Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Με τη γλώσσα του ξένου σε ξένο τόπο
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Με τη γλώσσα του ξένου σε ξένο τόπο

  • A-
  • A+
Η νουβέλα «Μαύρο Νερό», ένα σκληρό ηπειρώτικο sci-fi για έναν τόπο που πεθαίνει από άγνωστη αρρώστια, ο Μιχάλης Μακρόπουλος μετέτρεψε -δικαίως- σε λογοτεχνικό φαινόμενο έναν γνωστό μεταφραστή. Που έγραφε από χρόνια, αλλά δυσκολεύτηκε να βρει τον δρόμο του. Που αγαπάει την επιστημονική φαντασία αλλά της δίνει ελληνικότητα και ταρκοφσκικό βάθος

Τον βρίσκω στο Δελβινάκι, ιστορικό χωριό του Πωγωνίου, πανέμορφο και γραφικό, όπως βλέπω σε φιλμάκια στο Youtube, και όχι ο εφιαλτικός, έρημος χώρος του θανάτου στον οποίο το μεταμόρφωσε στη νουβέλα του «Μαύρο Νερό» (εκδ. Κίχλη). Ο Μιχάλης Μακρόπουλος, Παγκρατιώτης γέννημα θρέμμα, αλλά κάτοικος Λευκάδας, τα τελευταία χρόνια με την οικογένειά του περνάει στο Δελβινάκι, τόπο καταγωγής της συζύγου του, τα καλοκαίρια του. Το αγαπά τόσο πολύ που η σκέψη ότι μπορεί η περιοχή να καταστραφεί από γεωτρήσεις, όπως κάποια εποχή κυκλοφορούσε έντονα, τον έκανε να γράψει εν θερμώ τη δυστοπική νουβέλα, που τον εκτόξευσε, τον έκανε ένα από τα πιο hot ονόματα αυτήν την εποχή στην ελληνική λογοτεχνία. Μια περίεργη αρρώστια, που οφείλεται σε γεωτρήσεις, σκορπά τον θάνατο σε χωριό της Ηπείρου. Μόνο ελάχιστοι κάτοικοί του επιμένουν να μην το εγκαταλείπουν, ανάμεσά τους ένας πατέρας και ο άρρωστος γιος του.

Το «Μαύρο Νερό» ήταν ανάμεσα στα πρώτα βιβλία, που έτρεξα να αγοράσω μετά την καραντίνα. Σχεδόν αμέσως κυκλοφόρησε, πάλι από την «Κίχλη», η νουβέλα του «Η θάλασσα», επίσης επιστημονική φαντασία. Οι πάγοι λιώνουν, ένας μετεωρίτης αναδύεται και μαζί του ένας ιός, που εξολοθρεύει την ανθρωπότητα και ερημώνει τη Γη. Ευτυχώς εδώ υπάρχει ένα φως, μια ελπίδα ότι η ζωή μπορεί να συνεχιστεί, ένα αίσθημα, ομολογώ, ευπρόσδεκτο για μια κορονοτρομοκρατημένη αναγνώστρια.

Δεν είναι φυσικά μόνο η επιστημονική φαντασία, είδος αγαπητό, που κάνει τον Μιχάλη Μακρόπουλο ξεχωριστό. Ούτε καν το στυλ της γραφής του, απλό, άμεσο, δυνατό. Είναι και η ιστορία του ίδιου, η προσωπικότητά του, μέσα κι έξω από τις σελίδες του. Χρόνια πολλά στη μετάφραση, με 130 βιβλία πίσω του («είμαι μεταφραστική μηχανή», λέει γελώντας), έγραφε πάντα τα δικά του, αλλά... «δεν με διάβαζε κανείς», λέει απλά. Και διηγείται τη λογοτεχνική του περιπέτεια, την αναλύει, την εξηγεί. Χωρίς να παριστάνει τίποτα, χωρίς να κρύβει ότι γράφει πολύ και γρήγορα. Εχει ήδη παραδώσει δύο νέα βιβλία στην «Κίχλη», ο δρόμος είναι ανοιχτός μπροστά του. Αν και είμαι σίγουρη πως το «Μαύρο Νερό» θα μας απασχολεί πολύ ακόμα. Αλλωστε γι’ αυτό είχα όρεξη κυρίως να μιλήσω μαζί του.

Η «Θάλασσα» γράφτηκε μέσα στην καραντίνα; Επεσε, πάντως, σε μια εποχή που κάτι τέτοια θέματα με ιούς τα νιώθουμε πιο έντονα.

Το ίδιο θα αναρωτιόμουν κι εγώ αν ήμουν αναγνώστης. Αλλα, όχι βέβαια, δεν γράφτηκε μέσα στην καραντίνα. Πώς θα γινόταν τόσο γρήγορα επιμέλεια, πώς θα έβγαινε το βιβλίο; Τη «Θάλασσα» την έγραψα πέρυσι το καλοκαίρι, μέσα σε ένα μήνα. Θα έβγαινε έτσι κι αλλιώς, απλώς μεσολάβησε μια πανδημία.

To «Μαύρο Νερό» έστειλε στη «Θάλασσα» πολλούς αναγνώστες, ήταν ένα βιβλίο που ακούστηκε πολύ, έγινε «must», κι εσείς ένας συγγραφέας-αποκάλυψη.

Κι όμως, έχω ξεκινήσει να γράφω από παλιά. Το πρώτο μου βιβλίο βγήκε το 1996. Βέβαια, δεν με διάβαζε κανένας, αλλά δεν σταμάτησα να γράφω. Τα 2/3 της δουλειάς μου είναι στο συρτάρι. Θέλω να πω ότι υπάρχει πολλή δουλειά από πίσω. Ουσιαστικά, η τελευταία μου φάση ξεκίνησε από ένα βιβλίο με δύο νουβέλες, «Σπουργίτω και Γράχαμ», που βγήκε το 2012 από τις εκδόσεις Πικραμένος στην Πάτρα, έναν πολύ μικρό οίκο, χωρίς σχεδόν διανομή στην Αθήνα - πήγε μόνο στην «Πρωτοπορία» και το Βιβλιοπωλείο της Εστίας, ούτε καν στην «Πολιτεία».

● Γιατί δώσατε ένα βιβλίο, στο οποίο προφανώς πιστεύατε, σε επαρχιακό οίκο;

Ηταν μια εποχή που έγραφα, έγραφα. Αλλά ουσιαστικά δεν είχα εκδότη από το 2008, τότε που κυκλοφόρησε η «Αδεια καρέκλα» από τον Καστανιώτη χωρίς καμία τύχη, χωρίς να ενδιαφέρει κανέναν. Οταν είδα και απόειδα, το πρότεινα στον Πικραμένο, μέσω μιας φίλης μου που δούλευε εκεί, γραφίστριας. Κι όμως, το «Σπουργίτω» ήταν η αρχή, το κατώφλι της νέας μου φάσης, της τωρινής. Ηταν και η πρώτη ιστορία μου που εκτυλίσσεται στην Ηπειρο.

● Πώς είχατε κουράγιο να γράφετε συνέχεια χωρίς μια αίσθηση ανταπόκρισης;

Ακόμα κι αν δεν έβγαζε η «Κίχλη» τα βιβλία μου που διαβάστηκαν, πάλι θα έγραφα. Από προσωπική ανάγκη. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν προσπαθεί κανείς να βρει εκδότη. Η σχέση μου με την «Κίχλη» ξεκίνησε όταν έδωσα στη Γιώτα Κριτσέλη τέσσερις αθηναϊκές νουβέλες, που έφτιαχναν όλες μαζί ένα οιονεί μυθιστόρημα. Της άρεσαν, καθυστέρησαν όμως πάνω από δυο χρόνια. Κι όταν μου είπε τελικά, «τι λες, Μιχάλη, να τα βγάλουμε;», της λέω, «κάτσε, έχω κάτι καινούργιο». Της έδωσα το «Δέντρο του Ιούδα», ένα οιονεί αστυνομικό και ουσιαστικά το δεύτερο της ηπειρώτικης φάσης μου. Ε, από τότε αρχίζω να γίνομαι αναγνωρίσιμος, βρήκε αναγνωστικό κοινό. Μετά βγήκε το «Τσότσηγια και Ω’ μ», ένα σκληρό παραμύθι για ενήλικες και μια ιστορία ενός κυνηγού πριν από 40 χιλιάδες χρόνια, που έσπασε το πόδι του και τον εγκαταλείπει η ομάδα του μόνο του σε μια σπηλιά. Μετά γράφτηκαν το «Μαύρο Νερό» και η «Θάλασσα», πολύ γρήγορα και τα δύο, κι ενώ συγχρόνως μετέφραζα.

● Δηλαδή δεν γράφετε μόνο συνέχεια, γράφετε και γρήγορα. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν δίνετε και τόση σημασία στα γραπτά σας.

Φυσικά και δίνω σημασία, τα αγαπάω πολύ τα κείμενά μου. Αλλά δεν νοιάζομαι ιδιαίτερα για το αν εκδίδονται και πού. Εχω γράψει και πολλά διηγήματα, που τα έχω διασκορπίσει σε διάφορα περιοδικά και έντυπα.

● Εχετε βρει εξήγηση γιατί ξαφνικά τα βιβλία σας βρήκαν τέτοια ανταπόκριση;

Πρώτον, είχε ωριμάσει η γραφή μου. Δεύτερον, είχα αποκτήσει μια ελληνικότητα στον λόγο, που δεν την είχα, και μια φυσικότητα, που επίσης δεν την είχα. Είχα αποκτήσει πια στυλ. Στα παλιότερα έργα μου το στυλ αυτό ήταν σε εμβρυακή μορφή ή ανύπαρκτο. Αλλά από τη «Σπουργίτω» και μετά αρχίζει και διαμορφώνεται και εκλεπτύνεται. Ενώ ήδη από το «Μαύρο Νερό» υπάρχει μια στροφή προς την επιστημονική φαντασία, ένα είδος που αγαπώ πολύ από μικρός. Που το διάβαζα και το διαβάζω. Θα την έλεγα, βέβαια, πιο ταρκοφσκική τη δικιά μου επιστημονική φαντασία.

● Γιατί τόση επιμονή σε έναν άνθρωπο που είναι μόνος σε μια έρημη χώρα; Πώς το εξηγείτε ψυχαναλυτικά; Και γιατί πάντα δίνετε στους ήρωές σας τη χαρά κάτι να βρίσκουν, λίγο νερό, λίγο φαΐ, σαν σε παιδικό παραμύθι ή την «Οικογένεια Ελβετών Ροβινσώνων» που διαβάζαμε παιδιά;

Μα, τους αγαπάω τους ήρωές μου, δεν τους αφήνω να πεθάνουν. Τα βιβλία μου όντως έχουν ένα κοινό: υπάρχει πάντα ένα πρόσωπο, που είναι ξένος σε ξένο κόσμο. Μπορεί κανείς να πει ότι είναι ένα προσωπικό θέμα. Βέβαια, πόσο ξένος σε ξένο κόσμο είμαι, που έχω οικογένεια, μεγάλο φιλικό κύκλο, μητέρα και αδελφή, επάγγελμα και πολλά άλλα που με καθορίζουν; Ομως, υπάρχει προφανώς μια εσωτερική φωνή, υπήρχε από όταν ήμουν μικρός και υπάρχει ακόμα, που μιλάει τη γλώσσα του ξένου σε ξένο τόπο, όσο και να αλλάζουν θέματα και είδη και από το αστυνομικό («Το Δέντρο του Ιούδα») να βρίσκομαι στην επιστημονική φαντασία («Θάλασσα»), σε ένα ηπειρώτικο post apocalyptic («Μαύρο Νερό») ή στο αμιγές παραμύθι («Τσότσηγια»). Οπότε το θέμα του ξένου σε ξένο κόσμο είναι κάτι πολύ δικό μου.

● Πώς το βιώνετε;

Μπορεί μια ολόκληρη μέρα να την περάσω με κόσμο, αλλά θέλω μισή ώρα να πάω μόνος μου κάπου, μια βόλτα, ας πούμε, στην έρημη παραλία της Λευκάδας τον χειμώνα. Το χρειάζομαι. Φορτίζει τις μπαταρίες μου. Κι αυτό σημαίνει ότι γίνεται και θέμα των ιστοριών μου. Δύσκολα θα γράψω μια ιστορία πολύ καθημερινή, με κάποιον σαν κι εμένα και κάποια σαν την Αναστασία, τη σύζυγό μου, και κάποια παιδιά σαν τα παιδιά μας, που θα πηγαίνουν όλοι μαζί με το αυτοκίνητο στο σουπερμάρκετ για ψώνια. Υπάρχουν πολλοί καλοί συγγραφείς που το κάνουν εξαιρετικά, δεν είναι αξιολογικό αυτό που λέω, είναι προσωπικό. Εμένα μου αρέσει το παραμύθι, ο μύθος.

● Μερικές φορές στο «Μαύρο Νερό», είστε τόσο μαύρος, σαν να την απολαμβάνετε αυτή τη θανατίλα. Αντίθετα, στη «Θάλασσα» έχετε μαλακώσει, υπάρχει περισσότερο φως και διέξοδος.

(γελάει) Δεν είμαι σαδιστής. Αλλά, ναι, το «Μαύρο Νερό» γράφτηκε μέσα σε μεγάλη ένταση, σε τρεις εβδομάδες. Βέβαια, άλλο η αφορμή για ένα βιβλίο και άλλο το ίδιο το βιβλίο, δεν συμπίπτουν αυτά τα δύο. Μολοντούτο, το «Μαύρο Νερό» γεννήθηκε επειδή ήμουν πάρα πολύ θυμωμένος όταν ένιωσα ότι θέλουν να κάνουν γεωτρήσεις εδώ γύρω στο Πωγώνι.

● Γιατί θυμώσατε;

Γιατί αγαπάω πάρα πολύ αυτή την περιοχή και δεν μου ταιριάζει να δω ξαφνικά αντλίες γεώτρησης στα μονοπάτια που περπατάω κάθε μέρα.

● Γενικά σας ενοχλούν οι εξελίξεις, από γεωτρήσεις μέχρι ανεμογεννήτριες, που όλο και κάποιες επιπτώσεις έχουν στη φύση;

Για να είμαι ειλικρινής, έχω αυτοκίνητο και το αυτοκίνητό μου καίει βενζίνη. Βέβαια, θα προτιμούσα να μην καίει βενζίνη, να έχει ας πούμε έναν ηλιακό συσσωρευτή στην οροφή. Οταν όμως κάποιος θυμώνει πραγματικά, δεν θυμώνει για κάτι γενικό και αόριστο, αλλά για κάτι που τον αφορά προσωπικά. Ηθελαν να πειράξουν κάτι που αγαπώ πολύ.

● H περιοχή είναι πολύ φτωχή, μια γεώτρηση αφορά τους πάντες.

Μα, ελάτε τώρα, επειδή ψυχανεμίζομαι κάποια πράγματα, πιστεύω πως θα ήταν για το κακό της.

● Τότε μην αρνείστε ότι το βιβλίο σας είναι οικολογικό, ακόμα και στρατευμένο, όπως δηλώσατε σε συνέντευξή σας στη Lifo. Γιατί σ’ αυτό το συμπέρασμα μας οδηγείτε. Περιγράφετε με τόσες λεπτομέρειες τις τρύπες, τους αγωγούς, τις δεξαμενές, ακόμα και το όνομα και τις στολές της εταιρείας που καταφτάνει και φέρνει τον θάνατο. Ενας οικολόγος κάλλιστα μπορεί να κάνει σημαία του το βιβλίο σας.

Α, δεν μου αρέσουν καθόλου αυτές οι λέξεις για τη λογοτεχνία -οικολογικό, στρατευμένο- κι ας το έκαναν, όντως, κάποιοι σημαία τους και καλά έκαναν. Κοιτάξτε, όμως. Οταν γράφεις μια ιστορία, ακόμα κι αν είναι φανταστική, ακόμα κι αν έχει μέσα αρχετυπικά έως και βιβλικά πράγματα, όπως έχει το «Μαύρο Νερό», πρέπει να πλάσεις κι ένα περιβάλλον με αληθοφάνεια. Η αληθοφάνεια υπάρχει στα μικρά πράγματα - στο πού είναι το τασάκι και στο πώς καίει το τσιγάρο. Η φαντασία μου είναι και οπτική και μάλιστα ζωηρή, υπάρχει ένας κινηματογράφος στο κεφάλι μου και καλούμαι να τον μεταφέρω στο χαρτί. Είναι ο πιο ανέξοδος τρόπος να κάνεις σινεμά.

● Τι είναι τελικά αυτοί οι άνθρωποι που μένουν σ’ έναν τόπο που πεθαίνει, παρ’ όλο που τους προσφέρεται ευκαιρία να φύγουν; Γιατί ο πατέρας δεν παίρνει το άρρωστο παιδί του να το πάει κάπου αλλού που ίσως ζει καλύτερα, τρώει καλύτερα, έχει βιβλία και φάρμακα;

Θα πω μια λέξη πολύ πρόχειρη, αλλά δεν θα την εξηγήσω, γιατί δεν μπορώ να την εξηγήσω. Εχουν μια πίστη - και δεν έχει τίποτα το θρησκευτικό αυτή η λέξη.

● Πίστη, σε τι; Στο παρελθόν; Στον τρόπο ζωής τους; Στον τόπο τους;

Σε οτιδήποτε. Δεν έχει σημασία.

● Υπάρχουν και πίστεις που είναι καταστροφικές και δογματικές.

Δεν εκφέρω γνώμη.

● Ε, πώς; Τους αφιερώνετε ένα βιβλίο, μας κάνετε να τους νοιαζόμαστε.

Ας μη λησμονάμε ότι μόνο δώδεκα άνθρωποι έχουν μείνει στο χωριό και είχε 250 κατοίκους. Κάποιοι πέθαναν, αλλά και κάποιοι έφυγαν. Η ιστορία μου δεν είναι γι’ αυτούς που έφυγαν, αλλά γι’ αυτούς που έμειναν. Γι’ αυτούς που έφυγαν δεν έχω καμιά ιστορία να πω.

● Μπορεί να επιμένω ανοήτως, αλλά ο πατέρας έχει τεράστια δύναμη μέσα του, και βουνά θα κινούσε για το παιδί του. Και δεν τη χρησιμοποιεί για να κάνουν ένα βήμα μπροστά, τη χρησιμοποιεί για να μείνουν μαζί στον θάνατο.

Γιατί το «μπροστά» δεν είναι μπροστά γι’ αυτόν. Σ’ αυτό το συγκεκριμένο σπίτι, μόνο εκεί, μπορούν να είναι οικογένεια. Δεν κατοικούν δυο, κατοικούν τρεις. Ο πατέρας, ο γιος και η μάνα ως ανάμνηση και μια φωτογραφία.

● Η ζωή πολλές φορές μάς αναγκάζει να κάνουμε τομές, να προχωράμε.

Ε, αυτό είναι το θέμα της «Θάλασσας». Αλλη ιστορία η «Θάλασσα», άλλη το «Μαύρο Νερό». Οταν επινοώ μια ιστορία, με κατακυριεύει, με παίρνει μέσα της. Μόνο ώς ένα βαθμό μπορώ να υπερασπιστώ τις αποφάσεις των ανθρώπων που κατοικούν σ’ αυτήν. Και σίγουρα οι άνθρωποι αυτοί δεν είμαι εγώ. Δεν είμαι μοναχός, έτσι; Αλλά όταν γράφω μια ιστορία, έχω ανάγκη από μια καθαρότητα - όχι πάντα, αλλά πολύ συχνά. Την καθαρότητα του ανθρώπου που είναι ξένος σε ξένο τόπο. Για να μην είσαι ξένος σε ξένο τόπο, σημαίνει ότι πολλά πράγματα του εαυτού σου τα μετριάζεις, αφήνεσαι σε μια ώσμωση, είσαι «εσύ και οι άλλοι», κι όσο περισσότερο είσαι «εσύ και οι άλλοι», τόσο λιγότερο είσαι εσύ, από μερικές απόψεις.

● Αναρωτιέμαι τι βιβλία διαβάζετε, ποιοι συγγραφείς σάς διαμόρφωσαν;

Α, είμαι αναγνώστης-ακρίδα. Διαβάζω κατά περίσταση αυτό που θέλω να διαβάσω, δεν περιορίζομαι καθόλου σε ένα είδος, ούτε στη λογοτεχνία, κατά το ήμισυ και παραπάνω τα διαβάσματά μου είναι δοκίμια. Μια εποχή διάβασα πολύ Παπαδιαμάντη, και μάλιστα μεγάλος, όταν ήμουν μικρός δεν μου έλεγε τίποτα, τώρα τον αγάπησα πολύ, τώρα τον καταλαβαίνω πολύ καλά ή τον καταλαβαίνω όπως εγώ θέλω να τον καταλάβω. Μια εποχή, πάλι, με είχε πιάσει μανία με τον Σκαρίμπα, άλλη με τον Μιχαήλ Μητσάκη ή με τον Θεοτόκη. Κι όταν άρχισα να γράφω τα της Ηπείρου και ένιωθα ότι χρειαζόμουν έναν ρυθμό κάπως διαφορετικό, να δουλέψω κάπως αλλιώς την πρόταση, εξυπακούεται ότι διάβασα τους Ηπειρώτες: Δημητρίου, Γκουρογιάννη, Μηλιώνη, Χατζή. Και υπάρχει ένας συγγραφέας με τον οποίο νιώθω πολύ κοντά, ο Γουίλιαμ Γκόλντινγκ του «Αρχοντα των Μυγών». Διαβάζω κάθε μέρα, αλλά προφανώς δεν μπορώ και ούτε με ενδιαφέρει να έχω κάποια εποπτεία της παραγωγής. Δεν τρέχω να αγοράσω ένα βιβλίο που γίνεται επιτυχία. Ας πούμε, το «Confiteor» δεν πήγα να το πάρω. Και μην ξεχνάτε ότι κάθε μέρα, επί πολλές ώρες, πρέπει να μεταφράζω.

● Μέσα στην καραντίνα σε ποια βιβλία καταφύγατε;

Για ένα μήνα ήθελα να διαβάζω μόνο επιστημονική φαντασία. Ετσι ξαναδιάβασα τον «Ανθρωπο που έπεσε στη Γη» του Γουόλτερ Τίβις και άλλα. Μετά έκανα ένα κλικ και ξαναδιάβασα τον πρώτο τόμο του Προυστ.

● Εχετε σπουδάσει Βιολογία. Την έχετε διδάξει ποτέ;

Οχι, ποτέ. Την επιστήμη μου για τεράστιες περιόδους την ξεχνώ τελείως, όταν όμως την ξαναπιάνω, ξαναγίνομαι βιολόγος, όπως τώρα, που τελειώνω ένα βιβλίο βιολογίας για τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, που απευθύνεται μάλιστα σε ειδικό κοινό.

● Τι πλούσια η ζωή του μεταφραστή.

Ναι, ναι, γιατί μεταξύ αυτού και της «Υπογαίας» του Ρόμπερτ Μακφάρλαν, που έκανα για τον Πατάκη, ξαναμετέφρασα στα ελληνικά τη «Ρούμελη» του Πάτρικ Λι Φέρμορ - από το μύδι στο κρεμμύδι, λέγεται αυτό. Πανδύσκολο βιβλίο η «Ρούμελη», με ισοπέδωσε.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
Γιεγιέδες, μεγαλοεκδότες και πράκτορες στη δίνη των Ιουλιανών
Ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας στο νέο του μυθιστόρημα «Casa Μπιάφρα», που παίρνει το όνομά του από το πρώτο κοινόβιο της πόλης, στήνει έναν πολύχρωμο κόσμο που μπλέκεται το καλοκαίρι του 1965 σε πολιτικές...
Γιεγιέδες, μεγαλοεκδότες και πράκτορες στη δίνη των Ιουλιανών
ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
Ενας σέξι, πανέξυπνος και ηθικός «Φρανκενστάιν» στο Λονδίνο του 1982
Ο Ιαν ΜακΓιούαν βρέθηκε αυτή την εβδομάδα στην Ελλάδα για μια διάλεξη στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος. Ευκαιρία και για μίνι διακοπές στην Κέρκυρα. Ευκαιρία και για μας να μιλήσουμε μαζί του για το νέο του...
Ενας σέξι, πανέξυπνος και ηθικός «Φρανκενστάιν» στο Λονδίνο του 1982
ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες μοιάζουν με δυστοπία»
Η κορυφαία Καναδέζα συγγραφέας Μάργκαρετ Ατγουντ, μετά την τρελή παγκόσμια επιτυχία της τηλεοπτικής σειράς «Ιστορία της θεραπαινίδας», που βασίστηκε σε μυθιστόρημά της του 1985, έγραψε τη συνέχειά του. Το «The...
«Οι Ηνωμένες Πολιτείες μοιάζουν με δυστοπία»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
Η πολιτική και συναισθηματική ερημιά ενός τρομοκράτη
Με δύο συλλογές διηγημάτων που αμέσως ξεχώρισαν («Αντρας που πέφτει» και «Γυναίκα με ποδήλατο») και οι δύο από τις εκδόσεις «Πόλις», ο Νικόλας Σεβαστάκης, καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, μας...
Η πολιτική και συναισθηματική ερημιά ενός τρομοκράτη
ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
«Οι Αλβανοί ήταν και θα είναι οι λευκοί νέγροι της Ελλάδας»
Το νέο του βιβλίο, «Λάθος χώρα», ήταν μια ευκαιρία να μιλήσουμε με τον γνωστό συγγραφέα, Γκαζμέντ Καπλάνι, που έπειτα από 25 χρόνια εγκατέλειψε τη χώρα μας, για να μην τον ταπεινώσουν και τον εξοντώσουν ηθικά...
«Οι Αλβανοί ήταν και θα είναι οι λευκοί νέγροι της Ελλάδας»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
Μόλις ανακοινώθηκαν, αφορούν βιβλία του 2016
Τα περισσότερα από τα βιβλία στα οποία απονέμονται τα «φετινά» Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας, μπορεί να μην υπάρχουν καν στα ράφια των βιβλιοπωλείων (για τις προθήκες, ούτε λόγος). Κι αυτό, όχι γιατί η Κριτική...
Μόλις ανακοινώθηκαν, αφορούν βιβλία του 2016

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας