• Αθήνα
    Αραιές νεφώσεις
    9°C 7.5°C / 10.2°C
    1 BF
    85%
  • Θεσσαλονίκη
    Ελαφρές νεφώσεις
    4°C 1.9°C / 5.7°C
    4 BF
    64%
  • Πάτρα
    Αυξημένες νεφώσεις
    10°C 7.0°C / 10.5°C
    3 BF
    74%
  • Ιωάννινα
    Ελαφρές νεφώσεις
    0°C -2.1°C / -0.1°C
    1 BF
    84%
  • Αλεξανδρούπολη
    Αραιές νεφώσεις
    4°C 3.9°C / 5.7°C
    3 BF
    75%
  • Βέροια
    Ελαφρές νεφώσεις
    2°C 1.2°C / 4.0°C
    0 BF
    80%
  • Κοζάνη
    Σποραδικές νεφώσεις
    0°C 0.4°C / 0.4°C
    3 BF
    69%
  • Αγρίνιο
    Αυξημένες νεφώσεις
    7°C 7.4°C / 7.4°C
    1 BF
    88%
  • Ηράκλειο
    Σποραδικές νεφώσεις
    9°C 8.8°C / 11.1°C
    2 BF
    87%
  • Μυτιλήνη
    Σποραδικές νεφώσεις
    7°C 6.8°C / 6.8°C
    3 BF
    84%
  • Ερμούπολη
    Αυξημένες νεφώσεις
    11°C 11.1°C / 11.4°C
    4 BF
    69%
  • Σκόπελος
    Αυξημένες νεφώσεις
    6°C 6.2°C / 6.2°C
    4 BF
    64%
  • Κεφαλονιά
    Αυξημένες νεφώσεις
    11°C 10.5°C / 10.5°C
    1 BF
    79%
  • Λάρισα
    Αυξημένες νεφώσεις
    5°C 5.2°C / 5.2°C
    2 BF
    77%
  • Λαμία
    Αυξημένες νεφώσεις
    9°C 7.8°C / 8.8°C
    2 BF
    64%
  • Ρόδος
    Σποραδικές νεφώσεις
    11°C 10.8°C / 10.8°C
    1 BF
    82%
  • Χαλκίδα
    Αραιές νεφώσεις
    8°C 6.9°C / 9.3°C
    0 BF
    80%
  • Καβάλα
    Αυξημένες νεφώσεις
    5°C 5.5°C / 5.5°C
    0 BF
    85%
  • Κατερίνη
    Ελαφρές νεφώσεις
    2°C 2.0°C / 3.7°C
    1 BF
    83%
  • Καστοριά
    Σποραδικές νεφώσεις
    0°C -0.1°C / -0.1°C
    2 BF
    80%
Φωτογραφία: Cassi Moghan

Vishy Moghan: Ιππεύοντας Τίγρεις

  • A-
  • A+
Ο Ιρανός φωτογράφος, μουσικός και art Director Vishy Moghan μιλά για τη δουλειά του, θίγοντας μέσω αυτής φλέγοντα, επίκαιρα και διαχρονικά, ζητήματα ανθρωπότητας.

Με τον Vishy Moghan είχαμε συναντηθεί δύο φορές, πριν έξι χρόνια. Η πρώτη ήταν όταν παρευρέθηκα σ’ ένα live της μπάντας του, Bad Mathematics. Δεν μας είχε ωστόσο δοθεί έως σήμερα η ευκαιρία ν’ ανταλλάξουμε άλλο από δυο-τρεις τυπικές κουβέντες. Φέτος τον Ιούνιο τον συναντώ ξανά, τώρα στο στούντιό του, ύστερα από πρότασή του να φωτογραφηθώ για την καινούργια του δουλειά, «The Frontier Project», όπου απαντώ ναι, χωρίς δεύτερη σκέψη.

Γνώριζα την υψηλή αισθητική της δουλειάς του. Αυτό όμως που πάνω απ’ όλα είχε εξαρχής δονήσει τις ψυχοχορδές ήταν το φως των φωτογραφιών του. Κάθε απαθανατισμένη μορφή –ανθρώπινη ή άλλη– βρισκόταν έμπλεη λες σ’ ένα μαγικό φως που ήταν πάντα εκεί, με μια ποιότητα τέτοια που ήταν αδύνατον να την αποδώσω σε σκέτη αν και περισσή δεξιοτεχνία. Αυτό το τόσο μοναδικό φως δεν μπορούσε παρά να πηγάζει από βαθιά στρώματα.

Όσο δουλεύουμε και ο φακός του είναι στραμμένος πάνω μου, η δική μου προσοχή είναι σ’ αυτόν και σ’ όσα τον περιβάλλουν -στις κινήσεις, στον χώρο, στα πράγματά του- εξερευνούμε ο ένας τον άλλον.

Στον λίγο χρόνο που μας μένει να πιούμε έναν καφέ και ν’ αφήσει στην άκρη τον αυστηρό, λιγομίλητο έως τώρα επαγγελματία, επικυρώνω απλώς όσα έχω προμαντέψει. Απέναντί μου στέκεται ένας άνθρωπος ευφυής, διορατικός, εφευρετικός, ένα ελεύθερο πνεύμα κι ένα βαθύ πάθος, ένας ανθρωπιστής και ένα πλάσμα πολύ ικανό ν’ αγαπάει.

Γυρεύει παντού την ομορφιά, και όταν και όπου τη συναντά, σε άνθρωπο, σε τοπίο, σε «αντικείμενο» (κι ας μπει η λέξη σε εισαγωγικά σ’ έναν κόσμο που είναι ανιμιστικός και για τους δυο μας) την τυλίγει μ’ αγάπη μυσταγωγική και κατάνυξη, σα να είναι αυτή ό,τι ιερότερο, το ισχυρότερο καύσιμο ή αναλγητικό, η πεμπτουσία. Οι μορφές, τα αισθητά, είναι γι’ αυτόν η επιτομή των υπεραισθητών και η ωραιότητά τους αναγκαία σαν ανάσα.

Μου δείχνει τις δερμάτινες θήκες που φτιάχνει για τα πιστόλια του, ένα καινούργιο πάθος στο οποίο έχει δοθεί ολοκληρωτικά, ξεχνώντας ακόμα και να κοιμηθεί ή να φάει. Και όσο ξεδιπλώνεται τόσο συνειδητοποιώ πως έχω να κάνω με μια πολυπραγμοσύνη κι ένα δυναμικό ανεξάντλητο, με κάλπασμα πάνω σε τίγρεις.

Διόλου περίεργο, αντιθέτως, ό,τι πιο φυσιολογικό να είναι γυναίκα του η Cassi. Η ερμηνεύτρια και στιχουργός των Bad Mathematics, η Τζαμαϊκανή μάγισσα, το σαρωτικό κύμα του άφοβου και πηγαίου ερωτισμού, που συμπαρασύρει τους άλλους τρεις και το κοινό σε διονυσιακή ιερουργία.

Δεν υπήρχε η παραμικρή πρόθεση για τη συνέντευξη που ακολουθεί και που λίγες μέρες μετά θέλησα, με τη σειρά μου, να του προτείνω, αφού, το δίχως άλλο, ο Vishy Moghan είναι ένας από αυτούς που ανυψώνουν τη ζωή και τον άνθρωπο.

Γεννήθηκες και μεγάλωσες στην Τεχεράνη, στο Ιράν, από όπου έφυγες το 1975, σε ηλικία δεκαπέντε χρόνων. Δώσε μας κάτι από τα τοπία, τις εικόνες, τα χρώματα, τις μυρωδιές… από ό,τι θέλεις από τον γενέθλιο τόπο σου

Ναι, γεννήθηκα το 1960, στην Τεχεράνη. Η μητέρα μου ήταν μία από τις πρώτες γυναίκες που αποφοίτησαν από το Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, πτυχιούχος Γραφιστικών και Καλών Τεχνών. Ο πατέρας μου ήταν πιλότος, αρχικά με την Αεροπορία και αργότερα με μια ιδιωτική εταιρεία, ονόματι Air Taxi. Υπήρξε, από κάθε άποψη, εξαίσιος αεροναύτης. Η πτήση ήταν βασικό χαρακτηριστικό της οικογένειάς μου, αφού και ο πατέρας της μητέρας μου ήταν ένας από τους πρώτους πέντε ιδρυτές της Ιρανικής Αεροπορίας. Μεγάλωσα με αεροναύτες και ανθρώπους που έδωσαν τη ζωή τους στην υπηρεσία της πατρίδας, γι’ αυτό το Ιράν είναι πάντα για μένα ένας τόπος για τον οποίο αισθάνομαι περηφάνια.

Από πολύ μικρός ωστόσο αντέδρασα στο ιδεώδες του πατριωτισμού• από τότε τον θεωρούσα μια επικίνδυνη και άτοπη «φιλοσοφία». Πολύ συχνά, οι άνθρωποι που τον ευαγγελίζονται παρερμηνεύουν τη σημασία του. Αντί να τον εισπράττουν ως αγάπη για τη χώρα τους, τον συγχέουν με τη δοξασία ότι η δική τους χώρα τους είναι καλύτερη από όλες τις άλλες, κάτι που είναι εντελώς γελοίο.

Η αντίδρασή μου τόσο στον πατριωτισμό όσο και στην ασημαντότητα των θρησκευτικών πίστεων αποτέλεσε, τρόπον τινά, θεμέλιο της κοσμοαντίληψής μου. Η μόλις δεκαεφτά χρόνια μεγαλύτερη από μένα θεία μου ήταν το άτομο εκείνο που άσκησε την εντονότερη επίδραση στη ζωή μου. Οι ευαισθησίες της και η στάση της απέναντι στη ζωή διαμόρφωσαν σε τεράστιο βαθμό τη σκέψη μου.

Όσο για την επιρροή του Ιράν, νομίζω ότι ήταν κυρίως η έκταση, η κλίμακα και η εναλλαγή του τοπίου που δημιούργησαν μέσα μου μια αναλλοίωτη αγάπη για τη μεγάλη χώρα. Τα βουνά, οι έρημοι, τα ποτάμια, οι στεριές, οι ζούγκλες και τα παράλια μού γέννησαν την επιθυμία για κίνηση και ταξίδι.

Κομβική στιγμή ήταν ένα μακρύ ταξίδι που έκανα με οδηγό μέσα από την καρδιά της χώρας, από την Τεχεράνη στον Κόλπο. Διασχίσαμε κάποια από τα πιο απίστευτα τοπία που αντίκρισα ποτέ μου. Ταξιδέψαμε κάπου δυο χιλιάδες χιλιόμετρα• από τα βουνά του βορρά, μέσα από την κεντρική έρημο, προς τον Περσικό Κόλπο. Είδα τις μαγικές Αλμυρές Λίμνες της κεντρικής ερήμου να φωτίζουν τον ουρανό σαν διαμάντια, τα τραχιά και άνυδρα βραχώδη όρη του Δυτικού Ιράν και τις σοκαριστικά πράσινες ποταμίσιες κοιλάδες.

Είδα τη ντροπιαστική φτώχεια ανθρώπων που ζούσαν στις πόλεις, δίπλα ακριβώς σε κάποιες από τις πλουσιότερες βιομηχανίες του Ιράν. Φαντάσου να βλέπεις μια ρακένδυτη παιδούλα στους δρόμους, με την κοιλιά πρησμένη από την πείνα, με φόντο ένα από τα μεγαλύτερα διυλιστήρια πετρελαίου στον κόσμο. Αυτός ο ανώμαλος συνδυασμός φυσικού κάλλους και κοινωνικής αθλιότητας και αδικίας έγινε για μένα έμβλημα της χώρας, μπορεί και του κόσμου.

Έως σήμερα, συναντάμε το ίδιο φαινόμενο παντού• άθλια φτώχεια αντίκρυ σ’ αμύθητο πλούτο. Όταν ήμουν παιδί, ο αδελφός της γιαγιάς μου μού μίλησε για το πόσο η Άγγλο- Ιρανική Εταιρεία Πετρελαίου (τώρα BP) εκμεταλλεύτηκε τους γηγενείς Ιρανούς για να εξάγει πετρέλαιο από την έρημο• τους έκανε σκλάβους, και όλα προς όφελος και κέρδος της Δύσης. Ο ίδιος έφυγε από το Ιράν, μην αντέχοντας να βλέπει τη χώρα του ν’ αποστραγγίζεται. Γνώριζα τα πάντα για τη δικτατορία του σάχη• ήξερα πως πολλοί δικοί μου είχαν φυλακιστεί από τη μυστική αστυνομία μόνο και μόνο γιατί είχαν εκφέρει άποψη αρνητική για τον μονάρχη.

Έχω λοιπόν όμορφες, τρυφερές μνήμες από το Ιράν, ανάκατες πάντα με τρόμο για τις κοινωνικοπολιτικές πραγματικότητες που μάστιζαν τον τόπο. Η επανάσταση του 1978-9 ήταν η μόνη αχτίδα ελπίδας που όμως, μέσα σ’ ελάχιστο χρονικό διάστημα, υπέστη ενδόρρηξη και μετατράπηκε σ’ ένα εντελώς καινούργιο είδος δικτατορίας, κατά πολύ ίσως χειρότερης από τη μοναρχία.

Βλέποντας τη δουλειά σου «Τhe Woman Project», στην οποία θα επανέλθουμε –και για την ώρα θ’ αρκεστώ να πω πως ο τρόπος που αντιμετωπίζει τη Γυναίκα είναι ο τρόπος ενός καλλιτέχνη και ενός άνδρα που την έχει αγαπήσει πολύ– δεν μπορώ να μη ρωτήσω τόσο για τη μητέρα όσο και για τη γυναίκα σου. Ας τις πάρουμε όμως μία-μία, αν και τα κοινά τους στοιχεία θα είναι πολλά. Ποια ήταν και πώς επέδρασε πάνω σου η μητέρα σου;

Η μητέρα μου ήταν πνευματικός άνθρωπος. Γέμιζε το σπίτι μας με βιβλία τέχνης και μουσική. Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου άκουγα αποκλειστικά κλασική μουσική. Ο πατέρας, μου από την άλλη, ήταν πιο εξοικειωμένος με τα σύγχρονα ακούσματα της εποχής. Ήμουν, θυμάμαι, εννιά χρόνων όταν ήρθε σπίτι με το δεύτερο άλμπουμ του Isaac Hayes: “Hot Buttered Soul”. Ήταν ένα σοκ για το σύστημά μου!

Ν’ ακούω πρώτη φορά funk, εκεί που ήξερα μόνο τη σύγχρονη δυτική μουσική που άκουγαν οι έφηβες θείες μου, με άλλαξε ριζικά. Γνώριζα φυσικά τους Beatles και τους Rolling Stones και άλλους σπουδαίους μουσικούς της pop σκηνής… αλλά αυτό το απίστευτο πράγμα που λέγεται funk… λες κι ήταν από άλλο πλανήτη• ήταν αποκάλυψη! Με πήγε στην ανακάλυψη των Blues και της Jazz, και αυτά τα δύο με άλλαξαν ως άνθρωπο για πάντα.

Όσο για την επιρροή των γυναικών στα πρώτα μου χρόνια και αργότερα, ευλογήθηκα να περιστοιχίζομαι, εκ γενετής, από απίστευτα δημιουργικές και ευφυείς γυναίκες. Η θεία που προανέφερα παραμένει ένας από τους δυνατότερους και ευφυέστερους ανθρώπους που γνωρίζω.

Το 1993 και ενώ είσαι assistant director για λογαριασμό του BBC στο Λονδίνο, γνωρίζεις την Cassi. Έκτοτε συμπορεύεστε σε ζωή και τέχνη. Tι έκανε τη συγκεκριμένη γυναίκα μούσα και σύντροφό σου;

Γνώρισα την Cassi ενώ ήμουν βοηθός σκηνοθέτη σ’ ένα ντοκιμαντέρ για τον θεατρικό της θίασο στο Λονδίνο. Ο μαγνητισμός μεταξύ μας ήταν ακαριαίος, κάτι που οι υπόλοιποι από το καστ και το συνεργείο παρατήρησαν πολύ πριν εμείς οι ίδιοι αντιληφθούμε. Η Cassi συνδυάζει όλα όσα εκτιμώ σ’ ένα ανθρώπινο πλάσμα.

Η ελεύθερη συμπεριφορά, η ανεξάντλητη δημιουργικότητα, η ακεραιότητα και η ευφυΐα, το γνήσιο καλλιτεχνικό ταλέντο και η γενναιοδωρία της είναι για μένα υποδειγματικά. Είναι η καλύτερη φίλη μου, η συνεργάτις στα καλλιτεχνικά μου εγχειρήματα και, περιττό να πω, ο σημαντικότερος άνθρωπος για μένα στον κόσμο.

Μίλησέ μας για την καλλιτεχνική της πορεία

Όταν γνωριστήκαμε, η Cassi έπαιζε και σκηνοθετούσε στο σωματικό θέατρο ήδη μια δεκαετία και ήταν βασικό μέλος του θρυλικού Μαύρου Μιμοδράματος. Η δουλειά τους ήταν αυτοσχεδιαστική, πολύ απαιτητική σωματικά και διανοητικά. Έχει συγγραφικό χάρισμα, είναι εξαιρετική ηθοποιός, μα πάνω από όλα έχει μια εκπληκτική ικανότητα να κατανοεί την αφήγηση. Αυτό είναι κάτι που πιστεύω αποτέλεσε το κλειδί στον τρόπο που σχετιστήκαμε• αυτή η βαθιά αγάπη και ο σεβασμός για την αφήγηση και η ανίχνευση δημιουργικών τρόπων να την επικοινωνούμε.

Πάντα θεωρούσα ως βασικό έργο του καλλιτέχνη να είναι φύλακας των ιστοριών της ανθρωπότητας. Η καλύτερη τέχνη στους πολιτισμούς μας είναι αυτή που αφηγείται μια ιστορία για το ποιοι και τι είμαστε. Και οι δυο μας μοιραζόμαστε μια βαθιά αγάπη για τη γλώσσα. Διεγείρουμε ο ένας τον άλλον σε πολλά επίπεδα, και γι’ αυτό απολαμβάνουμε ο ένας την εγγύτητα του άλλου. Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το συγκρότημά μας, οι Bad Mathematics.

Διαβάζοντας το κείμενό σου «Dark Horse», όπου δίνεις ανάγλυφη την εικόνα και την προσωπικότητα του άλλου πόλου, του πατέρα, δεν μπορώ να μη σταθώ, πέρα από τη λογοτεχνική του αξία, στην τόλμη του καθεαυτή. Η απόλυτη, χωρίς καμιά περιστροφή, έκθεση του εαυτού σου απέναντί του, μου άφησαν τη γεύση της εκτέλεσης μιας εσωτερικής επιταγής που στόχευε στη λύτρωση, τόσο τη δική του όσο και τη δική σου. Και αφού μιλήσαμε για τις γυναίκες της οικογένειάς σου, τι θα μας έλεγες για τους άνδρες της;

Οι άνδρες της οικογένειάς μου έμοιαζαν πολύ με τους άνδρες παντού. Εύθραυστα εγώ που ναι μεν εκτιμούσαν τον ανδρισμό μα που ταυτόχρονα παρέμεναν λίγοι εν συγκρίσει με τις γυναίκες της, κάτι που μ’ έκανε να έχω από νωρίς σε υψηλή εκτίμηση τη γυναίκα.
 

Το 2000 εσύ και η Cassi Moghan, μαζί με τους Μιχάλη Καραγιάννη και Ανδρέα Βατίστα, ιδρύετε τους Bad Mathematics, μια underground, εντελώς πρωτοποριακή για την ελληνική σκηνή, μπάντα. Το μείγμα από μόνο του εκρηκτικό: ένας Ιρανός, μια Τζαμαϊκανή και δυο Πειραιώτες: ο ένας ποιητής, ο άλλος φωτορεπόρτερ. Ένα κράμα από διαφορετικές κουλτούρες, καταβολές και τέχνες. Ποιοι κοινοί παρανομαστές δημιουργούν αυτή την εντονότατη χημεία των τεσσάρων που γίνεται αξεδιάλυτη ενότητα και πώς αυτή η χημεία καταφέρνει να μένει αναλλοίωτη στον χρόνο;

Ξεκίνησα να παίζω μπάσο σε ηλικία είκοσι χρόνων. Έπαιζα τότε με διάφορους μουσικούς για το κέφι μου και αυτοσχεδίαζα. Όταν ήρθα στην Ελλάδα, το 1993, άφησα το όργανό μου σε κάποιους φίλους στο Λονδίνο και για εφτά περίπου χρόνια δεν έπαιξα καθόλου. Συνέβη και τελικά μάς επισκέφτηκαν εκείνοι έχοντας πάρει την πρωτοβουλία να μου φέρουν το μπάσο μου. Αυτό πάλι συνέπεσε με το γεγονός ότι ο αδελφικός μου φίλος Μιχάλης και ο καλύτερός του φίλος από το σχολείο και πολλές άλλες μπάντες από παλιά, έστηναν ένα μικρό στούντιο στην αυλή του σπιτιού του Μιχάλη, ακριβώς απέναντι από το σπίτι μας.

Μια μέρα, κάπου το 1999, βρεθήκαμε έτσι για να παίξουμε. Είχα γράψει, για προσωπική μου ευχαρίστηση, δύο τραγούδια που η Cassi άρχισε ξαφνικά να τα τραγουδάει. Μετά, ενώ συνεχίζαμε, ξεκίνησε ν’ αυτοσχεδιάζει με στίχους πάνω στη μουσική που παίζαμε και, προς έκπληξη ολονών μας, μοιάζαμε να έχουμε ένα αλάνθαστο ένστικτο στο να παίζουμε μαζί. Αν και στα σπάργανα, είχαμε την αίσθηση πως παίζαμε χρόνια μαζί. Και έτσι, κανονίσαμε να παίζουμε τις Παρασκευές το βράδυ και σύντομα είχαμε μάλλον πολλά αυτοσχέδια τραγούδια πάνω σε ολοκληρωμένα κομμάτια.

Διαδόθηκε στους φίλους που άρχιζαν να εμφανίζονται στις πρόβες και να χορεύουν ξέφρενα στον μικρό χώρο μας. Σύντομα, άρχισαν να μας παροτρύνουν να δώσουμε ένα live. Το 2001 ενδώσαμε και κλείσαμε μια συναυλία σ’ ένα μικρό live bar στην Αθήνα. Προς χαρά μας, έγινε το αδιαχώρητο και ήταν ηχηρή επιτυχία. Από εκεί κι έπειτα συνεχίσαμε απλώς να συμμετέχουμε όλο και περισσότερο στη live σκηνή της Αθήνας. Με το που ξεκινήσαμε να παίζουμε στο, δυστυχώς κλειστό πια, μικρό μουσικό θέατρο στο κέντρο της πόλης, δεν υπήρξε επιστροφή. Χτίσαμε ένα πολύ μικρό μα αφοσιωμένο κοινό που δεν έχανε παράσταση.

Το γεγονός ότι η μουσική μας ήταν, τρόπον τινά, τόσο προσωπική για τον καθένα από τους τέσσερεις, μια τέτοια απίστευτη έκφραση των διαφορετικών ριζών μας και την ίδια στιγμή ήταν, όπως κάποιος κάποτε την αποκάλεσε, τα «Ήνωμένα Έθνη της μουσικής», δεν με εξέπληξε και δεν με εκπλήσσει. Ισχύει εδώ αυτό που προείπα. Δεν δέχομαι την ιδέα ότι υπάρχουν κουλτούρες διαφορετικές που μας χωρίζουν. Νομίζω πως η ανθρώπινη κουλτούρα, με όλα της τα χρώματα, είναι αυτό ακριβώς που μας ενώνει, κάτι που εκφράζεται απόλυτα σ’ αυτό το δώρο που λέγεται μουσική. Η μουσική, σαν τα μαθηματικά, είναι καθαρή αλήθεια. Αφηγείται την ιστορία μας ως ανθρώπινα όντα, ανεξαρτήτως από πού προερχόμαστε.

Όσοι έχουμε παρευρεθεί σε συναυλίες των Bad Mathematics συμφωνούμε στο ότι επί σκηνής συντελείται κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ μια συναυλία: γίνεται μέθεξη, αυτοσχεδιαστική τελετουργία, «έρωτας» που συνεπαίρνει το κοινό. Είναι πολύ λογικό το ιερό της υπόθεσης να δυσκολεύεσαι να το λανσάρεις, να το «πουλήσεις», να το ξεπουλήσεις, όπως θες πες το. Δημιουργήθηκαν μέσα σου συγκρούσεις ανάμεσα στους εσωτερικούς σου νόμους και αυτούς της αγοράς;

Όσον αφορά στην πώληση, για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, δεν νομίζω πως εμείς οι τέσσερεις είμαστε βιολογικά ικανοί γι’ αυτή. Δεν είναι ζήτημα αρχής• δεν είναι απλώς στο DNA μας. Όχι πως, ιδιαίτερα η ελληνική αγορά, δεν είναι εξαιρετικά καχύποπτη για τα γηγενή πολιτισμικά προϊόντα που σπάνε τις νόρμες της τέχνης των ελληνικών δεδομένων. Οι αρχαίες φόρμες, τη στιγμή που παρουσιάζονται με κάτι δυτικό που παρήχθηκε εδώ, δυσφημίζονται πολύ. Είναι ένα είδος εθνικού συνδρόμου ανασφάλειας. Και είναι καταστρεπτικό για την πολιτιστική σκηνή της χώρας.

Προέρχεσαι από μια ισλαμική χώρα, διαμένεις σε μια χριστιανική. Στις μονοθεϊστικές θρησκείες η γυναίκα δεν έχει την τιμητική της. Πάμε λοιπόν πίσω στο “Woman Project”. Η αληθινή γυναίκα ξορκίστηκε και αφού ξορκίστηκε, ό,τι απέμενε απ’ αυτήν οι πατριαρχικές κοινωνίες το «κλείδωσαν μέσα». Κατόπιν, οι ανάγκες της αγοράς το ξαναέβγαλαν έξω, το στρίμωξαν σε νόρμες εικόνας, το έστειλαν σε πλαστικούς, και στριμωγμένο πια, σε φεμινιστικά κινήματα. Η ίδια η γυναίκα μοιάζει να ξέχασε στην πορεία την αληθινή φύση της και καταπώς δείχνουν τα πράγματα να βρέθηκε, εκ νέου, σε αδιέξοδο. Μα όλα τα πρόσωπα, όλα τα κορμιά στη δουλειά σου αποπνέουν περηφάνια, αυτοπεποίθηση, συνείδηση της γυναικείας δύναμης. Είναι το “Woman Project” μια επιστροφή ή μια ενθύμηση της αληθινής γυναίκας που λησμόνησε να είναι μάγισσα;

Το Woman Project έχει πολλές ρίζες. Μία από αυτές είναι το πεζό γεγονός ότι το 2010, εξαιτίας της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, έμεινα άνεργος και παρότι τραγικό, μού άνοιξε δρόμο ν’ αναζητήσω το επόμενο προσωπικό project μου. Το project αυτό σήμανε τόσο την επιστροφή μου στη φωτογραφία όσο και έναν τρόπο να διερευνήσω τη θέση μου σε πολλά από τα ζητήματα που εγείρονταν σχετικά με το πώς αναπαρίστανται και πώς χειραγωγούνται οι γυναίκες στον αποκαλούμενο πολιτισμό μας.

Με το συγκεκριμένο project ήθελα να επιλύσω αρκετά θέματα. Κάτι σημαντικό που ήθελα να μελετήσω ήταν τι σημαίνει ομορφιά και πώς αυτή διαφέρει από την έλξη. Υπάρχει μια ξεκάθαρη διαφοροποίηση εκεί η οποία αισθανόμουν, κι ακόμα αισθάνομαι, ότι χρίζει διαφώτισης.

Ένα άλλο καθοριστικό στοιχείο που επηρέασε το project ήταν το απλό γεγονός ότι είχα φτάσει στην ηλικία εκείνη που αρχίζεις ν’ αναρωτιέσαι πού βρίσκεσαι τώρα, σ’ αυτή τη καμπή της ζωής σου• αυτό που συνήθως αποκαλούμε «κρίση μέσης ηλικίας».

Είχα πάντοτε πολύ καλές σχέσεις με τις γυναίκες και, θέλω να ελπίζω, ποτέ δεν φέρθηκα με τρόπο εκμεταλλευτικό ή προσβλητικό σε καμιά τους. Βλέποντας πώς αντιμετώπιζαν τις γυναίκες τα μέσα και σε τι βαθμό συνεχίζαμε να κρίνουμε γυναίκες σύμφωνα με τόσο στενές παραμέτρους, αισθάνθηκα χρέος μου ν’ αμφισβητήσω αυτό το παρασκεύασμα.

Με πολλούς τρόπους, αυτό το project διερευνούσε επίσης τη δική μου θέση σε σχέση με τις γυναίκες, τόσο ως προς το πώς εγώ αντιδρούσα σ’ αυτές όσο και ως προς το πώς, με τη σειρά, τους αυτές με εισέπρατταν. Αυτά και πολλά ακόμα με παρακίνησαν να δω αν μπορούσα να κάνω μια κάποια πρόοδο σχετικά με αυτές μέσω της ιδιότητάς μου ως φωτογράφος. Το Woman Project συνεχίζεται και έχει περάσει από πολλές φάσεις από το ξεκίνημά του, το 2011, έως σήμερα.

Κοίτα, έχω τις ξεκάθαρες προθέσεις μου ως αντίδραση στη φαλλοκρατική μεταχείριση των γυναικών ως σκέτα, προς χρήση, αντικείμενα, στριμωγμένα σε στενούς ρόλους που τους απονεμήθηκαν από τους άνδρες και από την εμπορική σκοπιμότητα. Εγώ θέλησα να δω πραγματικές γυναίκες, όχι πλαστικές απομιμήσεις γυναικών και μαριονέτες που εκτελούν εσφαλμένα κοινωνικά στερεότυπα.

Ωστόσο –κι αυτό έχει μεγάλη σημασία να τονιστεί– δεν παύω να είμαι άνδρας που ελκύεται από τις γυναίκες, και αυτό δεν με καθιστά, από πολλές απόψεις, τον κατεξοχήν αρμόδιο ν’ απαντώ σ’ ερωτήματα που έπαψαν προ πολλού να θέτουν οι άνδρες. Δεν νομίζω πως ένας άνδρας έχει τα προσόντα ν’ αποτελέσει λύση στα γυναικεία ζητήματα. Ο ρόλος των ανδρών εδώ είναι να το βουλώνουν και ν’ ακούν, και φυσικά ν’ αφομοιώνουν αυτό που τους λένε οι γυναίκες.

Πολύ συχνά το ζήτημα του φεμινισμού συσκοτίζεται από άνδρες που γίνονται η αυθεντία που της ζητάται να το κρίνει. Ακριβώς με τον ίδιο γελοίο τρόπο που το ζήτημα του ρατσισμού δίνεται πάντα στους λευκούς προς συζήτηση στα μίντια. Σε ζητήματα ανισότητας και αδικίας η μία και μοναδική αυθεντία θα πρέπει να είναι εκείνοι που υπόκεινται σε αυτούς τους περιορισμούς.

Το γεγονός ότι γεννήθηκα σε μουσουλμανική και διαβιώ σε χριστιανική χώρα, ουδέποτε με απασχόλησε. Καταρχήν, το Ιράν δεν ήταν το μέρος που η δύση μονίμως παρουσιάζει μέσω των media. Δεν είναι κάτι μονολιθικό, και αυτό είναι ουσιώδες για τον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον κόσμο. Εμείς, οι άνθρωποι, είμαστε πρώτα και πρωτίστως ένα και μοναδικό είδος. Μοιραζόμαστε όλοι τις ίδιες βασικές ανάγκες και ενορμήσεις. Η φυλή, το φύλο, η θρησκεία, οι πολιτικές πεποιθήσεις θα πρέπει όλα να μένουν στην άκρη ως ιδιότητες τριτογενούς, στην καλύτερη περίπτωση, σημασίας. Η πρώτη μας σκέψη όταν έχουμε να κάνουμε με ζητήματα ανθρωπότητας θα πρέπει να είναι η κατ’ ουσίαν ομοιότητά μας.

Ποτέ δεν ήταν στόχος του Woman Project ν’ απαντήσει ερωτήματα φύλου και αναπαράστασης. Πρόκειται για μια προσωπική άποψη• γι’ αυτά που εγώ θεωρώ ομορφιά και ουσιαστικές θηλυκές ιδιότητες. Μα ούτε και αυτό δεν είναι αρκετό. Αισθάνθηκα την ανάγκη να εξερευνήσω το πώς οι γυναίκες σήμερα –τουλάχιστον αυτές που ήταν πρόθυμες να συνεργαστούν μαζί μου– ήθελαν οι ίδιες να δείξουν τη θηλυκότητά τους, ουσιαστικότερα την ανθρωπινότητά τους. Και ως έχει ακόμα είναι ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Το να το επεκτείνω σε κάτι τόσο ογκώδες ώστε ν’ απαντά στο ερώτημα του ρόλου των γυναικών στην ιστορία και την κοινωνία απέχει πολύ από τις δυνατότητες μιας μικρής δουλειάς, ανεξαρτήτως πόσο μεγάλο είναι το συγκεκριμένο project.

Αλλά ναι, για μένα προσωπικά ως άνδρα, οι γυναίκες έχουν όντως κάτι συγγενές με τη μαγεία. Η γυναίκα για μένα θα πρέπει να έχει εξίσου ομορφιά και γοητεία. Αξιώθηκα να έχω πολλές υπέροχες φίλες στη ζωή μου, αυτό όμως δεν με καθιστά ικανό ν’ απαντήσω στα μεγάλα θέματα της θηλυκότητας. Αυτά είναι όσα έχω να πω. Ελπίζω οι μορφές που περιλαμβάνονται στο project να είναι από μόνες τους μια κάποια απάντηση.

“The Frontier Project”. Μίλησέ μας για την καινούργια σου δουλειά. Ποια εσωτερική ανάγκη σε μεταφέρει στη συγκεκριμένη εποχή και τι κομβικό αισθάνεσαι να διαδραματίζεται εκεί στην Άγρια Δύση; Κι ακόμα, αν βγάλουμε το επίθετο και μείνουμε με το ουσιαστικό –σκέτο «Δύση»– πώς την εισπράττεις ως ψυχισμός και ως εξ Ανατολής προερχόμενος;

Το “The Frontier Project” είναι μια ακόμα δουλειά ενδεικτική της κοσμοαντίληψής μου. Πρόκειται για κάτι που έγραψα χρόνια πριν, ως φοιτητής, σ’ ένα δοκίμιο με τίτλο «Ιππεύοντας Τίγρεις», και υπότιτλο: «Τέχνη και Σαγήνη: όπως όταν ιππεύεις τίγρεις η κατάσταση είναι μάλλον επισφαλής». Υποστήριζα τότε, όπως και τώρα, ότι η τέχνη πηγάζει από μία επιθυμία να χαλιναγωγήσει κανείς τη σαγήνη που του ασκεί ο κόσμος.

Ανέκαθεν μ’ ενδιέφεραν πολύ η ιστορία και οι ρίζες του πολιτισμού. Όσον αφορά συγκεκριμένα στη φωτογραφία, οι φωτογραφίες από την αυγή της τέχνης ασκούν πάνω μου μια παντοτινή γοητεία. Υπάρχει κάτι βαθιά μαγικό στις φωτογραφίες ως μέσο ν’ αφηγούμαστε την ιστορία μας, τόσο ως ατομικότητες όσο και ως μέλη της ανθρωπότητας.

Η μακρά έκθεση των πρώτων φωτογραφιών δημιούργησε αποτελέσματα που δεν μπορούν ν’ αναπαραχθούν με τις σύγχρονες, υψηλής ταχύτητας, μεθόδους. Κάθε φωτογραφία εκείνης της περιόδου εμπεριέχει ένα χρονοδιάγραμμα που είναι καταγραφή πολλών δευτερολέπτων, αν όχι ενίοτε λεπτών, ενός γεγονότος. Είναι σα να έπαιρνες πολλά στιγμιότυπα από μία κινούμενη εικόνα και να τα συμπίεζες σε μια και μόνο λήψη. Μπορείς, μ’ άλλα λόγια, να δεις σχεδόν το πέρασμα του χρόνου σε μια μεμονωμένη εικόνα. Με το The Frontier Project προσπαθώ από μια άποψη ν’ αναπαράγω την αίσθηση αυτή χρησιμοποιώντας σύγχρονη μεθοδολογία.

Από πολιτικής απόψεως, για μένα είναι ξεκάθαρο πως ζούμε σε μία από τις πιο παράξενες και επικίνδυνες εποχές από αυτές που, εγώ τουλάχιστον που πλησιάζω στα εξήντα, έχω ζήσει. Υπάρχει μια ξεκάθαρη αντιστοιχία ανάμεσα σε αυτό που βιώνουμε σήμερα μ’ εκείνη την εκρηκτική εποχή τον 19ο αιώνα όταν κυριαρχούσαν η αποικιοκρατία και η πολιτισμική εκμετάλλευση, όταν ο ρατσισμός ήταν τόσο βαθιά ριζωμένος στους «πολιτισμούς» μας που ο αφανισμός των λαών που έστεκαν εμπόδιο στον δυτικό επεκτατισμό κρίθηκε απόλυτα δικαιολογημένος και, πράγματι, δεν αμφισβητήθηκε ιδιαίτερα.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, μετά την έκρηξη που υπήρξε η Βιομηχανική Επανάσταση, από τα μέσα έως τα τέλη του 18ου αιώνα, ο καπιταλισμός αφήνιασε σε όλο τον πλανήτη χαράσσοντας νέες επικράτειες και προσαρτώντας γη πάνω στην οποία δεν είχε το παραμικρό δικαίωμα, χωρίς δεύτερη σκέψη. Η δουλεία θεωρούνταν φυσιολογική και δίκαιο να εξολοθρεύεις φυλές ολόκληρες αυτοχθόνων.

Καταπώς το αντιλαμβάνομαι, αυτό που σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο βιώνουμε σήμερα είναι μία αναβίωση της ίδιας εκείνης φιλοσοφίας. Δυο αιώνες αχαλίνωτου καπιταλισμού και εκμετάλλευσης σε βαθμό που ξεπέρασε κάθε προηγούμενο –για να μην αναφέρουμε δύο παγκόσμιους πολέμους– φαίνεται ότι επέτρεψαν τις πιο σαθρές πολιτικές. Με σοκάρει, ειλικρινά. Αδυνατώ να κατανοήσω γιατί και πώς επιτρέψαμε στον εαυτό μας τόση χειραγώγηση ώστε να καταλήξουμε εδώ.

Άλλη μια φορά λοιπόν, συνδυάζοντας τις δικές μου ιστορικές και αισθητικές έλξεις με τα αισθήματά μου για τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες στις οποίες βρεθήκαμε μπλεγμένοι, θέλησα να επαναφέρω την περίοδο μεταξύ 1860-1900 ως σκηνικό για ένα project πορτραίτων.

Το συγκεκριμένο project αποτελεί, και αυτό, ένα προσωπικό στοίχημα. Αυτοί που γνωρίζουν τη δουλειά μου με θεωρούν κυρίως φωτογράφο πορτραίτων. Θέλησα λοιπόν ν’ αφηγηθώ την ιστορία του δυτικού επεκτατισμού σε παραλληλία με τη σύγχρονη εποχή, με την ελπίδα να τραβήξω την προσοχή του κοινού μου, να το κάνω ν’ αναγνώσει τις ομοιότητες, όχι μόνο ως ενδιαφέρουσες αλλά και ως προειδοποίηση.

Μου λένε συχνά ότι η δουλειά μου εκτείνεται σ’ ένα ευρύ φάσμα αναφορών. Προσωπικά, δεν κατανόησα ποτέ πώς αποφεύγεται κάτι τέτοιο. Δεν διαχώρισα ποτέ τις τέχνες. Για μένα η γραφή και η φωτογραφία είναι εξίσου μουσική και χορός, ο κινηματογράφος και το θέατρο εξίσου γλυπτική και ποίηση. Με άλλα λόγια, ανεξάρτητα με το πώς επιλέγει ο καθένας να εκφραστεί, η καλλιτεχνική έκφραση γεννιέται από την ίδια ανάγκη. Έτσι, όταν φωτογραφίζω, για παράδειγμα, ένα πορτραίτο, μπορεί να έχω στο νου ένα τραγούδι ή μία ιστορία του Μπόρχες ή του Καλβίνο όσο και μία παρόμοια φωτογραφία. Κάπως έτσι θα εγώ θα περιέγραφα αυτό που θα έλεγε κανείς «ύφος» μου.

Πάνω-κάτω όλοι νιώσαμε ως παιδιά την ανάγκη και ν’ ακούσουμε και να πλάσουμε ή να συμμετέχουμε σε ιστορίες. Σε κάποιους από εμάς η ανάγκη αυτή παρέμεινε, από άλλους πέρασε και σ’ άλλους ξέπεσε σε πλοκή εγκεφαλικών σεναρίων. Ο ρόλος που μου φύλαξες στην πολύ γρήγορη συνεργασία μας κάπου ενυπήρχε, δεν μου ήταν ξένος. Οι ιστορίες που αφηγείσαι δεν προκύπτουν από το φαντασιακό μα από το απτό και ρεαλιστικό. Είναι πολύπλευρη η πραγματικότητα;

Το πώς αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα γύρω μας είναι ψυχολογικά αδιαίρετο από αυτό που ο καθένας μας είναι. Δεν υπάρχει πορτραίτο που να μην είναι επίσης αυτοπορτραίτο, δεν υπάρχει γραπτό ή θεατρικός χαρακτήρας που να μην είναι επίσης μία πλευρά του συγγραφέα. Το δίχως άλλο, ο καλλιτέχνης αναπαριστά μέσα από τα μάτια του τον κόσμο και έτσι είναι πάντα, εκ φύσεως, ο πρωταγωνιστής των ίδιων των ιστοριών του. Αυτό δεν είναι αυτός καθαυτόν εγωτισμός. Είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση να βλέπει τα πάντα μέσα από τον καθρέφτη.

Πες μου για τις επιρροές σου. Ποιοι καλλιτέχνες σ’ επηρέασαν;

Οι επιρροές μου είναι αμέτρητες. Μα μια απλή λίστα θα περιελάμβανε, όχι αναγκαστικά κατά σειρά προτίμησης, τους: Josef Koudelka, Edward Steichen, Erich Solomon, Don McCullin, Julia Margaret Cameron, Jacques Henri Lartigue, Imogen Cunningham, Berenice Abbot, Margaret Bourke White, Matthew Brady, Helmut Newton, Richard Avedon, August Sander, Gordon Parks, Seydou Keita, πολλοί οι φωτογράφοι για να τους θυμηθώ όλους τώρα!

Οι Jimi Hendrix, Keith Jarret, Charles Mingus, David Byrne, Talking Heads, Iggy Pop, The Stooges, David Bowie, Joy Division, Bauhaus, Horace Silver, John Lee Hooker, The Pixies, Muddy Waters, Michael Nyman, Jethro Tull, The Cure, Fela Annikulapo Kuti, Kirstin Hirsch, Fiona Apple, Curtis Mayfield, Philip Barre, Blodwyn Pig, Son House, Skip James, Howlin’ Wolf, Cypress Hill κι ένα σωρό άλλοι μουσικοί!

Από συγγραφείς οι: Jorge Luis Borges, Italo Calvino, Umberto Eco, Joseph Heller, William Shakespeare, George Orwell, Iain Banks, Robert Graves, Mikhail Bulgakov, Gabriel Garcia Marquez, Pablo Neruda, Alfred Jarry, η λίστα συνεχίζεται αενάως...

Όσο για εικαστικούς, οι: Michael Angelo, Caravaggio, Rembrandt, Brancusi, Henry Moore, Freida Kahlo, Picasso, Georges Braque, Piet Mondrian, Egon Shiele, Max Ernst, Diego Rivera, Robert Rauschenberg, Paul Klee, Juan Gris, Tamara de Lempicka, και πάλι η λίστα τελειωμό δεν έχει!

«Ο σκοτεινός θάλαμος και το στούντιο», έχεις πει, «έγιναν το σπίτι μου μ’ έναν τρόπο που τίποτε άλλο δεν κατάφερε να γίνει». Πες μου ό,τι και όσο θες κι επιτρέπεις γι’ αυτό το άδυτο και «σπίτι» σου.

Δεν έχω κάτι περισσότερο να προσθέσω σε αυτό. Καθημερινά μου λείπει ο σκοτεινός θάλαμος. Μα είναι στην ίδια τη φύση της προόδου μόλις μπαίνουμε στο επόμενο στάδιο της εξέλιξής μας να είναι σχεδόν αδύνατο να επιστρέψουμε. Η συνέχεια των ικανοτήτων μου στον αναλογικό κόσμο της φωτογραφίας ανακόπηκε από τον ερχομό των ψηφιακών διεργασιών και ως άνθρωπος που αγκάλιασε την τεχνολογία μπήκα σε αυτήν εν τη γενέσει της. Συνεπώς, δεν φαντάζομαι ότι η επιστροφή στις «παλιές καλές μέρες» είναι εφικτή.

Να κλείσουμε με στίχους της Cassi; Με ποιους;

Λοιπόν, η Cassi και εγώ συμφωνούμε, ως συνήθως, ότι το μόνο τραγούδι που θα ταίριαζε είναι το μόνο ερωτικό τραγούδι που έχει γράψει για τη σχέση μας, το: “Fierce Love”

FIERCE LOVE

Burning Gloves

Green Bomber

The way you held me

When I was late

Bought me lattes

And chorizos

Laughed at my ignorance

Dared me to wear a dress

My shoulders floored you

Dirty weekend in Ladbroke Grove

Holiday in Athens

And your wild, wild friends

Who loved and hated me

Solo flights

Bottles of Jameson’s

Homemade bed

Starving and pregnant

Late nights drinking

Money worries and poor

Fiona Apple CDs

Tears of recognition

Illness and accidents

And a perfect child

And a perfect child

Arguments late drunken fights

Kissing and sweet words

Telling me I'm beautiful

Every day

Mutual friends

The best like a brother

Plenty of Scorpions

Family ties and expectations

And your fierce love

Fierce love

Fierce, fierce love

Cassi Moghan © 2000

* Η συνέντευξη του Vishy Moghan δόθηκε στ’ αγγλικά και μεταφράστηκε από την αρθρογράφο (vishymoghan.combadmathematics.comcassimoghan.com).

Ακολουθήστε μας στο Google news
Google News
ART - ΝΕΑ
Αλλεπάλληλοι πόλεμοι, μουσική, επιθεώρηση και γυναικεία χειραφέτηση
Το συναρπαστικό ιστορικό ντοκιμαντέρ και η σπάνια φωτογραφική έκθεση με τίτλο «Η Αθήνα και η Μεγάλη Ιδέα, 1896-1922», παρουσιάζεται στο Μουσείο Μπενάκη.
Αλλεπάλληλοι πόλεμοι, μουσική, επιθεώρηση και γυναικεία χειραφέτηση
ART - ΝΕΑ
Η πολιτισμική όψη και αξία μιας διαδήλωσης
Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έκθεση φωτογραφιών και έντυπου υλικού από το αρχείο Serge Collet παρουσιάζεται αυτό τον καιρό στο Ιδρυμα Μιχελή σε επιμέλεια Βαγγέλη Αθανασόπουλου.
Η πολιτισμική όψη και αξία μιας διαδήλωσης
ART - ΝΕΑ
Οταν η Ελλη Παπαδημητρίου συλλάμβανε στον φακό της μια νέα πατριδογνωσία
Το φωτογραφικό ταλέντο της Ελλης Παπαδημητρίου μέσα από την έκθεση που πραγματοποιείται σε επιμέλεια της ιστορικού Ιωάννας Πετροπούλου στο Μουσείο Μπενάκη/Πινακοθήκη Γκίκα.
Οταν η Ελλη Παπαδημητρίου συλλάμβανε στον φακό της μια νέα πατριδογνωσία
ART - ΝΕΑ
Μύθος, Ιστορία και σκληρό παρόν
Μια έκθεση 23 φωτογράφων, με εικόνες της πόλης που εκτίθενται για πρώτη φορά και επιχειρούν να συνθέσουν την τοπιογραφία της Ελευσίνας, προβάλλοντας τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητές της και τα έργα των ανθρώπων...
Μύθος, Ιστορία και σκληρό παρόν
ART - ΝΕΑ
Πέθανε ο Τιμ Πέιτζ, ο θρυλικός φωτορεπόρτερ του Πολέμου του Βιετνάμ
Ο Τιμ Πέιτζ, ο θρυλικός φωτορεπόρτερ που έγινε γνωστός από τις συγκλονιστικές φωτογραφίες του από τον Πόλεμο του Βιετνάμ, πέθανε στην Αυστραλία σε ηλικία 78 ετών από καρκίνο.
Πέθανε ο Τιμ Πέιτζ, ο θρυλικός φωτορεπόρτερ του Πολέμου του Βιετνάμ

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας