Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ο πρωθυπουργός, η σταρ και οι «κουλτουριάρηδες»
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ο πρωθυπουργός, η σταρ και οι «κουλτουριάρηδες»

  • A-
  • A+

Με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννηση του Ανδρέα Παπανδρέου (5 Φεβρουαρίου 1919) οι εκδόσεις «Πεδίο» παρουσιάζουν το νέο βιβλίο της Μυρσίνης Ζορμπά. Η εκδήλωση θα γίνει τη Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου και ώρα 19.00, στη Στοά του Βιβλίου (Πεσμαζόγλου 5), με ομιλητές τον συγγραφέα Βασίλη Βασιλικό, τον υπουργό Επικρατείας και επίκουρο καθηγητή ΑΠΘ Χριστόφορο Βερναρδάκη, τον ομότιμο καθηγητή ΕΚΠΑ Ηλία Νικολακόπουλο και την υπουργό Διοικητικής Ανασυγκρότησης Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου. Θα συντονίσει η δημοσιογράφος και κριτικός βιβλίου Μικέλα Χαρτουλάρη.

Εχει χυθεί πολύ μελάνι για το «φαινόμενο» Ανδρέας Παπανδρέου, ωστόσο για πρώτη φορά ένα βιβλίο σκιαγραφεί πολυπρισματικά το «Πολιτισμικό πορτρέτο» του. Το υπογράφει ίσως η πλέον αρμόδια, η υπουργός Πολιτισμού Μυρσίνη Ζορμπά, η οποία γνωρίζει όσο λίγοι την πολιτισμική θεωρία και την πολιτική πολιτισμού, αντικείμενα που έχει διδάξει σε πανεπιστημιακό επίπεδο και καταγράψει στα βιβλία της.

«Καθώς ο οικονομολόγος Ανδρέας, ο πολιτικός, ο επιστήμονας, ο κινηματικός, ο εραστής, ο γιος, ο σύζυγος, ο πατέρας, βρίσκονταν ήδη σε καλά χέρια και πήγαιναν στο τυπογραφείο, προέκυπτε η ευκαιρία για μια προσέγγιση του Ανδρέα που θα έδινε απάντηση στον αντιδιανοουμενισμό του - μας είχε πληγώσει προφανώς πολύ ο χαρακτηρισμός “κουλτουριάρηδες”. Αλλά δεν ήταν το μόνο, αφού ήταν γνωστές οι ζεϊμπεκιές του, η αδυναμία του στη Ρίτα Σακελλαρίου, οι συζητήσεις του με τον Βασίλη Βασιλικό, η ψυχρότητα με τον Μίκη, η σταθερή αποχή του ως πρωθυπουργού από επίσημες πρεμιέρες και εκδηλώσεις που συγκέντρωναν τους φιλότεχνους και καλλιεργημένους, η παράδοση του πολιτισμού στη Μελίνα, που είχε μείνει αμετακίνητη σε όλους τους ανασχηματισμούς των κυβερνήσεών του», σημειώνει η Μ. Ζορμπά στον πρόλογο.

Σ’ αυτήν την ιδιαίτερη βιογραφία (εκδ. Πεδίο), το πολιτισμικό προφίλ του Α. Παπανδρέου αναδεικνύεται σε σχέση με όσα διαμόρφωσαν το ιδεολογικό του υπόβαθρο, με την πολιτική του διαδρομή, το περιβάλλον και την εποχή του. Με ενσωματωμένες μαρτυρίες και αναμνήσεις από προσωπικότητες που τον πλαισίωναν, η συγγραφέας εξετάζει επίσης τις θέσεις του για τον πολιτισμό στα προγραμματικά κείμενα, πώς ο ίδιος επηρέασε μέσα από τις πολιτικές του αποφάσεις τον πολιτισμικό χάρτη και αν οι κυβερνήσεις του είχαν σαφή πολιτική πολιτισμού.

Οπως επισημαίνει η Μ. Ζορμπά: «Ανέλαβα τη διερεύνηση της πολιτισμικής ενδοχώρας του Ανδρέα, ως πολιτικού προσώπου με το οποίο δεν με συνέδεε ιδεολογική και συναισθηματική σχέση. Από απόσταση τον πρωτοσυνάντησα σ’ αυτή τη διαδρομή του κειμένου, που κράτησε τέσσερις έντονους καλοκαιρινούς μήνες, όπως σε απόσταση τον είχα στην άκρη της προσοχής μου για όσο πολιτεύτηκε και κυβέρνησε. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, η απόσταση άρχισε να μικραίνει όσο έμπαινα πιο βαθιά στις λεπτομέρειες της διαμόρφωσής του, στα παιδικά του χρόνια, στη φοιτητική του ζωή, στα τραύματα της πολιτικής του διαδρομής, στις αποξενωμένες σχέσεις του. Κι έτσι, όταν το κείμενο έφτασε στο τυπογραφείο, η σχέση μου με τον Ανδρέα είχε αλλάξει, όσο κι αν η ιδεολογική μας συγγένεια δεν είχε μπορέσει να γεφυρωθεί».

Σήμερα προδημοσιεύουμε το κεφάλαιο του βιβλίου για το «κεφάλαιο Μελίνα Μερκούρη», τη σταρ υπουργό Πολιτισμού η οποία, όπως έλεγε ο Ανδρέας, «άντεξε» και στους 16 ανασχηματισμούς.

Η Μελίνα Μερκούρη αποτέλεσε για τις κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου την εμβληματική περσόνα του ελληνικού πολιτισμού μέσα και έξω από τη χώρα. Υπουργός από την πρώτη κυβέρνηση του ’81, θα παραμείνει στη θέση της ακλόνητη σε δεκαέξι ανασχηματισμούς, εκπροσωπώντας θεσμικά την πολιτιστική πολιτική της χώρας.

Κάποιοι χαρακτήρισαν τη σχέση Ανδρέα-Μελίνας θεατρική. Είναι αλήθεια αξιοσημείωτο ότι στην ογκώδη, κατά κάποιον τρόπο «επίσημη», βιογραφία της Μελίνας, όπου υπάρχουν συνολικά δεκαεπτά αναφορές στον Ανδρέα Παπανδρέου, δεν ανιχνεύεται πουθενά η προσωπική τους σχέση. Αντίθετα, όπως «ο Κένεντυ είχε συμπεριλάβει στην προεκλογική του εκστρατεία κάποια εμφάνισή του με τη Μαίριλυν Μονρόε στο πλάι του, πίστεψα ότι για κάποιον τέτοιο λόγο την ήθελε ο Παπανδρέου.

Να έχει στο κόμμα του τη λαμπερή φιγούρα μιας σταρ», θα πει η φίλη της Ντένη Βαχλιώτη. Αν ιδωθεί, επομένως, ως θεατρική σχέση, αφορά σίγουρα δυο πρόσωπα που επεδίωκαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην επιτέλεση. Διέθεταν, υπό αναλογίες, μια ανθεκτική ταυτότητα που τρεφόταν από τις ίδιες τις αντιφάσεις της. Ο Ανδρέας ήξερε να γράφει το σενάριο, να σκηνοθετεί τον εαυτό του, να παίζει τους ρόλους του έργου σαν ηθοποιός. Η Μελίνα ήταν μια επαγγελματίας ηθοποιός. Ισως ένας από τους αδήριτους λόγους που ο Ανδρέας κράτησε τη Μελίνα σταθερά στο Υπουργείο Πολιτισμού (ΥΠΠΟ) ήταν ότι ήθελε κοντά του μια αληθινή ηθοποιό, μια λαμπερή σταρ που να προσμετρά την έκταση της επιτυχίας της στη δική του πολιτική επιτέλεση, της οποίας ήταν ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής. Να τον στοίχειωνε, άραγε, εκείνη η θεατρίνα που του έκλεψε πρώιμα τον πατέρα;

Η παρουσία της Μελίνας στο ΥΠΠΟ το μετέβαλε πολύ γρήγορα, από αρχαιολογική υπηρεσία συνμηχανισμό δευτερεύουσας προπαγάνδας, που ήταν ώς τότε, σε χώρο ζύμωσης, αναζητήσεων και πειραματισμών, σε μια μικρή αυλή των θαυμάτων. Τα προγραμματικά κείμενα του ΠΑΣΟΚ που εξετάσαμε παραπάνω, όχι μόνο ήταν αντιφατικά και συγκεχυμένα, αλλά έθεταν στόχους ανεδαφικούς και ανεφάρμοστους. Ποιες θα μπορούσαν να είναι, επομένως, οι κατευθυντήριες γραμμές αυτού του Υπουργείου, αφού δεν υπήρχε πίσω του ένα πολιτικό σχέδιο με ρεαλιστικούς στόχους;

Τα υλικά από τα οποία φτιάχτηκε η πολιτιστική πολιτική του ΥΠΠΟ ήταν ό,τι μπόρεσε να βρεθεί συγκυριακά και εκ των ενόντων. Πρώτα απ’ όλα, η «προίκα» της ίδιας της Μελίνας και του στενού της κύκλου, υφασμένη στον καμβά της βιομηχανίας του σινεμά, της τουριστικής Ελλάδας, των διεθνών καλλιτεχνικών και πολιτικών προσωπικών σχέσεων, του γνωστού στο εξωτερικό ονόματος που άνοιγε πόρτες, της αριστερής αμερικανικής διανόησης που αντιστάθηκε στον μακαρθισμό, αλλά και μιας προσωπικής ιδιότυπης αριστοκρατικής λαϊκότητας που, όπως αποδείχτηκε, μπορούσε να συγκινήσει όχι μόνο τη Β’ Πειραιά αλλά ολόκληρη την Ελλάδα και τον έξω κόσμο. «Είχε ένα αλάθητο ένστικτο στο να μυρίζεται τα ρεύματα. Ηταν ένστικτο και μόνο. Δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα άνοιγε ένα βιβλίο ή εφημερίδα για να διαβάσει», λέει η Ντένη Βαχλιώτη.

Δεύτερον, η «προίκα» του ίδιου του Υπουργείου, που ήταν σχεδόν αποκλειστικά η αρχαιολογική υπηρεσία, συντεταγμένη και επιστημονικά στελεχωμένη, ο κύριος δημοσιοϋπαλληλικός κορμός του ΥΠΠΟ, με στόχο, παράδοση, μέθοδο και κύρος. Μια υπηρεσία που ταυτιζόταν με την πολιτισμική κληρονομιά της χώρας, ως πιστός υπηρέτης και γνήσιος φύλακάς της, που την ερμήνευε ιδεολογικά, τη συντηρούσε τεχνικά και την προάσπιζε απέναντι στην επιλήσμονα και εν πολλοίς αδαή εκάστοτε πολιτική ηγεσία. Η τρίτη «προίκα» ήταν μια μάζα από ετερόκλητα πολιτιστικά υλικά, ανθρώπους, αιτήματα, προτάσεις και ιδέες για τις τέχνες, που προέκυψαν συσσωρευμένα από τον χρόνιο αποκλεισμό και τον κρατικό συντηρητισμό του παρελθόντος. Αυτά προέρχονταν από μια παραδοσιακή αριστερή κουλτούρα και από τις νεοφώτιστες προσδοκίες που αναπτύχθηκαν μετά την Αλλαγή.

Ποιο ήταν το σημείο συνάντησης όλων αυτών των διαφορετικής προέλευσης και υφής υλικών, που αποτέλεσαν το πολιτισμικό κεφάλαιο του ΥΠΠΟ στα χρόνια του ’80; Δεδομένης της αδυναμίας των πολιτικών και ιδεολογικών κατευθύνσεων αλλά και των κρατικών και κομματικών δομών, όλα συναντήθηκαν σε ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο αυτό ήταν η Μελίνα. «Μα αφού είναι ο Ρήγκαν στην πολιτική, γιατί όχι εγώ, που είμαι και καλύτερη ηθοποιός;» θα αναρωτηθεί. Πράγματι, η Μελίνα κατάφερε με επιτυχία να συγκεράσει τις διαφορετικές προσδοκίες και αιτήματα μέσα στη δική της ευρύτητα ρόλων που ικανοποιούσαν τα περισσότερα γούστα. Οικεία στο πασοκικό σύστημα που πρόβαλλε διεκδικήσεις είτε σε προσωπικό επίπεδο είτε σε συλλογικό, ως εθνικοτοπικός σύλλογος, ως κλαδική οργάνωση, ως τοπική αυτοδιοίκηση. Δεκτική στους επαγγελματίες καλλιτέχνες και δημιουργούς και στα συντεχνιακά τους αιτήματα. Απροκατάληπτη απέναντι στους αριστερούς καλλιτέχνες.

»Ανοιχτή απέναντι στον λαό, στους πολίτες, στο απροσδιόριστο αλλά διψασμένο αίτημα για πολιτισμό των λαϊκών ανθρώπων στην πόλη και την επαρχία. Ανταποκρίθηκε εξαιρετικά σε όλα. Το μόνο που δεν μπορούσε να κάνει ήταν να διατυπώσει η ίδια, κάτω από αυτές τις συνθήκες, μια πολιτική για τον πολιτισμό. Αλλωστε, για να γίνει κάτι τέτοιο, θα χρειαζόταν αναγκαστικά τη συνδρομή ορισμένων διανοουμένων. Αλλά η απόσταση που είχε από τους διανοούμενους και τον πνευματικό κόσμο ήταν μεγάλη, όπως η ίδια εξομολογείται. «Να σου πω τη μαύρη αλήθεια; Δεν τα πάω καλά με τους κουλτουριάρηδες. Δεν τα πήγαινα καλά μαζί τους από παιδί. Το πετσί μου δεν τους θέλει».

Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στο κέντρο όλου αυτού του συστήματος, που αναζητούσε πολιτιστικό προσανατολισμό μετά από την έκρηξη της Αλλαγής, βρισκόταν μια κοινή αντίληψη που ταύτιζε την πολιτιστική πολιτική, πριν απ’ όλα, με γενναιόδωρες κρατικές επιχορηγήσεις στους καλλιτέχνες. Μια άλλη, κοινή επίσης, αντίληψη ταύτιζε τον πολιτισμό με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, δίνοντάς του απόλυτη και, εν πολλοίς, μοναδική προτεραιότητα.

Στη συνέχεια υπήρχαν κι άλλες συμπληρωματικές των παραπάνω αντιλήψεις: σχετικά με την αγορά ως εχθρό της ποιότητας του έργου, τη σχέση κατανόησης της υψηλής κουλτούρας από τον λαό, την ταύτιση πολιτισμού και τεχνών, τους τρόπους διάδοσης του πολιτιστικού προϊόντος, το τι είναι λαϊκή κουλτούρα. Ολα αυτά τροφοδότησαν φυγόκεντρες δυνάμεις, που στάθηκε αδύνατον να διατυπώσουν μια πολιτιστική πολιτική με επάρκεια και αποτελεσματικότητα όσον αφορά τους ίδιους τους πολίτες και τις πολιτιστικές πρακτικές τους, αλλά και την πολιτιστική διπλωματία της χώρας.

Ετσι, ξετυλίχθηκε μια αλυσίδα πρωτοβουλιών που λειτουργούσαν κυρίως με το ένστικτο. Η Μελίνα έδωσε κατ’ αρχάς προτεραιότητα στην επικοινωνία με το εξωτερικό, ασκώντας μια ιδιότυπη πολιτιστική διπλωματία, στηριγμένη στη λαμπρή επαφή, κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας, με προσωπικότητες όπως ο Λανγκ, ο Πάλμε, ο Γκονζάλεθ, ο Πάπας, η Γκάντι, ο Μιτεράν.

Αυτή η επικοινωνία τη βοηθούσε να προωθεί έναν επίκαιρο σχεδιασμό με εκθέσεις, εκδηλώσεις, διακηρύξεις, ή να αντιμετωπίζει με επιτυχία την εσωτερική αμηχανία και την κριτική που ερχόταν από πολλές κατευθύνσεις. Σε μια φωτογραφία του 1985, όταν η Αθήνα γιόρταζε ως πρώτη πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, η Μελίνα λάμπει ανάμεσα στον Ανδρέα και τον Μιτεράν. Ηταν ο ρόλος που της ταίριαζε πάνω απ’ όλα.

Εδωσε επίσης προτεραιότητα στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, με αποκορύφωμα το αίτημα της επιστροφής στην Ελλάδα των Μαρμάρων του Παρθενώνα από το Βρετανικό Μουσείο. Εθεσε το θέμα για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 1982 στο Μεξικό, στη Διεθνή Διάσκεψη Υπουργών Πολιτισμού της Ουνέσκο. «Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα για μας. Είναι το καμάρι μας. Είναι οι θυσίες μας. Είναι το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι η φιλοδοξία και το όνομά μας. Είναι η ουσία της ελληνικότητάς μας». Το συμβολικό πεδίο στο οποίο αναφερόταν, η σταθερή Μεγάλη Ιδέα που την οδηγούσε κατά τη διάρκεια όλων των χρόνων που παρέμεινε υπουργός, περιείχε τα συστατικά που κατασκεύαζαν την ελληνικότητα όπως εκείνη την εννοούσε. Μια πολιτισμική ταυτότητα με μεγάλη δόση αρχαιοελληνικού πολιτισμού, ελληνικού φιλότιμου και λεβεντιάς, κεφιού και μεσογειακού ταμπεραμέντου, περηφάνιας και τουριστικού φολκλόρ, εκφρασμένα με συγκινησιακή φόρτιση.

Πάντως, μέσα στα τρία πρώτα χρόνια της υπουργίας της είχε κιόλας κερδίσει μεγάλο μέρος της αριστερής διανόησης και των καλλιτεχνών. Μια ευφορία, που τη διαδέχθηκε, από το ’84 και μετά, ο πεσιμισμός των διαψευσμένων ελπίδων.

Αν, όμως, όσα έγραφαν τα κομματικά κείμενα του ΠΑΣΟΚ από το 1974 ώς το 1981 δεν έμελλε να αποτελέσουν αντικείμενο του Υπουργείου Πολιτισμού στα χρόνια αυτά, τι θα ήταν εκείνο που θα τα αντικαθιστούσε; Το πρόσωπο της Μελίνας, όπως ήταν φυσικό, δεν αρκούσε για να καλύψει το έλλειμμα μιας πολιτικής πολιτισμού που θα αφορούσε τις νέες κατευθύνσεις της σύγχρονης κουλτούρας της χώρας και τους πολίτες της. Οι ποικίλες θετικές πρωτοβουλίες δεν ήταν ικανές να οδηγήσουν τη χώρα σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης του πολιτισμού.

Ετσι, το Κέντρο Κινηματογράφου, παρά την αδιαμφισβήτητη σημασία του, παρέμεινε επί χρόνια εγκλωβισμένο σε ένα πεδίο αντεγκλήσεων μεταξύ συνδικαλιστών, παραγόντων και δημιουργών που αναζητούσαν στήριξη. Μολονότι τα ποσά που διατέθηκαν δεν ήταν ευκαταφρόνητα, δεν κατόρθωσε να φέρει το κοινό πιο κοντά στον ελληνικό κινηματογράφο, να το διαπαιδαγωγήσει, να το διευρύνει, ούτε όμως και να φέρει τους Ελληνες δημιουργούς, με ελάχιστες εξαιρέσεις, πιο κοντά στο κοινό τους. Το ίδιο θα μπορούσε να παρατηρήσει κάποιος και για τα ΔΗΠΕΘΕ. Η σύλληψη του σχεδίου υποσχόταν πολλά. Ομως, παρά τη θετική παρουσία ορισμένων από αυτά, στην πλειονότητά τους δεν ευτύχησαν να καλλιεργήσουν θεατρικό κοινό στην περιφέρεια.

Από την πλευρά της, η τοπική αυτοδιοίκηση δεν στάθηκε ικανή, παρά μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις, να λειτουργήσει με μεγαλύτερη δημιουργικότητα στη διαχείριση του πολιτισμού απ’ όση απαιτούσε ένα τοπικό φεστιβάλ ή οι σύλλογοι της περιοχής. Με αυτό τον τρόπο αναπαρήγαν απλώς ένα κεντρικό καταναλωτικό μοντέλο που σε καμιά περίπτωση δεν αξιοποιούσε τις δημιουργικές δυνάμεις της περιφέρειας. Ο θεσμός των πολιτιστικών πρωτευουσών της Ευρώπης, μια άλλη Μεγάλη Ιδέα της Μελίνας, με πρώτη την Αθήνα το 1985, υπήρξε μια εναλλακτική πολιτισμική πρόταση ανάπτυξης για ορισμένες από τις ευρωπαϊκές πόλεις στις οποίες πραγματοποιήθηκε, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις παρέμεινε στο πλαίσιο ενός καλλιτεχνικού φεστιβάλ.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι μέσα στην περίοδο που εξετάζεται δεν ασκήθηκε πολιτική για το βιβλίο, τα γράμματα, τις δημόσιες βιβλιοθήκες και την ανάγνωση, για τέχνες με μικρότερα κοινά όπως ο χορός ή η φωτογραφία, για τις πειραματικές μορφές τέχνης, για την αναδυόμενη κουλτούρα. Υπήρξαν, όμως, και ορισμένα σχέδια που λειτούργησαν σε βάθος χρόνου, όπως το Μουσείο της Ακρόπολης και η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας, που εξελίχθηκαν ή ολοκληρώθηκαν αρκετά χρόνια μετά, αποδεικνύοντας το μέγεθος των δυσκολιών αλλά και τη διορατικότητα και την ευαισθησία που υπήρχε στη βάση τους.

Κρίνοντας συνολικά, από την οπτική της πολιτιστικής πολιτικής, θα έλεγε κανείς ότι παρά τις αδιαμφισβήτητες καλές προθέσεις, τις πρωτοβουλίες και τη μεγάλη κινητικότητα, η πολιτιστική πολιτική της χώρας παρέμεινε όλα αυτά τα χρόνια αιχμάλωτη ενός συντηρητικού πλαισίου, που κινιόταν μεταξύ «ένδοξου» παρελθόντος και τουριστικών προτεραιοτήτων.

Δέσμια μιας καθυστερημένης γραφειοκρατίας, συντεχνιακών και τοπικών συμφερόντων, πελατειακών σχέσεων, η πολιτιστική πολιτική απέτυχε να διατυπώσει μια σύγχρονη ατζέντα, να επιτύχει σταθερές συμμαχίες με τον τομέα της εκπαίδευσης ή άλλους τομείς που βρίσκονταν σε ανάπτυξη, να διαμορφώσει εντέλει ένα σύγχρονο φιλόδοξο σχέδιο για το πολιτιστικό παρόν της χώρας. Στις σπάνιες περιπτώσεις που κατάφερε να διατυπώσει ένα τέτοιο σχέδιο, όπως π.χ. με το Πολιτιστικό Δίκτυο Πόλεων, δεν το υποστήριξε ώς το τέλος.

 

ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
«Πόσες λέξεις; Ένα πολιτιστικό μετα-ρεπορτάζ 1995-2016»
Το βιβλίο της Όλγας Σελλά είναι μια επαγγελματική αυτοβιογραφία, γραμμένη με χιούμορ και συγκίνηση, και παράλληλα ένα πολιτικό και πολιτιστικό ημερολόγιο 21 χρόνων.
«Πόσες λέξεις; Ένα πολιτιστικό μετα-ρεπορτάζ 1995-2016»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
Πάθη, έρωτας κι αγώνες
Υπάρχουν κάποιες μητροπόλεις του κόσμου που στέκονται ενώπιον της ιστορίας αυθύπαρκτες, χρονικά απεριόριστες και συνάμα διαρκώς μεταλλασσόμενες. Στα σπλάχνα τους γεννήθηκαν και πέθαναν τα πάντα, κάθε ανθρώπινη...
Πάθη, έρωτας κι αγώνες
ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
Ο Τσάπλιν, ο Χίτλερ και «Ο μεγάλος δικτάτορας»
Οταν ο φίρερ αντέγραψε την εμφάνιση του «ανθρωπάκου» για να εμπνεύσει στο πλήθος συμπάθεια και πώς ο θρυλικός ηθοποιός τον διακωμώδησε στην κορυφαία ταινία του.
Ο Τσάπλιν, ο Χίτλερ και «Ο μεγάλος δικτάτορας»
ΕΚΔΟΣΕΙΣ - ΒΙΒΛΙΑ
Ποιο είναι το μέλλον του Οργανισμού Βιβλίου;
Tα χαρτιά της για την Εθνική Πολιτική για το Βιβλίο άνοιξε η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, στη Βουλή, απαντώντας σε επίκαιρη ερώτηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Βασίλη Βασιλικού. Για ακόμη μια φορά ανατρέπει...
Ποιο είναι το μέλλον του Οργανισμού Βιβλίου;
ART - ΝΕΑ
O διάδοχος του ΕΚΕΒΙ θα λειτουργήσει μέσα στο 2019
Συνάντηση με ανθρώπους και φορείς του χώρου του βιβλίου είχε η υπουργός Πολιτισμού, ενόψει του σχεδίου νόμου για τον νέο Οργανισμό. Κι όπως αποδείχτηκε, αυτό που τους ενδιαφέρει περισσότερο είναι η προώθηση...
O διάδοχος του ΕΚΕΒΙ θα λειτουργήσει μέσα στο 2019

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας