέπει πράγματα που ούτε μπορούσε να φανταστεί ένα αγόρι με λανθάνουσα ομοφυλοφιλία που ζει σε μικρή πόλη της Ιρλανδίας.

Πραγματικά με εκνευρίζει πολύ η νοοτροπία της μικρής, κλειστής κοινωνίας. Συνέχεια νιώθω ότι η Ιρλανδία είναι μια χώρα που εμμονικά μιλάει στον εαυτό της, μιλάει με τον εαυτό της. Θέλω να ουρλιάξω, «σηκώστε το βλέμμα σας, πέρα από τη θάλασσα συμβαίνουν πολλά».

Ηταν σημαντικό, λοιπόν, για μένα να δείξω σε ανθρώπους που έχουν συνηθίσει το μικρό ιρλανδικό χωριό ως κύριο χώρο της ιρλανδικής λογοτεχνίας, πώς ζουν στην πραγματικότητα σήμερα οι άνθρωποι. Οτι ζουν παντού στον κόσμο κι ας επιστρέφουν κάποια στιγμή στην Ιρλανδία.

• Η ιρλανδική μετανάστευση, κυρίως η μεγάλη του 19ου αιώνα προς τις ΗΠΑ, εξακολουθεί να γεννά εξαίσια μυθιστορήματα, όπως το τελευταίο του Σεμπάστιαν Μπάρι, «Days without end», που πήρε και το Costa. Εσείς, όμως, δείχνετε νέους ανθρώπους, που εγκαταλείπουν σήμερα την Ιρλανδία όχι επειδή είναι φτωχοί ή πεινάνε. Ενα άλλο είδος διασποράς.

Ακριβώς. Μόνο όταν φύγεις από το μικρό σου περιβάλλον και πας σε μια μεγαλύτερη πόλη θα βρεις ολόκληρο τον εαυτό σου, θα βρεις την ελευθερία να γίνεις ο άνθρωπος που πραγματικά είσαι, αυτός που ξέρεις καλά μέσα σου ότι είσαι.

Εκανα λίγη δημοσιογραφική δουλειά με εθελοντικές οργανώσεις σε Κεντρική Αφρική και Λατινική Αμερική. Οταν γύρισα στην Ιρλανδία το 2009 βρέθηκα στη μέση του κραχ, όλοι ήταν σε απελπισία και κατάθλιψη, μόνο για τα στεγαστικά τους δάνεια μιλούσαν. Εντάξει, καταλάβαινα ότι ήταν μια καταστροφή για τη χώρα μου, αλλά ο κόσμος είναι γεμάτος από καταστροφές.

Ηθελα να βάλω λίγο και από αυτό στο βιβλίο. Αυτό προσπαθούν να πουν στη Ρόζαλιν τα παιδιά της: ότι ο κόσμος είναι μεγάλος, όχι μόνο η κουζίνα και το σπίτι της.

• Ο «Green Road», που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο, είναι πραγματικός; Γιατί τον διαλέξατε σαν τόπο του δράματος; Σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για σας;

Αρχισα να γράφω το βιβλίο λίγο πιο πέρα, σε ένα χωριουδάκι της κομητείας Clare, σε ένα σπίτι που έβλεπε στον Ατλαντικό. Στον Green Road έκανα τον καθημερινό μου περίπατο. Η εξύμνηση της φύσης ήταν πάντα κεντρικό θέμα στην ιρλανδική λογοτεχνία, μια παράδοση στην οποία δεν ένιωθα ότι πραγματικά ανήκω. Οταν, όμως, περπατούσα σ’ αυτόν τον δρόμο, άρχισα να σκέφτομαι: γιατί να μην μπορώ να γράψω κι εγώ για την ιρλανδική γη;

• Δεν πάνε πολλά χρόνια που λέγατε ότι σε σχέση με την ιρλανδική λογοτεχνία νιώθατε «σαν σαλάτα, πάντα στο πλάι». Κι όμως, είστε ο πρώτος συγγραφέας που ανακηρύχτηκε laureate της ιρλανδικής λογοτεχνίας, κορυφαία διάκριση στη χώρα σας που δεν της λείπουν τα μεγάλα ονόματα, από τον Σεμπάστιαν Μπάρι και τον Τζον Μπάνβιλ μέχρι τον Ρόντι Ντόιλ και τον Κολμ Τόιμπιν. Ποια είναι λοιπόν η σχέση σας με την ιρλανδική λογοτεχνία και την παράδοσή της;

Δεν σας εντυπωσιάζει ότι δεν αναφέρατε γυναικείο όνομα; Ούτε καν την Εντνα Ο’ Μπράιεν; Η σχέση μου με όλους αυτούς τους συγγραφείς είναι πολύ φιλική, αλλά ειλικρινά πιστεύω ότι τα τελευταία εκατό χρόνια είχαμε μια συντριπτικά ανδρική λογοτεχνία. Ετσι, το να γίνω η πρώτη που κέρδισε το Βραβείο Ιρλανδικής Λογοτεχνίας ήταν μια καλή ευκαιρία να αναδείξω κάποια πράγματα σαν αυτό. Γιατί είμαι υποχρεωμένη να προωθώ τη λογοτεχνία μας σε όλο τον κόσμο, αφού το βραβείο είναι κάτι μεταξύ τιμής και δουλειάς.

Οσο φανταστικό κι αν είναι να σε αναγνωρίζουν, είναι και λίγο ενοχλητικό να σκέφτεσαι ότι το φύλο σου ήταν αποκλεισμένο και έπρεπε να παλέψεις σκληρά για να γίνεις αποδεκτή με τους δικούς σου όρους, με τη δική σου φωνή. Ευτυχώς μια «λογοτεχνική παράδοση» έχει το εξής καλό, αλλά και κακό: πολύ χώρο. Κι αν σκεφτείτε πάλι τη λίστα σας, είναι συγγραφείς που γράφουν εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους. Τι σχέση έχει ο Τζον Μπάνβιλ με τον Ρόντι Ντόιλ; Καμία. Κι όμως, ο κόσμος τούς θεωρεί «Ιρλανδούς».

• Εχουμε την τάση στην Ελλάδα να λέμε ότι εσείς οι Ιρλανδοί τα καταφέρατε, βγήκατε από τα μνημόνια, επιστρέψατε στην ανάπτυξη, σε αντίθεση με μας. Είναι αλήθεια; Επρεπε τελικά να πάρετε το φάρμακό σας, να εφαρμόσετε κάποια μέτρα;

Ναι, είναι αλήθεια, το νερό ξαναμπήκε στ’ αυλάκι. Κυρίως στο Δουβλίνο, όχι τόσο στην επαρχία. Εδώ κι έναν χρόνο μπορείς να νιώσεις στον αέρα την αλλαγή προς το καλύτερο. Δεν μου άρεσε η λιτότητα, αλλά δεν είμαι οικονομολόγος για να ξέρω αν οι μικρές οικονομίες, σαν τη δική μας, μπορούν από μόνες τους, με μεταρρυθμίσεις, να κερδίσουν την ανάπτυξη. Νομίζω ότι τον κύριο ρόλο παίζει η κατάσταση της παγκόσμιας οικονομίας.

Η ιρλανδική οικονομία είναι πολύ ανοιχτή και εξαρτημένη από Αμερική και Ευρώπη, άρα και υπάκουη σε πολυεθνικές εταιρείες. Αν τα πράγματα πηγαίνουν καλά διεθνώς, πάνε και στην Ιρλανδία. Αν υπάρχει παγκόσμια κρίση, στην Ιρλανδία η κατάρρευση είναι μεγαλύτερη. Αλλά πάντα όταν γίνεται ένα κραχ, οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι. Κι όταν υπάρχει ανάπτυξη, οι πλούσιοι πλουσιότεροι. Είναι ένα είδος σπείρας που ζούμε τώρα στην Ιρλανδία.

Ο γάμος των ομοφύλων δεν είναι τόσο ριζοσπαστικός όσο φαίνεται

• Στο βιβλίο σας ο Νταν σκέφτεται να παντρευτεί τον σύντροφό του. Θυμάμαι τη χαρούμενη μέρα του Μαΐου του 2015, που οι Ιρλανδοί ψήφισαν «ναι» στο δημοψήφισμα για τον γάμο των ομοφύλων. Θεωρούσαμε την Ιρλανδία μια αυστηρή καθολική χώρα, που ούτε νόμιμη έκτρωση δεν έχει. Τι συνέβη; Εχασε τη δύναμή της η Eκκλησία;

Δεν ξέρω. Στην Αμερική το θέμα των εκτρώσεων δεν σκοντάφτει μόνο στην Καθολική Εκκλησία, αλλά κυρίως στις συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις. Στην Ιρλανδία αγωνιζόμαστε τριάντα χρόνια τώρα για τη νομιμοποίηση της έκτρωσης και δεν καταφέρνουμε τίποτα. Αντίθετα, στο δημοψήφισμα για τον γάμο των ομοφύλων ήταν πολύ πιο εύκολο για τους Ιρλανδούς να πουν «ναι».

Γιατί αναφερόταν στην αγάπη και είχε και οικονομικές πτυχές. Πέρα από την ιδεολογία της Καθολικής Εκκλησίας, υπάρχει κάτι πιο αρχέγονο, βασικό και ωφελιμιστικό: η ανάγκη των ανθρώπων να ασφαλίσουν την ιδιοκτησία τους και να κάνουν οικογένεια. Τη σημασία του γάμου την καταλαβαίνουν και οι πιο συντηρητικοί Ιρλανδοί. Το να υποδέχεσαι, πάντως, τους γκέι στο συντηρητικό νομικό σύστημα δεν είναι και τόσο ριζοσπαστικό όσο φαίνεται.

Ειδικά για μια κοινωνία που ανθίσταται στο θέμα των εκτρώσεων. Ευτυχώς, πάντα υπάρχουν στην Ιρλανδία δύο ιστορίες, η επίσημη και αυτή που πραγματικά συμβαίνει. Οι εκτρώσεις είναι παράνομες, αλλά οι περισσότερες Ιρλανδές πηγαίνουν στην Αγγλία και τις κάνουν. Αν όμως είσαι φτωχή ή πολύ νέα, είναι τρομερά δύσκολο.

 

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Το χρώμα της γραφής
Θα μπορούσε να ήταν σύμπτωση, άλλωστε κανείς δεν ξέρει τι μυθιστόρημα θα έγραφε ακόμα η Τόνι Μόρισον αν ο θεός της λογοτεχνίας τής χάριζε μερικά χρόνια ζωής, αν δεν έφευγε, αρχές Αυγούστου, στα 88 της χρόνια.
Το χρώμα της γραφής
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Η λογοτεχνία και το μοναχικό κορίτσι
Η γνωστή μουσικός και τραγουδίστρια, Γεωργία Συλλάιου, εκπλήσσει με το μυθιστόρημά της «Εκεί κάτω στον ουρανό» και ομολογεί ότι γι’ αυτήν «η γραφή είχε πάντα το πάνω χέρι». «Μουσικός-συγγραφέας ή...
Η λογοτεχνία και το μοναχικό κορίτσι
ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
Λαϊκή ψήφος για το Χρυσό Μπούκερ
Ετσι, η φετινή 50ή επέτειος από την ίδρυσή του γιορτάζεται με πλήθος εκδηλώσεων, οι οποίες κινητοποιούν το κοινό, βάζοντας και το ίδιο στο παιχνίδι. Διότι με λαϊκή ψήφο, ηλεκτρονική φυσικά, θα αναδειχθεί το...
Λαϊκή ψήφος για το Χρυσό Μπούκερ
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Εμπόριο και συμπάθεια
Ο Διονύσης Δρόσος είναι καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Ειδικεύεται στην ηθική φιλοσοφία, έναν κλάδο από τον οποίο δικαιούμαστε να περιμένουμε πολλά και πολύτιμα πορίσματα, ιδιαίτερα σε...
Εμπόριο και συμπάθεια
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Τροχιές εκστατικότητας
Ο καθηγητής φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ποιητής Δημήτρης Λαμπρέλλης συγκεντρώνει τα Ποιήματά του στις δραστήριες εκδόσεις Ρώμη. Ο θεωρητικός της μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και ποιητής...
Τροχιές εκστατικότητας
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Τα βραβεία του περιοδικού «(δε)κατα»
Για δέκατη συνεχή χρονιά απονέμονται φέτος τα βραβεία μυθιστορήματος The Athens Prize for Literature του περιοδικού «(δε)κατα», τα οποία χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης -λόγω των επιλογών τους- στον χώρο του...
Τα βραβεία του περιοδικού «(δε)κατα»

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας