Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Βασιλική Πέτσα: «Δεν με συγκινούν οι αθώοι, αλλά όσοι θυσιάστηκαν»

Η νεαρή συγγραφέας από την Καρδίτσα ισχυροποιεί τη θέση της στη λογοτεχνία μας με το τρίτο βιβλίο της, τη συλλογή διηγημάτων «Μόνο το αρνί»

Βασιλική Πέτσα: «Δεν με συγκινούν οι αθώοι, αλλά όσοι θυσιάστηκαν»

  • A-
  • A+

Η Βασιλική Πέτσα είναι μόλις 32 χρόνων. Κι όμως, μέσα στην πλημμύρα των νέων ελληνικών λογοτεχνικών έργων τής σεζόν το δικό της, η συλλογή διηγημάτων «Μόνο το αρνί», από τις εκδόσεις Πόλις, που την ανακάλυψαν το 2011, σε αναγκάζει να βιαστείς.

Ετσι κι αλλιώς, τελευταία, η πλούσια παραγωγή ελληνικών διηγημάτων σε εκπλήσσει σχεδόν πάντα ευχάριστα ως αναγνώστη. Ενώ και τα δύο προηγούμενα βιβλία τής Πέτσα σού έχουν εντυπωθεί στο μυαλό.

Κυρίως η νουβέλα «Θυμάμαι», με την οποία την πρωτογνωρίσαμε το 2011. Τόσο για το θέμα της -δύο ανήλικες μαθήτριες δολοφονούν σε χωριό σεβάσμιο γέροντα, χήρο και κομμουνιστή- όσο και για την πολυφωνική αφήγηση -η ιστορία παρουσιάζεται από πολλά πρόσωπα, δικηγόρους, αστυνομικούς, καθηγήτριες, ντόπιους, το καθένα κι ένα κομματάκι του παζλ.

Πάνω από όλα, όμως, το στίγμα που είχε αφήσει η Βασιλική Πέτσα σε έναν μη ειδικό αναγνώστη ήταν μια έγνοια, μια συμπόνια, μια κατανόηση για τις δυο νεαρές δολοφόνους, ίδιον, ίσως, της νέας λογοτεχνίας και των καιρών -κι ας ήταν από τα αδύνατα σημεία της νουβέλας για μερίδα της κριτικής.

Ακολούθησε η συλλογή διηγημάτων «Ολα τα χαμένα» (2012, Πόλις) και τώρα αυτό το μικρό βιβλιαράκι με τον περίεργο τίτλο «Μόνο το αρνί» και τέσσερις ιστορίες, τις καλύτερες που έχει γράψει ποτέ.

Στην πρώτη ένας ηλικιωμένος διηγείται με έντονη ντοπιολαλιά την άνοδο και την πτώση Ελληνα αξιωματικού, που βγαίνει στο βουνό και χύνει το αίμα του στις γραμμές του ΕΛΑΣ.

Στην άλλη, ένα κοριτσάκι σε ορεινό χωριό της φτωχής μετεμφυλιακής Ελλάδας κάνει κάτι το αδιανόητο για να εξασφαλίσει τα αγαπημένα του ζαχαρωτά.

Στην τρίτη, μια οικογένεια, μάνα, πατέρας και παιδί, ο καθένας στον κόσμο του, ζει μέσα στα δικά του χαμένα ή πλαστά όνειρα, ενώ γύρω τους η Ελλάδα έχει υποταχθεί στην τρομοκρατία της Δεξιάς.

Στην τελευταία, τρεις νεαροί καθηγητές κι ένας βοσκός «συναντιούνται» σε απομονωμένο ορεινό χωριό στο θολό τοπίο της Μεταπολίτευσης.

• Είστε τόσο νέα, κι όμως σ’ αυτήν τη συλλογή και τα τέσσερα διηγήματα, με κυρίαρχο το πρώτο, είναι ποτισμένα με την αίσθηση του Εμφυλίου, των μετεμφυλιακών διώξεων της Αριστεράς, της χούντας, της Μεταπολίτευσης. Γιατί; Πόσο άφοβα προσεγγίζει ένας συγγραφέας περιόδους που δεν έχει ζήσει;

Κατά μία έννοια, το μη βιωμένο είναι ευκολότερα προσβάσιμο. Πρόκειται για terra incognita, που εξερευνά κανείς με μεγαλύτερη ελευθερία: μπορεί να υιοθετήσει ή και να αρνηθεί προϋπάρχοντα ερμηνευτικά σχήματα, δεν τον «δένει» η εμπειρία σε μια συγκεκριμένη και αποκλειστική αλήθεια, σ’ ένα απατηλά βέβαιο «έτσι ήταν» ή «έτσι έγινε».

Επιπλέον, είναι και η περιέργεια –αδίκως δυσφημισμένη ιδιότητα: με όχημα τους χαρακτήρες που επινοεί κανείς, μπορεί να μεταφερθεί σε άλλες εποχές, να φανταστεί (αλλά, πρωτίστως, να συναισθανθεί) τον τρόπο ζωής και τις συνήθειες άλλων καιρών, κάπως σαν να κατασκευάζει τα δικά του άβαταρ και τους προσωπικούς του ψηφιακούς κόσμους.

• Υπάρχει κάτι που σας κρατάει ως συγγραφέα μακριά από το παρόν;

Οι κόσμοι αυτοί δεν είναι αποκομμένοι από το παρόν, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό μάς καθορίζουν υπογείως με μυστήριους τρόπους ή, πάλι, με εξασκημένο βλέμμα, εντοπίζει κανείς θλιμμένα απομεινάρια τους, σαν αφρόντιστα μνημεία που γερνούν υπομονετικά δίπλα σε υπερσύγχρονα κτίρια.

Προσωπικά μιλώντας, αν γύρισα στο παρελθόν, είναι, ίσως, και γιατί το παρόν με κούρασε, βάρυνε, φορτώθηκε αδιέξοδα, δεν είχα τι να πω γι’ αυτό –ή δεν είναι ακόμη η ώρα μου να μιλήσω.

Εδώ που φτάσαμε, όπως λέει και το τραγούδι, «ο καθένας το παλεύει όπως ξέρει και μπορεί», και λάθος τρόποι –ας χαρούμε έστω λίγη επιείκεια– δεν υπάρχουν.

• Ο αντάρτης Τάσος είναι ιστορικό πρόσωπο, αυτό είναι σαφές, αλλά γιατί ειδικά αυτός, υπάρχει κάποια προσωπική σχέση;

Ο Τάσος του πρώτου διηγήματος είναι πρωτίστως λογοτεχνικός χαρακτήρας. Είναι ο Τάσος όπως διαμορφώθηκε για τις ανάγκες της μυθοπλασίας. Η Ιστορία μού έδωσε τον καμβά, μαρτυρίες προσέθεσαν σκόρπιες «θηλιές» κι εγώ συμπλήρωσα ένα σχέδιο όπως έκρινα σωστό.

Επιλέγει κανείς τους ήρωές του για διάφορους λόγους, διαφορετικούς κάθε φορά, που ίσως να μην τους γνωρίζει καν· πάντως, σίγουρα, τους βρίσκει ενδιαφέροντες και δεν μπορεί παρά να ελπίζει ότι θα συμφωνήσουν και άλλοι μ’ αυτή του την εντύπωση.

• «Μόνο το αρνί», τι περίεργος τίτλος, και όχι μόνο επειδή δεν ανήκει σε κανένα από τα τέσσερα διηγήματα του βιβλίου. Θέλετε να μας τον εξηγήσετε -ίσως είναι κι ένας τρόπος να μιλήσετε για τον καμβά της συλλογής, τι την ενώνει και την κινητοποιεί;

Η ίδια η φράση προέρχεται από έναν στίχο ποιήματος του Δ. Σολωμού που με συγκίνησε πολύ, τον «Θάνατο της ορφανής», χωρίς αναφορές σε εθνικές εξάρσεις ή ηρωικές αυτοθυσίες –ένα ποίημα γνήσιας και καθαρής ευαισθησίας.

Ενα κοριτσάκι πεθαίνει και το αγαπημένο του ζώο ακολουθεί τη νεκρική πομπή: «Τ’ ἀρνὶ μόνον ἀκλούθαε, μπὲ μπέ, μπὲ μπὲ φωνάζει, Πάντα μπὲ μπέ, πάντα μπὲ μπέ, καὶ τὴν παιδούλα κράζει».

Θέλει τόλμη να γράψεις «μπε μπε», όχι; Ισως, σκέφτομαι, τελικά αυτό να με συγκίνησε, γιατί κατά βάθος στον ρομαντισμό «κλότσησα», τα αρνιά που γνώρισα και ξέρω δεν πενθούν, η επαρχία δεν είναι αποθετήριο των λουδίτικων ή των υπογείως μισαλλόδοξων φαντασιώσεών μας περί «αυθεντικότητας», ένας στατικός, αγνός κόσμος, το καταφύγιο έξω από τον χρόνο και την Ιστορία, ούτε η φύση φιλόξενη ή τρυφερή.

Κι όμως· μόνο το αρνί: όχι για την αθωότητα, αλλά για έναν κάποιον, έστω αυτό, σεβασμό στη θυσία.

Η καταληκτική φράση του τελευταίου διηγήματος ξεκινά με αυτές τις τρεις λέξεις και συναντά κυκλικά τον τίτλο της συλλογής, σαν τέλος, σαν κλειστό σύνολο, χρονικά μιλώντας, αλλά και σαν μόνιμη επαναφορά σε κάποιο κέντρο.

• Το πρώτο διήγημα είναι ένα μεγάλο, θαυμαστό πανηγύρι της γλώσσας. Κάθε φορά την έχω αυτή την αίσθηση όταν διαβάζω ντοπιολαλιές, ας πούμε στον Σωτήρη Δημητρίου ή πρόσφατα στον Δημοσθένη Παπαμάρκο. Εδώ σε σας, όμως, είχα κι ένα έντονο αίσθημα ρυθμού, τραγουδιού, που με ανάγκαζε να διαβάζω φωναχτά. Τέλος πάντων, γιατί το κάνατε, ήταν ένα πείραμα; Αυτή η ντοπιολαλιά καταγράφτηκε ελεύθερα, χρησιμοποιήσατε μαγνητόφωνο;

Είχα στα χέρια μου μια πληροφορία: έψαξα, ρώτησα, μελέτησα, ζήτησα να μάθουν, συζήτησα, συζήτησαν άλλοι για μένα και μου τα μεταφέρανε και όταν κοίταξα να δω τι υπάρχει, είδα στοιχεία και κενά, τον ιστό μιας ιστορίας που θεώρησα ότι άξιζε να τη διηγηθεί κανείς, υπό δύο όρους: να καθιστά σαφή τη μυθοπλαστική της διάσταση και να παραμένει πιστός στον κόσμο που αναπλάθει, στα νοητικά σχήματα με τα οποία επεξεργάζεται και βιώνει κανείς την πραγματικότητα που τον περιβάλλει –ο Ρέιμοντ Γουίλιαμς έχει εισηγηθεί μια πολύ ωραία φράση, τις «δομές συναισθήματος».

Ενιωσα, λοιπόν, ότι, εφόσον δουλεύω με λέξεις, αυτό μπορούσα να το κατορθώσω μόνο μέσω της γλώσσας, μιας γλώσσας που γνώριζα χωρίς να χρησιμοποιώ, σε πλήρη αρμονία, λέω, με το περιβάλλον στο οποίο διαμορφώθηκε.

Σκεφτόμουν, πάντα, κι ας μου συγχωρεθεί η προσωπική πληροφορία, που μάλλον δεν ενδιαφέρει κανέναν, πώς θα το έλεγε αυτό η γιαγιά μου, που δεν ζει πια. Λειτούργησε, νομίζω. Σε κάθε περίπτωση, με βοήθησε.

• Προχωρώντας στο επόμενο διήγημα είχα αγωνία να δω αν η σύγχρονη γλώσσα μας, η δικιά σας γλώσσα, θα άντεχε τη σύγκριση με την ντοπιολαλιά. Το σκεφτήκατε πότε εσείς αυτό;

Είναι πολύ σωστή η παρατήρησή σας σχετικά με το πέρασμα στη «δική» μας γλώσσα, σε ένα πιο σύγχρονο ύφος.

Προβληματίστηκα αρκετά γύρω απ’ αυτό, είναι η αλήθεια: κατέληξα στο ότι η ομαλότερη οδός ήταν εκείνη της απόλυτης σύγκρουσης: περνώντας στο δεύτερο διήγημα, επέλεξα τον δρόμο της αφαίρεσης και της λιτότητας, ενός ρυθμού εντελώς διαφορετικού, ενός άλλου συναισθηματικού τόνου.

Εξάλλου, στο δεύτερο διήγημα η αφήγηση δεν είναι πρωτοπρόσωπη, υπάρχει ένας αφηγητής που δεν εξυπηρετούσε σε τίποτα να μιλά διαφορετικά –θα κούραζε, νομίζω, και δεν ταίριαζε και με την ιστορία που ήθελα να αφηγηθώ.

• Μετά το «Θυμάμαι», που είχε εξαιρετική υποδοχή, όσο κι αν επιμένατε να το λέτε «νουβέλα», περιμέναμε ίσως από σας ένα μυθιστόρημα. Κακώς το περιμέναμε; Τι σας κρατάει και σας εμπνέει στη μικρή φόρμα;

Οι ιστορίες κάθε φορά υπαγορεύουν τα μέσα για την αφήγησή τους. Η μικρή φόρμα είναι συνειδητή επιλογή, μόνο στον βαθμό που, αφενός, εξυπηρετεί καλύτερα την απόδοση της εκάστοτε πλοκής και, αφετέρου, αφήνει περιθώρια για εναλλαγές ύφους και για πειραματισμό. Ισως, όμως, για να είμαι ειλικρινής, να μη νιώθω έτοιμη ακόμη να γράψω μυθιστόρημα ή μπορεί και να μη μου ταιριάζει.

Δεν κάνουν όλοι για όλα, δεν μπορούν όλοι τα πάντα. Νιώθω άνετα με τη μικρή φόρμα (όχι εύκολα – άνετα), είμαι στα νερά μου, εκεί ξέρω να κολυμπώ κι εκεί μ’ αρέσει. Στο μέλλον, βλέπουμε –η περιέργεια, όπως είπαμε και πριν.

• Ζείτε τώρα στην Ιρλανδία (αλήθεια, τι κάνετε εκεί;), σπουδάσατε στο εξωτερικό. Κι όμως η πατρίδα σας, η Καρδίτσα και η γύρω περιοχή είναι πανταχού παρούσα στα διηγήματά σας. Πώς το εξηγείτε αυτό; Να μην περιμένουμε κάτι πιο σύγχρονο και κοσμοπολίτικο σαν θέμα από σας;

Εχω σπουδάσει και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, προς το παρόν βρίσκομαι στο εξωτερικό με στόχο να προχωρήσω σε μεταδιδακτορική έρευνα.

Μου αρέσει να μετακινούμαι και να γνωρίζω καινούργιους τόπους, να επιστρέφω περιοδικά σε παλιούς, να τους ξαναανακαλύπτω με άλλο πια βλέμμα, να εντοπίζω σημάδια αλλαγής ή τα στάσιμα σημεία τους.

Σ’ αυτή τη συλλογή θέλησα να μιλήσω για ανθρώπους και καταστάσεις που δεν υπάρχουν πια, κι αφού αδυνατώ να κοιτάξω ευθεία στο σήμερα, τουλάχιστον με λογοτεχνική ματιά –ο θυμός, σε συνδυασμό με την αδυναμία δράσης, στομώνει τη γραφίδα λίγο περισσότερο απ’ ό,τι η ελπίδα–, αποφάσισα να ασχοληθώ με την «αρχαιολογία» του παρόντος, να σκάψω σε χώματα που γνωρίζω, να ψηλαφίσω ρίζες που δεν έχω δει, να τις αναγνωρίσω και ίσως να αναθαρρήσω συνειδητοποιώντας ότι υπάρχουν καρποί που θα γεννήσουν κάτι νέο. Ισως.

ART - ΝΕΑ
«Υπάρχει σκοτάδι και σύγχυση στο μυαλό του Ελληνα»
Ο Νίκος Α. Μάντης δεν είναι τυχαία ένα από τα πιο επιτυχημένα και συζητημένα πρόσωπα της λογοτεχνίας μας. Δείτε τι κάνει στους «Τυφλούς». Καταφέρνει να βγάλει πέρα μια τεράστια, λαβυρινθώδη αφήγηση,...
«Υπάρχει σκοτάδι και σύγχυση στο μυαλό του Ελληνα»
ART - ΝΕΑ
«Ο έρωτας είναι η αφορμή να μιλήσουμε για τα υπόλοιπα»
Η συλλογή διηγημάτων του «Ομορφοι έρωτες» -δεκαπέντε ιστορίες σε 162 σελίδες- κοσμεί το αναγνωστικό μας καλοκαίρι. Κι ενώ θα μπορούσε το καθένα να είναι και ένα μυθιστόρημα, ο 34χρονος ανερχόμενος συγγραφέας...
«Ο έρωτας είναι η αφορμή να μιλήσουμε για τα υπόλοιπα»
ART - ΝΕΑ
Φεμινιστής ή ισλαμόφοβος;
Ο Αλγερινός συγγραφέας Κάμελ Νταούντ διχάζει τη Γαλλία. Ενα άρθρο του στη «Μοντ», με το οποίο κατήγγειλε τον αραβικό κόσμο για «αρρωστημένη σχέση με τις γυναίκες», έκανε δεκαεννέα διανοούμενους να τον...
Φεμινιστής ή ισλαμόφοβος;
ART - ΝΕΑ
Στους νυχτερινούς δρόμους της Πόλης
Διαβάζοντας το νέο βιβλίο του Ορχάν Παμούκ έχεις την αίσθηση ότι, περισσότερο από όλα τα άλλα του, ακόμα και από το «Ιστανμπούλ», είναι γραμμένο για μας τους Ελληνες. Ο Τούρκος νομπελίστας γεμίζει τις σελίδες...
Στους νυχτερινούς δρόμους της Πόλης
ART - ΝΕΑ
«Νίκη» και «Γκιακ»
Δυο πολυ­συζητημένα βιβλία του 2014, το μυθιστόρημα του Χρήστου Χωμενίδη και τα διηγήματα του Δημοσθένη Παπαμάρκου βραβεύτηκαν στο Μέγαρο. Ο συναγωνισμός ήταν σκληρός και οι λίστες των υποψηφίων γεμάτες με...
«Νίκη» και «Γκιακ»
ART - ΝΕΑ
Η μόδα και η 80χρονη συγγραφέας
Είναι διάσημη και εστέτ συγγραφέας, είναι 80 χρόνων. Κι όμως, ο γαλλικός οίκος μόδας Celine, ειδικευμένος σε ένα μίνιμαλ, αυστηρό, υπέρκομψο και πανάκριβο πρετ α πορτέ, σε δερμάτινα είδη (τσάντες, παπούτσια)...
Η μόδα και η 80χρονη συγγραφέας

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας