Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Οι σημερινοί 35άρηδες θυμόμαστε πόσο ωραία ήταν η ζωή πριν από την κρίση

Ιάκωβος Ανυφαντάκης 

ΜΑΡΙΟΣ ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Οι σημερινοί 35άρηδες θυμόμαστε πόσο ωραία ήταν η ζωή πριν από την κρίση

  • A-
  • A+
Με το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Κάποιοι άλλοι» -μια συναρπαστική, πολυδαίδαλη, με άρωμα αστυνομικού, ιστορία-, ο συγγραφέας σκύβει πάνω από έναν απολυμένο δημοσιογράφο που ξενιτεύεται στην Πολωνία, χάνει όλες τις ισορροπίες του, μπλέκει σε σκοτεινούς κόσμους και αναθεωρεί τελικά τις αυταπάτες του.

Τα πρώτα µυθιστορήµατα είναι πάντα µεγάλη υπόθεση για τον συγγραφέα τους. Που είναι, προφανώς, συνήθως νέος, αν δεν είναι αφιερωµένος διά βίου στη µικρή φόρµα. Αλλά ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης ήδη µε τα δύο βιβλία του, τη νουβέλα «Αλεπούδες στην πλαγιά» (2013) και τη συλλογή διηγηµάτων «Οµορφοι Ερωτες» (2017), είχε πάψει να αποτελεί πρόσωπο προς διερεύνηση, είχε κατακτήσει μια θέση στη λογοτεχνία µας.

Την εδραιώνει ακόµα περισσότερο µε το πρώτο του µυθιστόρηµα, το «Κάποιοι άλλοι», πάντα από τις εκδόσεις Πατάκη, που ξέρουν και κάνουν σωστές µακροχρόνιες «επενδύσεις» στους νέους. Είναι ένα σύνθετο, πολυπρόσωπο βιβλίο, που ανοίγεται τολµηρά σε πολλές ιστορίες, αφού το επιτρέπει και η συνθήκη ζωής του κεντρικού ήρωα. Ενα µυθιστόρηµα που σε εµπλέκει και σε συναρπάζει.

Ο Βαγγέλης, ερωτευµένος και νιόπαντρος µε γιατρίνα, φιλόδοξος και ανερχόµενος δηµοσιογράφος του πολιτιστικού ρεπορτάζ, χάνει ξαφνικά το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Απολύεται από την εφηµερίδα του, ας όψεται η κρίση, και βρίσκεται στην Πολωνία να συντηρείται, άνεργος και παθητικός, από τη γυναίκα του, που φυσικά βρίσκει εκεί εύκολα δουλειά. Ενα πτώµα που πέφτει από τον ουρανό στην ταράτσα τους τον βάζει σε µια µανιακή, νευρωτική αναζήτηση.

Δεν είναι µετανάστης, που κρύφτηκε σε ρόδες αεροπλάνου, απελπισµένος για µια καλύτερη ζωή. Είναι ένας µυστηριώδης λευκός Αµερικανός, ο Ρέι. Ο Βαγγέλης, δηµοσιογράφος γαρ, αφοσιώνει την ανύπαρκτη ζωή του στη λύση του µυστηρίου, µπλέκει σε κόσµους σκοτεινούς, που φτάνουν στις ΗΠΑ και τα Βαλκάνια, αναγκάζεται να ξανασκεφτεί τις αυταπάτες του, να αντιµετωπίσει την υπαρξιακή του κρίση, να πάρει τη ζωή του από την αρχή.

• Τρία βιβλία σε εφτά χρόνια. Πώς γίνεται να τελειώνει κανείς ένα διδακτορικό, να δουλεύει σκληρά στη διαφήµιση και ταυτόχρονα να είναι αφοσιωµένος στο γράψιµο;

Νοµίζω ότι είµαστε µια γενιά που ή δουλεύει ασταµάτητα ή δεν έχει δουλειά. Κι εγώ είµαι τυχερός γιατί είµαι σε µια δουλειά που µου αρέσει και περνάω καλά. Νιώθω ότι µου δίνει έναν πλούτο η διαφήµιση, έναν άλλο τρόπο να βλέπω τα πράγµατα και, ειδικά στο γράψιµο, έναν άλλο τρόπο σκέψης. Θα µπορούσα να είχα µείνει εντός του εκδοτικού χώρου, είχα προτάσεις, να κάνω µεταφράσεις και άλλα πράγµατα, θα παρέµενα κλεισµένος µέσα στον ίδιο µικρόκοσµο στον οποίο ήδη ζούσα. Οσο για το γράψιµο, υπάρχουν τα Σαββατοκύριακα και τα ξενύχτια µετά τη δουλειά.

• Πρώτα µια νουβέλα, στη συνέχεια διηγήµατα και τώρα µυθιστόρηµα. Σαν να διακρίνεται ένας προγραµµατισµός, ένα σχέδιο.

Κάθε άλλο. Ολα τα βιβλία µου βγήκαν κάπως τυχαία. Τη νουβέλα δεν ήµουν σίγουρος αν έπρεπε να τη βγάλω, δεν ήµουν σίγουρος ότι ήταν το πρώτο βιβλίο που ήθελα -αν και πίστευα ότι ήταν αρκετά καλή. Μετά έγραψα κάτι άλλο, που αποφάσισα να µην το βγάλω ποτέ και κάποια στιγµή γράφτηκε κάπως τυχαία αυτό το µυθιστόρηµα.

• Ενα τόσο µεγάλο, σύνθετο και οργανωµένο µυθιστόρηµα είναι δυνατόν να γραφτεί τυχαία;

Γράφτηκε σε είκοσι µέρες, από την αρχή µέχρι το τέλος. Το καλοκαίρι του 2015. Η αρχική µορφή του ήταν υπό µορφή ηµερολογίου· ο ήρωας κατέγραφε τι γινόταν κάθε µέρα. Επίσης γράφτηκε στα αγγλικά. Τότε ζούσα στην Πολωνία, έψαχνα δουλειά και το είχα αρχίσει για πλάκα, για να µπορέσω να εξασκηθώ στα αγγλικά. Ηθελα να τα τελειοποιήσω, επειδή πίστευα ότι η επόµενη δουλειά µου θα ήταν στα αγγλικά. Είχα διαβάσει την ιστορία µε τους δύο άνδρες που είχαν πέσει από τον ουρανό στο Λονδίνο, είπα, είναι πολύ ενδιαφέρον, θα κάτσω να γράψω µε έναυσµα αυτό µια άσκηση, να τη διαβάσει η τότε φίλη µου που δεν µιλούσε ελληνικά. Αλλά όσο έγραφα, άρχισε να µετατοπίζεται από µια αστυνοµική, εντελώς επίπεδη ιστορία, σε µια προσωπική ιστορία για τη διάλυση ενός ανθρώπου. Ετσι, ξαναγράφτηκε στα ελληνικά και... πολλές φορές.

• Στην Πολωνία πώς φτάσατε; Ξέραµε Πολωνούς που έρχονταν εδώ κάποτε για δουλειά.

Περίεργα µε κοίταζαν και οι Πολωνοί όταν πήγα, σαν να µου λέγαν «Τι ήρθες εσύ να κάνεις εδώ πέρα;». Είχα τελειώσει διδακτορικό και πήγα µε την προοπτική να συνεχίσω για Γερµανία ή Αγγλία. Ηταν µεσοδιάστηµα, δεν έκανα τίποτα. Περίµενα να αρχίσω κάποια µετάφραση, αλλά έπεσα στη φάση των κάπιταλ κοντρόλς, δεν υπήρχε χαρτί κάτω στους εκδοτικούς οίκους, δεν υπήρχε τίποτα. Και ξέµεινα εκεί, να ψάχνω δουλειά. Κοιτούσα µήπως µπω σε κάποιο µουσείο, µήπως κάνω ένα post doc, να µελετήσω ας πούµε τις µεταναστευτικές ροές των Πολωνών προς Ελλάδα. Παρόλο που ένιωθα ότι αυτά που είχα να τους προτείνω δεν είχαν γίνει ακόµα εκεί, δεν υπήρχε τρόπος να δουλέψω στο επίπεδο που θεωρούσα ότι µου άξιζε. Για κάποιον που δεν µιλούσε πολωνικά, δεν υπήρχε τίποτα. Εµεινα σχεδόν έναν χρόνο.

• Να όµως που όλη αυτή η συγκυρία σάς βγήκε σε καλό. Η Πολωνία, τόσο ενδιαφέρουσα χώρα, ήρθε και έδεσε µε τα δικά σας και τα δικά µας.

Η Πολωνία µού φαινόταν καταπληκτική χώρα, πριν καν υπάρξει η σκέψη να πάω να µείνω εκεί. Μπορεί τα τελευταία χρόνια να την ταυτίζουµε µε την ακροδεξιά της κυβέρνηση, αλλά µην ξεχνάµε την τεράστια τέχνη της: κινηµατογράφος, λογοτεχνία, µουσική, θέατρο. Και πάντα µε ενδιέφερε ο ρατσισµός που υπήρχε εδώ για τους Πολωνούς. Ετσι, υπάρχει στο µυθιστόρηµα µια αρκετά σηµαντική ηρωίδα, Πολωνέζα µετανάστρια στην Ελλάδα, αλλά και το καθρέφτισµά της, το πώς αντιµετωπίζονται οι Ελληνες που έχουν πάει Πολωνία, αυτό που ζούσα κι εγώ.

• Ας πάµε στον ήρωά σας, τον Βαγγέλη. Εναν νέο άνδρα που χάνει τα πάντα από την κρίση, καταστρέφεται, µεταναστεύει και.. αλλάζει. Βγαίνει από µέσα του ένα κοµµάτι του εαυτού του που στην Ελλάδα, µε τον µισθό και τα προνόµιά του, ίσως δεν το ανακάλυπτε ποτέ. Μάλλον αρνητικός ήρωας.

Ναι, είναι αντιήρωας. Οσο όλα πήγαιναν καλά, ήταν ένας καταπληκτικός τύπος, θα µου άρεσε να κάνω παρέα µαζί του, θα τον ζήλευα και λίγο. Αλλά όταν χάθηκαν τα πάντα, δεν µπορούσε να βρει τρόπο να ισορροπήσει. Ηταν φτιαγµένος µέσα σε κάποιες συνθήκες· δεν θέλω να πω θερµοκηπίου, απλώς καλύτερων καιρών.

• Δεν είναι πάντως λογικό ένας άνθρωπος που χάνει τη δουλειά του να καταρρέει;

Ολοι µας το έχουµε ζήσει αυτό κατά καιρούς. Εχουµε επενδύσει τα πάντα σε έναν τοµέα, τον αγαπάµε τόσο πολύ, που όταν χάνεται δεν µπορούµε να σκεφτούµε τι να κάνουµε µετά. Τον αγαπάω πολύ τον Βαγγέλη ως άνθρωπο, δεν το συζητάµε, αλλά για µένα το ζήτηµα είναι: πόσο είµαστε παράγωγα των συνθηκών µας; Ποιος είναι ο πραγµατικός Βαγγέλης; Αυτός που µέχρι το 2012 κοίταζε και µε λίγη αλαζονεία τους συναδέλφους του που έχαναν τη δουλειά τους, µε τη σκέψη «εγώ είµαι το νέο αστέρι της δηµοσιογραφίας, αυτά συµβαίνουν µόνο στους άλλους» ή εκείνος που αποδεικνύεται µετά, όταν του τραβάνε το χαλάκι κάτω από τα πόδια και δεν καταλαβαίνει τι έχει συµβεί;

• Δεν είναι φαντάζοµαι τυχαίο που τον κάνατε δηµοσιογράφο;

Καθόλου. Η γυναίκα του, που είναι γιατρός, µπορεί τελικά να δουλέψει παντού, ενώ το δικό του επάγγελµα, η δηµοσιογραφία, δεν έχει αξία. «Είχε άραγε ποτέ;», αναρωτιέται. Είχα µια παρόµοια αγωνία εκείνη την περίοδο: µήπως ως ιστορικός είχα διαλέξει κάτι που τελικά δεν είχε κανένα νόηµα, όσο κι αν το αγαπούσα, όσο κι αν ήταν αυτό που ήθελα να κάνω στη ζωή µου; Αλλά και πέρα από αυτή την κοινή µας αγωνία, ζώντας ως κριτικός βιβλίου στις παρυφές της δηµοσιογραφίας, ένιωθα ότι µπορώ να γράψω έναν ήρωα δηµοσιογράφο. Είχα πολλούς φίλους δηµοσιογράφους, είχα ζήσει την κρίση του Τύπου, τις απολύσεις, θυµάµαι να είµαστε για καφέ, να χτυπάει το τηλέφωνο, «απολύθηκε αυτός»! Κι όµως, ήταν µέχρι τότε ένας κόσµος που όλοι ζηλεύαµε, ειδικά το πολιτιστικό ρεπορτάζ.

• Το στοιχείο της νέας γενιάς και οι επιπτώσεις της κρίσης πάνω της είναι ο κινητήριος µοχλός της ιστορίας;

Δεν ξέρω πια αν µπορούµε να µιλήσουµε γενικά και αόριστα για «νέα γενιά», επειδή έχει προκύψει µια επόµενη γενιά, των εικοσάρηδων, η οποία βλέπει τα πράγµατα διαφορετικά. Η δικιά µου γενιά, οι 35 µε 40 χρόνων, θυµόµαστε τον κόσµο πριν από την κρίση, αυτή είναι η διαφορά µας, θυµόµαστε πόσο ωραία µπορεί να είναι η ζωή. Εγώ, ας πούµε, θυµάµαι να µε επιµορφώνουν τα µουσεία της Αθήνας, να πηγαίνω τέσσερις φορές και δωρεάν -ως φοιτητής- να δω στο Μπενάκη την έκθεση Κουντέλκα και να µου ανοίγει ένας άλλος κόσµος. Οι σηµερινοί 20άρηδες πόσα πράγµατα µπορούν να δουν;

• Το έναυσµα, πάντως, όπως ήδη µου είπατε, δεν ήταν η δική µας κρίση, αλλά µια παγκόσµια, το µεταναστευτικό. Τα πτώµατα που πέφτουν από τον ουρανό. Κι ενώ αρχικά φαντάστηκα ότι θα γράφατε ένα βιβλίο για µετανάστες, διαλέγετε τον λευκό Αµερικανό νεκρό ανάµεσά τους και εισάγεται µια αύρα αστυνοµικού στο βιβλίο. Γιατί αυτή η επιλογή;

Δεν διαλέγω εγώ, ο ήρωάς µου διαλέγει. Οταν ξεκινάει το βιβλίο νιώθει πιο κοντά στον λευκό Αµερικανό σε σχέση µε τους Αφρικανούς. Μέχρι να τελειώσει το βιβλίο έχει, βέβαια, αναθεωρήσει. Στην αρχή τον απασχολεί τι έπαθε κάποιος που θα µπορούσε να είναι σαν κι αυτόν. Στο τέλος έχει καταλάβει ότι σαν κι αυτόν είναι όλοι αυτοί που είναι πεταµένοι στην άκρη, που κανένας δεν τους δίνει σηµασία. Στο τέλος έχει καταλάβει ότι αυτός ο λευκός Αµερικανός, που τον έχει παθιάσει και ψάχνει να βρει τι του συνέβη, δεν θα τον κοιτούσε καν αν τον πετύχαινε στον δρόµο.

• Η ιστορία του Αµερικανού σας πρόσφερε, όµως, ακόµα ένα ωραίο λογοτεχνικό ταξίδι. Από Πολωνία και Ελλάδα φτάνετε στην Αµερική, την Πόλη, ακόµα και στα δικά µας Βαλκάνια. Ανοίγει πολύ το βιβλίο. Δεν νιώσατε, λίγο, στην κόψη του ξυραφιού;

Είχα άγχος να µη βγει ψεύτικο, να µην είναι σαν να στήνω µια φαντασµαγορική ταινία. Αλλά όταν ξεκινάς ένα βιβλίο που διαδραµατίζεται µεταξύ Πολωνίας και Ελλάδας, νιώθεις ότι είναι λογικό να φτάσεις και σε κάποιες άλλες χώρες. Το κοµµάτι των Βαλκανίων το ένιωθα έτσι και αλλιώς πολύ δικό µας. Είχα κάνει κι ένα ταξίδι σ’ αυτές τις περιοχές για ένα συνέδριο, ένα-δυο µήνες πριν πιάσω το βιβλίο, και θυµάµαι ακόµα τον Κροάτη ταξιτζή, όταν του είπα «we are all brothers, we are all Balkans», να µου απαντάει: «no, me no Balkan, you Βalkan». Oι Κροάτες ποτέ δεν ένιωσαν µαζί µε τους Σέρβους κι ας έζησαν 45 τόσα χρόνια στο ίδιο κράτος. Εµείς ήµασταν πάντα Ευρωπαίοι, λένε.

• Κάποτε θεωρούσαµε ότι η ελληνική λογοτεχνία κλείνεται στα σύνορά µας, ότι λίγος κοσµοπολιτισµός θα της έκανε καλό. Τι λέτε;

Το θέµα είναι να γράφεις ένα καλό βιβλίο. Τα αριστουργήµατα του Σωτήρη Δηµητρίου διαδραµατίζονται σε χώρο µικρότερο κι από το Παγκράτι κι ας έχουν καµιά φορά ενδιάµεσα σύνορα. Αλλά, πολλοί συγγραφείς ανοίγονται πια, όλο και περισσότεροι, ειδικά τώρα που πολύς κόσµος ζει κατά βάση έξω. Σ’ αυτό το βιβλίο, εκείνη την περίοδο, δεν θα µπορούσα να γράψω κάτι αληθινό αν δεν µιλούσα για τους Ελληνες εκτός Ελλάδας. Τώρα, σε κάτι καινούργιο που δοκιµάζω, µε ενδιαφέρει πολύ το εδώ, αλλά και πάλι σε σχέση µε το έξω, µε το πώς άλλαξε ο τρόπος που µας βλέπουν και µε το πόσο Ευρωπαίοι αισθανόµαστε. Η δικιά µου γενιά πίστευε ότι το Παρίσι είναι πιο κοντά από τα Τρίκαλα. Τώρα τα πράγµατα άλλαξαν, έχουν λιγοστέψει τα λεφτά, πώς θα ταξιδέψει ο άλλος; Κάποτε το ένιωθαν ως υποχρέωση και οι γονείς να βγει το παιδί έξω, να δει πράγµατα.

• Το βιβλίο σας έχει πολλούς ενδιαφέροντες ήρωες, ας πούµε τη µικρή συναρπαστική σας Πολωνέζα, φίλη του Βαγγέλη.

Τα πολλά πρόσωπα έχουν να κάνουν κάπως µε το κοµµάτι του αστυνοµικού, που σαν είδος απαιτεί από µόνο του περισσότερους χαρακτήρες για να ανοίξει η πλοκή. Οσο για τη µικρή Πολωνέζα µου, όπως λέτε, δεν έχει ανάγκη από βιβλίο, έχει ήδη δική της ταινία. Είναι γραµµένη κατ’ εικόνα και οµοίωση της «Αντα» του Παβλικόφσκι, λέγεται Αγκάτα γιατί έτσι λένε και την ηθοποιό που την παίζει. Υπάρχουν και κινηµατογραφικές αναφορές στο βιβλίο, η προµετωπίδα είναι από τη «Μικρή ιστορία για έναν φόνο» του Κισλόφσκι. «Ναι, µεγάλωσες λίγο σήµερα». Είναι το µάθηµα που πήρε ο Βαγγέλης. Για µένα αυτή είναι η αισιοδοξία του βιβλίου, ότι κάτι βγήκε από όλο αυτό. Οταν τελειώσει µια µεγάλη περιπέτεια, ακόµα και κακή, λέµε «εντάξει, τη ζήσαµε».

Ο Θανάσης Βαλτινός κι εγώ

• Από πότε καταλάβατε ότι θέλετε να γράψετε;

Από την εφηβεία «έπαιζα», όπως πολλοί, με το γράψιμο, αλλά δεν το είχα ξεκάθαρο μέσα μου αν θέλω να κάνω λογοτεχνία ή σινεμά, μου άρεσε και να διαβάζω και να βλέπω. Και κάποια στιγμή, στα 18 μου, διάβασα την «Κάθοδο των εννιά» του Θανάση Βαλτινού και είπα, «τέλος, αυτό είναι, αυτό θέλω να κάνω, αυτό που κάνει εδώ η γλώσσα καμιά άλλη τέχνη δεν μπορεί να το κάνει».

• Ο δρόμος σας είναι, πάντως, εντελώς διαφορετικός από του Βαλτινού.

Κι όμως, μου έχει μάθει απίστευτα πράγματα. Ακόμα κι εδώ, αν εξαιρέσουμε ότι είναι ένα ογκώδες βιβλίο, όποια παράγραφο κι αν πάρουμε, θα βρούμε τον Βαλτινό από κάτω.

ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
Σε online μονοπάτια εκδότες, βιβλιοπώλες και αναγνώστες
Αγοράζουμε βιβλία με ένα κλικ, παίρνουμε τηλέφωνο στο αγαπημένο βιβλιοπωλείο της γειτονιάς μας. Νέα ήθη κορονοϊκά και στον χώρο του βιβλίου, που χτυπιέται σκληρά από το lockdown. Και μαζί νέες συνήθειες.
Σε online μονοπάτια εκδότες, βιβλιοπώλες και αναγνώστες
ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
Από τα τραύματα του Εμφυλίου στα σημερινά υπαρξιακά αδιέξοδα
Ο βραβευμένος συγγραφέας, Ηλίας Μαγκλίνης, στο τέταρτο βιβλίο του «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» σκύβει με τόλμη πάνω στη δολοφονία του παππού του από την ΟΠΛΑ τον Ιανουάριο του 1944. Ξεσκονίζει επώδυνα οικογενειακά...
Από τα τραύματα του Εμφυλίου στα σημερινά υπαρξιακά αδιέξοδα
ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
Μια ρηγίτισσα στα χρόνια του ΠΑΣΟΚ
Η Αγγέλα Καστρινάκη, καθηγήτρια της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και από τις πιο ενδιαφέρουσες και καταξιωμένες φωνές της πεζογραφίας μας επιστρέφει με νέες περιπέτειες της Ειρήνης.
Μια ρηγίτισσα στα χρόνια του ΠΑΣΟΚ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
Ενδοκινηματικές ιδεολογικές διεργασίες
Το νέο βιβλίο του Δημήτρη Παπανικολόπουλου είναι μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια για να ανοίξει ο διάλογος για τα ζητήματα που διέπουν τις πτυχές της εσωτερικής ζωής των κινημάτων.
Ενδοκινηματικές ιδεολογικές διεργασίες
ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
Πορτρέτο μιας δημοσιογράφου και μιας εποχής
Το συνηθισμένο πρόβλημα με τα βιβλία που βγάζουν οι δημοσιογράφοι είναι πως, ειδικά όταν είναι απολογισμός της καριέρας τους, δεν αποκτούν εύκολη επικοινωνία με ένα πλατύτερο κοινό.
Πορτρέτο μιας δημοσιογράφου και μιας εποχής

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας