Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
«Πολιτική αναταραχή είχαμε, προσωπικές μάχες δεν δώσαμε»

Χρίστος Κυθρεώτης

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

«Πολιτική αναταραχή είχαμε, προσωπικές μάχες δεν δώσαμε»

  • A-
  • A+
Το «Εκεί που ζούμε», πρώτο μυθιστόρημα του βραβευμένου για τα διηγήματά του νέου συγγραφέα, αφηγείται ένα και μοναδικό εικοσιτετράωρο 35χρονου δικηγόρου. Χωρίς όνειρα και αποφάσεις, αφήνεται στο ρεύμα, στο τυχαίο. Κι όμως, οι συναντήσεις του με τους άλλους αλλά και με τον εαυτό του κάνουν αυτόν, τον κάθε άλλο παρά εξαιρετικό ήρωα, καθρέφτη μιας ολόκληρης χώρας.

Μα μπορεί ένα εικοσιτετράωρο ενός 35άρη δικηγόρου που νιώθει (και είναι) ξένος προς τα ανθρώπινα, χωρίς όνειρα και βεβαιότητες, έρωτες, πάθη και σχέδια -κι ας ετοιμάζεται κι αυτός να φύγει από την Ελλάδα της κρίσης- να είναι τόσο συναρπαστικό;

Μπορεί, να ’ναι καλά η λογοτεχνία, η σπουδαία λογοτεχνία, σαν αυτή που επιβεβαιώθηκε πια ότι κάνει ο Χρίστος Κυθρεώτης, ο 40χρονος, γεννημένος στη Λευκωσία, αλλά μεγαλωμένος στην Ελλάδα συγγραφέας, που μόνο με τα διηγήματά του, τα πρώτα του («Μια χαρά», 2014), είχε κερδίσει Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα.

Πριν από λίγους μήνες έβγαλε το πρώτο του μυθιστόρημα «Εκεί που ζούμε», πάλι στις εκδόσεις Πατάκη. Μια αποκάλυψη, που υμνήθηκε και από την κριτική, και στην «Εφ.Συν.» και όχι βέβαια γιατί ο Κυθρεώτης γράφει στo σαββατιάτικο «Ανοιχτό Βιβλίο» μας.

Δεν είναι μόνος του ο Αντώνης Σπετσιώτης σ’ αυτό το πυκνό για έναν άνθρωπο που δεν πιστεύει σε τίποτα 24ωρο, μια μέρα του Ιουνίου του 2014. Πρώην γκόμενες, γονείς, συνάδελφοι, μια συγκλονιστική πελάτισσα, γείτονες.

Η Αθήνα, η Ελλάδα της κρίσης, που βαδίζει ζαλισμένη στα τυφλά, βγαίνει από τις σελίδες τού «Εκεί που ζούμε» κι ας μην είναι, ευτυχώς, πολιτικό το βιβλίο -με την κακή έννοια. Ολα τα ανθρώπινα, όλοι εμείς, 35άρηδες ή 60άρηδες, μπορούμε να καθρεφτιστούμε στον Σπετσιώτη, έναν ήρωα, που σίγουρα θα μείνει στη λογοτεχνική μας ιστορία.

• Μεγάλο βήμα, να περάσετε τόσο γρήγορα από τα διηγήματα σε ένα μεγάλο, σύνθετο και δύσκολο ως εγχείρημα μυθιστόρημα.

Πάντα ήθελα να γράψω μυθιστόρημα και τα διηγήματα μου προέκυψαν ανάμεσα σε διάφορες αποτυχημένες προσπάθειες. Ενα μυθιστόρημα έχει όντως πολλές δυσκολίες. Οι μεγαλύτερες για μένα ήταν οι ψυχολογικές. Γιατί απαιτεί από τον συγγραφέα κάποια χαρακτηριστικά που εγώ ιδιοσυγκρασιακά δεν τα έχω, όπως υπομονή, να πιστεύεις ότι αυτό που βλέπεις τώρα και δεν είναι καλό, θα γίνει καλό στο τέλος.

• Πώς σας κέρδισε ο χώρος του βιβλίου;

Η μητέρα μου διάβαζε πολύ, υπήρχαν πολλά βιβλία στο σπίτι ανάμεικτης ποιότητας. Και πολύ καλά, και μερικά που σήμερα δεν θα τα διάβαζα -αλλά δεν έχει σημασία. Αυτό με βοήθησε πολύ, επειδή η μητέρα μου διάβαζε συνέχεια, διάβαζα κι εγώ. Πάντα είχα στο μυαλό μου να γράψω, αλλά άργησα, μετά τα 25 άρχισα να γράφω συστηματικά.

• Μέχρι τότε τι κάνατε;

Σε σχέση με τη λογοτεχνία είχα δοκιμάσει να γράψω κάποια ποιήματα, που ήταν πολύ κακά, τίποτα άλλο. Απλώς διάβαζα και έκανα τις σπουδές μου, νομικά.

• Γι’ αυτό διαλέξατε ήρωα δικηγόρο; Επειδή σας ήταν πιο κοντινό ως επάγγελμα ή επειδή, όπως λέει και κάπου ο ήρωάς σας, σε φέρνει πιο κοντά στο να καταλάβεις πώς λειτουργεί η κοινωνία;

Το δεύτερο. Ηθελα ένα βιβλίο που να καταγράφει την τελευταία δεκαετία και την κοινωνική πραγματικότητα με τον τρόπο της λογοτεχνίας, σε πιο αφηρημένο δηλαδή επίπεδο. Ενα βιβλίο προσωπικό, που να μην πολιτικολογεί ούτε να κάνει κοινωνιολογία. Οπότε με βοηθούσε το επάγγελμα του ήρωα να είναι στραμμένο προς τα έξω.

Η δικηγορία είναι το κατ’ εξοχήν επάγγελμα που σε βοηθάει να γνωρίσεις διάφορες πτυχές της κοινωνίας και να πιάσεις και λίγο τον παλμό της. Την κρίση σε μερικά επαγγέλματα την καταλάβαινες από την ατμόσφαιρα, που άλλαξε τελείως σε ένα-δυο χρόνια. Αλλα επαγγέλματα είναι πιο προστατευμένα.

• Ο ήρωάς σας, ο Αντώνης Σπετσιώτης, είναι θα ’λεγε κανείς άνθρωπος χωρίς ιδιότητες. Ξένος, παθητικός, ανίκανος να πάρει αποφάσεις, δεν ευχαριστιέται τίποτα, δεν ξέρει τι να κάνει στη ζωή του. Είναι τραγικό ή συνηθισμένο πρόσωπο; Πού τον είδατε; Πώς τον σχεδιάσατε;

Ηθελα έναν ήρωα που να πηγαίνει πέρα από τον κυνισμό. Οχι να μην τον έχει γνωρίσει ή να μην είναι κυνικός σε κάποιες εκφάνσεις του. Ηθελα όμως να φανεί ότι ο κυνισμός δεν είναι το τέρμα, ότι ακόμα και στην Ελλάδα της τελευταίας δεκαετίας, που ο κυνισμός είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, μπορεί κάποιος να τον περάσει και να πάει σε κάτι άλλο.

• Που είναι τι;

Η ανοιχτότητα και η δεκτικότητά του στο περιβάλλον. Για να το καταγράψω ήθελα έναν ήρωα που να το αφομοιώνει, που σε μερικές περιπτώσεις να «είναι» το περιβάλλον του. H δυσκολία ήταν ότι συγχρόνως δεν ήθελα έναν άχρωμο ήρωα, ούτε έναν τελείως ουδέτερο, που να περιπλανάται και να «καταγράφει», ας πούμε έναν συγγραφέα ή δημοσιογράφο.

Επρεπε να έχει ως άνθρωπος ένα σαφές πλαίσιο και άξονα και την ίδια στιγμή να μπορεί να αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του σε τόσο μεγάλο βαθμό, που σε κάποιες περιπτώσεις σαν να αλλάζει χρώματα.

Γι’ αυτό και η ανικανότητά του να πάρει αποφάσεις δεν είναι απαραίτητα από αδυναμία. Ισως γίνεται και συνειδητά σε ένα βαθμό, επειδή το πολιτισμικό περιβάλλον, στο οποίο μεγάλωσε και κινείται, τον σπρώχνει προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν είναι αυτό που θα λέγαμε ένας «εξαιρετικός» ήρωας. Αλλά έχω συναντήσει πολλούς τέτοιους στη ζωή μου, ίσως είναι και ο κανόνας σε κάποιες ηλικίες, ειδικά στην Ελλάδα, όπου δεν σχεδιάζουμε σε μεγάλες χρονικές επιφάνειες, δεν σχεδιάζουμε το μέλλον.

• Θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι το μυθιστόρημα της γενιάς της κρίσης; Των σημερινών 40άρηδων, 35άρηδων το 2014; «Αυτή η γενιά μάλλον πηγαίνει τελικά χαμένη» λέει κάποιος 35άρης στο βιβλίο, αλλά υπάρχει πολύ γρήγορα και το σχόλιο «δεν υπάρχουν γενιές που έχουν χάσει τη σειρά τους, αλλά μάλλον άνθρωποι που έχουν χάσει τη σειρά τους».

Είμαι διστακτικός ως προς το να συνδέσω το βιβλίο με μια γενιά. Δεν φύτρωσε μέσα στην κρίση ο 35χρονος, έχει μεγαλώσει προ κρίσης, μέσα σε ένα πολύ διαφορετικό περιβάλλον. Αλλαξε η οπτική γωνία υπό την οποία το βλέπαμε, αλλά δεν άλλαξε αυτή η τάση που υπήρχε να μη σχεδιάζεις το μέλλον. Το «να περάσουμε καλά», το «ζήσε τη στιγμή» ήταν διάχυτα συνθήματα τη δεκαετία του ᾽90, που μεγάλωνα, επειδή βέβαια υπήρχε η οικονομική ευμάρεια και η ευδαιμονία. Τα άκουγες από το στόμα των πιο διαφορετικών ανθρώπων, από διανοούμενους μέχρι ποδοσφαιριστές.

Οταν άλλαξε το φύλλο και ήρθε η οικονομική κρίση, το «δεν σχεδιάζουμε το μέλλον» έγινε και λίγο ανάγκη, γιατί τι να σχεδιάσεις πια; Δεν ήταν όμως μόνο συνέπεια, για μένα ήταν και αιτία. Μια ολόκληρη γενιά και κοινωνία είχαν μάθει να μη σχεδιάζουν -και ατομικά, ο καθένας για τον εαυτό του, που είναι η βάση, αλλα και συλλογικά. Μετά από κάποιους κοινούς στόχους, σαν την Ολυμπιάδα ή το ευρώ, που και πάλι δεν τους συμμερίζονταν όλοι, πέσαμε σε ένα συλλογικό κενό που αντικατόπτριζε το κενό μέσα στον καθένα μας.

• Γι’ αυτό και η τόση μαυρίλα στις ανθρώπινες σχέσεις; Δεν υπάρχει ερωτική ή συζυγική σχέση στο βιβλίο που να μην είναι ασήμαντη, χλιαρή ή κατεστραμμένη.

Οταν σκεφτόμουν τον σκελετό του βιβλίου, δηλαδή τι θα συμβαίνει στον καθένα, αυτά μου φαίνονταν για κάποιο λόγο αυτονόητα. Εκ των υστέρων νομίζω ότι ταιριάζει με την αδυναμία μας να πούμε μια ιστορία. Γιατί τι είναι ο γάμος; Τι είναι η σχέση; Μια ιστορία στην οποία συμφωνείς με τον άλλο. Αυτό βλέπει παντού ο ήρωάς μου.

Από το διαζύγιο των γονιών του σε μεγάλη ηλικία μέχρι τους δικούς του χωρισμούς. Δεν θα πω ψέματα. Ηθελα να μεταφέρω το κλίμα της εποχής, αλλά δεν ήθελα να βάζω τον ήρωά μου να λέει «τι χάλια είναι όλα». Δεν το λέει σχεδόν πουθενά. Αν αυτά που συμβαίνουν γύρω του φωτίζουν μια εικόνα ήττας, μια εικόνα παρακμής, μεταφέρουν το κλίμα χωρίς ο ίδιος να γίνεται κλαψιάρης.

• Οχι μόνο δεν γίνεται κλαψιάρης, αλλά και σε μια σπαρακτική (για μένα) παράγραφο, όταν μια «δυναμική» γυναίκα που έχει αγαπήσει τον κατηγορεί ότι δεν κάνει τίποτα, της απαντά: «Ζω κανονικά τη ζωή μου, είμαι εδώ, μιλάω μαζί σου, πίνω το ποτό μου, τη Δευτέρα θα πάω δουλειά, μπαίνω στο facebook, παίζω μπάσκετ, ακόμα και σινεμά πηγαίνω». Και δεν το λέει με κατάθλιψη, ούτε κυνικά ούτε ειρωνικά.

Ναι, θα μπορούσε το ίδιο πράγμα να ειπωθεί με έναν τρόπο που να βγάζει πικρία ή και σαρκασμό. Αλλά αυτός απλώς περιγράφει. Με παθητικότητα ή μάλλον καλύτερα στωικισμό.

• Δεν είναι πολύ νωρίς για να έχει αυτό το αίσθημα ένας 35άρης;

Είναι νωρίς, αν το δούμε από μια δεοντολογική πλευρά, του τι πρέπει να γίνεται. Αλλά είναι κάτι που το είδα πολύ να γίνεται, το είδα κάποιες φορές και στον εαυτό μου. Θεωρώ ότι είναι ένα από τα χαρακτηριστικά αυτής της δεκαετίας που τελειώνει. Εκδηλώθηκε σε κάποιο επίπεδο μια πολιτική αναταραχή, αλλά στο επίπεδο της ζωής του καθενός μας καμιά μάχη δεν υπήρξε.

Σαν να συνειδητοποιήσαμε πόσο μικρο περιθώριο κινήσεων έχουμε. Μπορεί να ᾽ναι όμως λάθος αυτή η συνειδητοποίηση, μπορεί να ᾽ναι κι αυτή που έφερε τη γενικότερη κρίση.

• Να λοιπόν που μου κάνετε μια καθαρά πολιτική ανάλυση του βιβλίου. Αρα μπορούμε να το διαβάσουμε και με πολιτική ματιά;

Ποτέ δεν είπα ότι δεν έχει και μια πολιτική ανάγνωση. Κατά τη γνώμη μου έχει. Αλλά δεν θα ήθελα να πολιτικολογήσω, με την έννοια του να πάρω θέση απέναντι σε διλήμματα. Γιατί προσωπικά δεν έχω θέση, όπως δεν έχει και ο χαρακτήρας μου.

• Πολιτική θέση δεν έχει, αλλά έχει χιούμορ και πετάει μπηχτές ότι ξαφνικά και οι πιο αδιάφοροι και άσχετοι ασχολούνται με την πολιτική.

Είναι ένα χαρακτηριστικό που εμφανίστηκε με την κρίση. Η δική σας γενιά πέρασε από μιαν εντελώς αντίθετη φάση πολιτικοποίησης. Και οι 25άρηδες που βρέθηκαν μέσα στην κρίση να πηγαίνουν Πανεπιστήμιο είναι λίγο πιο πολιτικοποιημένοι από τη δική μου γενιά -έστω με τρόπους ανορθόδοξους.

Τη δεκαετία του ᾽90 νομίζαμε ότι η πολιτική δεν έχει σημασία. Και όμως άνθρωποι που δεν ήξεραν ποιος είναι ο πρωθυπουργός της Ελλάδας ή κάπου το ᾽χαν ακουστά, ξαφνικά από το 2010 και μετά, εντελώς άσχετοι, χωρίς καμιά παιδεία πάνω σε θεσμούς και πολιτική, άρχισαν να ασχολούνται με το Γιούρογκρουπ. Κατέρρευσε το πολιτικό σύστημα.

• Μήπως οι γυναίκες στο βιβλίο σας, από τη μητέρα του ήρωα που παίρνει διαζύγιο στα γεράματα, μέχρι τις πρώην φιλενάδες του, ακόμα και την πελάτισσά του που χαλάει μια περιουσία στα μπότοξ, κάτι κάνουν, κουνιούνται, έχουν λίγο πιο καλές σχέσεις με τη ζωή;

Εχει ενδιαφέρον που το λέτε. Ναι, ισχύει, οι γυναίκες παίρνουν αποφάσεις. Η Αννα, αυτή που είναι πιο κοντά στο να την πούμε «γυναίκα της ζωής» του, είναι ακριβώς στον αντίποδά του. Εμπιστεύεται τη ζωή και όταν βλέπει ότι ο ίδιος δεν προχωράει, τον εγκαταλείπει. Δεν είχα σχεδιάσει να το βάλω αυτό το στοιχείο στο βιβλίο, ίσως να πέρασε υποσυνείδητα.

Γιατί ειδικά μέσα στο πλαίσιο της κρίσης πέρασε μεγάλη κρίση και το τι σημαίνει να είσαι άντρας. Οι άντρες αφέθηκαν σε κάποιο βαθμό. Οι γυναίκες ήταν πιο δυνατές, το είδα στο περιβάλλον μου, σε κάποιο βαθμό διατήρησαν τις φιλοδοξίες τους. Δεν ξέρω τους λόγους. Ισως γιατί πάντα, έτσι κι αλλιώς, η ζωή τους ήταν πιο δύσκολη.

• Η ιδέα να εκτυλίσσεται όλο το μυθιστόρημα μέσα σε μια μέρα, πώς προέκυψε;

Δεν είναι καμιά πρωτότυπη ιδέα. Υπάρχει μια ολόκληρη παράδοση του μυθιστορήματος της μιας μέρας. Υπάρχει το κλασικό παράδειγμα του «Οδυσσέα» του Τζόις, η Βιρτζίνια Γουλφ και οι μοντερνιστές, που τους απασχόλησε πολύ η έννοια του χρόνου στο μυθιστόρημα, αλλά και ο Χάινριχ Μπελ, ο ΜακΓιούαν στο «Σάββατο», ο Ρίτσαρντ Φορντ και τόσοι άλλοι...

Δεν πάω να συγκριθώ με αυτά τα μεγαθήρια, αλλά είδα ότι αυτή η παράδοση της μιας μέρας ταιριάζει με έναν ήρωα σαν τον δικό μου, που πιστεύει ότι δεν σχεδιάζουμε, δεν παίρνουμε αποφάσεις. Αν όμως αποφασίσουμε, όπως αυτός, ότι δεν μπορούμε να πούμε ειλικρινά ιστορίες, σταματάμε να μιλάμε; Δεν λέμε τίποτα;

Τι μένει να πούμε; Μένει να πούμε τον... χρόνο, κατά κάποιον τρόπο. Κάποιος θα με ρωτούσε: Και τον χρόνο πάλι μπορούμε να τον πούμε; Τι είναι ο χρόνος; Το λέει κάπου και ο ήρωας, αν βάλω όλες τις σκέψεις μου, τις πράξεις μου, τα συναισθήματά μου, γεμίζω τον χρόνο ή μένει πάντα κάτι; Μένει πάντα κάτι.

• 20 Ιουνίου του 2014. Είναι μια μέρα καθόλου τυχαία αισθάνομαι. Τη χρονιά εκείνη είχαμε δημοτικές και ευρωεκλογές, στις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ βγήκε πρώτος και κάλπαζε προς την εξουσία. Γιατί λοιπόν αυτή η μέρα και χρονιά;

Πρώτον, ήθελα να είναι Παρασκευή, με βόλευε πολύ μυθοπλαστικά. Επειτα μου άρεσε ότι είναι η παραμονή της μεγαλύτερης μέρας του χρόνου. Τώρα, γιατί 2014 και όχι 2015; Θεωρώ ότι, παρ’ όλο που αυτή η δεκαετία είναι ενιαία, αλλάζει πολύ από το 2015 που βγήκε ο ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά αλλάζει και από το 2012 μέχρι το 2014. Αν το βιβλίο αναφερόταν στην αρχή της κρίσης, θα ήταν αλλιώς, η αναταραχή και ο αναβρασμός ήταν πιο έντονα.

Ομως το 2014 είναι λίγο η ενδιάμεση φάση της κρίσης, που όλοι ξέρουν ότι αργεί ακόμα να τελειώσει, κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει με τον ΣΥΡΙΖΑ, άλλοι περιμένουν κάτι πολύ καλό, άλλοι κάτι πολύ κακό. Αρα ταιριάζει στον ήρωά μου, δεν θα μπορούσε να είναι τόσο αποστασιοποιημένος τον Ιούνιο του 2015, λίγο πριν από το δημοψήφισμα.

• Ολοι, από τον δικηγόρο ήρωά σας μέχρι τους αναρχικούς που συναντάει να διαδηλώνουν, αναζητούν ένα νόημα. Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η «συνάντησή» του μαζί τους. Γιατί νιώσατε την ανάγκη να εντάξετε και τους αναρχικούς στο 24ωρό του;

Κατ’ αρχήν γιατί περνάει ένα φόντο εκφυλισμένων κοινωνικών κινητοποιήσεων. Τα δυο-τρία πρώτα χρόνια της κρίσης στην Αθήνα γίνεται χαμός, μέχρι και τουρισμό είχαμε γι’ αυτόν τον λόγο. Το 2014 υπήρχε όμως μια αίσθηση ότι αυτό το πράγμα σβήνει και ήθελα να υπάρχει στο βιβλίο.

Το κυριότερο όμως είναι ότι ο ήρωάς μου πηγαίνει πια προς τη μέση ηλικία και είναι η πρώτη φορά που νιώθει ότι υπάρχουν πράγματα που τον ξεπερνάνε, που δεν μπορεί να καταλάβει και αναγνωρίσει. Η μουσική του Ανεπίδεκτου, που ακούνε, αλλά και αυτού του είδους η πολιτικοποίηση του είναι ξένες.

Η αναρχία δεν είναι αυτή που ήξερε ίσως στα 15 του, παιδιά με μαύρα ρούχα και μολότοφ. Μετά το 2008 άρχισε να έχει μεγάλη διείσδυση σε στρώματα που δεν είχε παλιά. Υπάρχουν πολλοί νέοι που εντάσσονται σε ομάδες αναρχικές, όχι βίαιες απαραίτητα. Σε μας δεν υπήρχε τέτοια πολιτικοποίηση κι όταν υπήρχε ήταν η κλασική της Αριστεράς, η ΚΝΕ και μετά ο ΣΥΡΙΖΑ.

• Να όμως που οι στίχοι του ράπερ Ανεπίδεκτου είναι σαν να γράφτηκαν γι’ αυτόν: «Δεν έγινες δεν έφτασες δεν πας και δε θα φύγεις, θα είσαι όπως ήσουνα και είσαι και θα είσαι».

Αυτή ήταν η πρόθεσή μου. Να τον ξενίζει ο τρόπος τους, να τον εκφράζουν οι στίχοι τους. Σαν να του τους παίρνουν κιόλας, σαν να μην είναι ούτε αυτό το αίσθημα δικό του πια...

ART - ΝΕΑ
Ο νομπελίστας που αγαπήθηκε και αμφισβητήθηκε
Πέθανε στα 85 του χρόνια ο μεγάλος συγγραφέας Β. Σ. Νάιπολ, ινδικής καταγωγής, που γεννήθηκε στο Τρινιντάντ και έζησε στην Αγγλία έχοντας στην καρδιά του έργου του τον μετα-αποικιοκρατικό κόσμο. Η αυστηρή του...
Ο νομπελίστας που αγαπήθηκε και αμφισβητήθηκε
ART - ΝΕΑ
Η νομπελίστρια που γνώρισε τη φρίκη του Τσαουσέσκου
Στις 21 και 22 Μαρτίου θα βρίσκεται στην Αθήνα η Γερμανίδα νομπελίστρια του 2009, Χέρτα Μίλερ, γεννημένη στη γερμανόφωνη βόρεια Ρουμανία το 1953, όπου και έζησε μέχρι το 1987, αφού γνώρισε όλη τη φρίκη του...
Η νομπελίστρια που γνώρισε τη φρίκη του Τσαουσέσκου
ART - ΝΕΑ
«Υπάρχει σκοτάδι και σύγχυση στο μυαλό του Ελληνα»
Ο Νίκος Α. Μάντης δεν είναι τυχαία ένα από τα πιο επιτυχημένα και συζητημένα πρόσωπα της λογοτεχνίας μας. Δείτε τι κάνει στους «Τυφλούς». Καταφέρνει να βγάλει πέρα μια τεράστια, λαβυρινθώδη αφήγηση,...
«Υπάρχει σκοτάδι και σύγχυση στο μυαλό του Ελληνα»
ART - ΝΕΑ
«Ο έρωτας είναι η αφορμή να μιλήσουμε για τα υπόλοιπα»
Η συλλογή διηγημάτων του «Ομορφοι έρωτες» -δεκαπέντε ιστορίες σε 162 σελίδες- κοσμεί το αναγνωστικό μας καλοκαίρι. Κι ενώ θα μπορούσε το καθένα να είναι και ένα μυθιστόρημα, ο 34χρονος ανερχόμενος συγγραφέας...
«Ο έρωτας είναι η αφορμή να μιλήσουμε για τα υπόλοιπα»
ART - ΝΕΑ
Φεμινιστής ή ισλαμόφοβος;
Ο Αλγερινός συγγραφέας Κάμελ Νταούντ διχάζει τη Γαλλία. Ενα άρθρο του στη «Μοντ», με το οποίο κατήγγειλε τον αραβικό κόσμο για «αρρωστημένη σχέση με τις γυναίκες», έκανε δεκαεννέα διανοούμενους να τον...
Φεμινιστής ή ισλαμόφοβος;
ART - ΝΕΑ
Στους νυχτερινούς δρόμους της Πόλης
Διαβάζοντας το νέο βιβλίο του Ορχάν Παμούκ έχεις την αίσθηση ότι, περισσότερο από όλα τα άλλα του, ακόμα και από το «Ιστανμπούλ», είναι γραμμένο για μας τους Ελληνες. Ο Τούρκος νομπελίστας γεμίζει τις σελίδες...
Στους νυχτερινούς δρόμους της Πόλης

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας