• Αθήνα
    Ελαφρές νεφώσεις
    11°C 7.0°C / 12.4°C
    1 BF
    73%
  • Θεσσαλονίκη
    Ελαφρές νεφώσεις
    6°C 3.0°C / 8.8°C
    1 BF
    65%
  • Πάτρα
    Ελαφρές νεφώσεις
    10°C 9.0°C / 11.8°C
    1 BF
    67%
  • Ιωάννινα
    Σποραδικές νεφώσεις
    4°C 3.9°C / 4.7°C
    1 BF
    93%
  • Αλεξανδρούπολη
    Ελαφρές νεφώσεις
    6°C 5.9°C / 5.9°C
    2 BF
    87%
  • Βέροια
    Σποραδικές νεφώσεις
    5°C 3.7°C / 7.3°C
    1 BF
    75%
  • Κοζάνη
    Ελαφρές νεφώσεις
    1°C 0.2°C / 1.8°C
    2 BF
    75%
  • Αγρίνιο
    Σποραδικές νεφώσεις
    6°C 4.6°C / 10.7°C
    2 BF
    84%
  • Ηράκλειο
    Ελαφρές νεφώσεις
    10°C 9.8°C / 11.6°C
    3 BF
    66%
  • Μυτιλήνη
    Ελαφρές νεφώσεις
    10°C 9.9°C / 9.9°C
    2 BF
    71%
  • Ερμούπολη
    Ελαφρές νεφώσεις
    14°C 14.1°C / 14.4°C
    2 BF
    58%
  • Σκόπελος
    Ελαφρές νεφώσεις
    10°C 10.1°C / 10.1°C
    2 BF
    61%
  • Κεφαλονιά
    Αραιές νεφώσεις
    14°C 13.9°C / 13.9°C
    4 BF
    76%
  • Λάρισα
    Ελαφρές νεφώσεις
    2°C 1.9°C / 3.5°C
    0 BF
    100%
  • Λαμία
    Ελαφρές νεφώσεις
    9°C 3.5°C / 9.5°C
    2 BF
    100%
  • Ρόδος
    Σποραδικές νεφώσεις
    14°C 7.8°C / 14.8°C
    1 BF
    59%
  • Χαλκίδα
    Αίθριος καιρός
    10°C 7.2°C / 12.6°C
    1 BF
    74%
  • Καβάλα
    Σποραδικές νεφώσεις
    7°C 2.7°C / 7.1°C
    1 BF
    78%
  • Κατερίνη
    Ελαφρές νεφώσεις
    6°C 2.7°C / 8.9°C
    1 BF
    71%
  • Καστοριά
    Σποραδικές νεφώσεις
    1°C 0.8°C / 0.8°C
    1 BF
    75%

Αλεξάνδρεια: Ένα ταξίδεμα με τη Μαρώ Κάργα

  • A-
  • A+

Να περιγράψεις έναν τόπο; Τα κτίρια, τους ναούς, τη γεωμορφή, τους ανθρώπους του; Κάποτε ίσως να ήταν ευκολότερο. Τώρα κοινώνισμα ουσίας, ατμόσφαιρες, μυσταγωγία, κραδασμοί, οι μέσα και οι έξω μου τόποι.

Η Μαύρη Γη; Η Γη των σπλάγχνων μου, με στοίχειωνε από πάντα.

Κάποτε επιτέλους έφτασα. Έπεσα στα γόνατα. Χάραξα γύρω μου ασυναίσθητα τον κύκλο μου στην άμμο. Η αιώνια επιστροφή; Η μαντάλα μου; Προλάβαινε τα ερωτήματα το αποφασισμένο μου χέρι. Και με τον κύκλο μου παιχνίδιζε άνεμος ανεπαίσθητος ώσπου κατάφερε σιγά-σιγά να μου τον σβήσει. Ο πυρετός, που με συντρόφευε σ’ ολάκερη τη διαδρομή, σ’ ακατάληπτη με τράβαγε τώρα φωνηεντική προσευχή. Σε ποιον ή σε ποια; Πού προσευχόμουν;

Στο Ιερό μέσα μου που είχε αντέξει την έσχατη νοσταλγία, στον Σιμούν που με ξερίζωνε από παντού και ξέπνοος μετά αναπαυόταν στο μεδούλι, στο πάθος των σκορπιών, στις μορφές που ενδυόμουν στις αιωνιότητες, στον αχάτη, στην κορνεόλη, στη φαγεντιανή, στην οικειότητα του Μυστηρίου και στο «κλειδωμένο» μου στήθος στην απουσία του, στο αλληλένδετο Ζωής και Θανάτου, στο Άχρονο και στο Παντοτινό, κρυμμένο στην εφημερότητα μα και στην κυκλικότητα των ανέμων στην έρημο - στην ίδια την Ιεροπρέπεια.

Χαμόγελα χαμινιών. Ξέσπαγαν αγκαλιάσματα. Έλαμπαν στον λαιμό και στα χέρια μου τα χαρισμένα κεχριμπάρια. Μ’ εντόπισε το βλέμμα του μικρού χορευτή στο καράβι στο Νείλο. Χορεύοντας πέρασε μέσα από το πλήθος. Με σήκωσε στην αγκαλιά, με λάγνο φιλί μού σφράγισε τα χείλη. «Ησύχασε» είπε η σιωπή του. «Όλα είναι έρωτας». Και η παρατεντωμένη φλέβα του μετώπου μου ξαναμπήκε μέσα.

Γιατί είχε χαραχτεί μέσα μου ως Μητέρα –Μητέρα φωτεινή και σκοτεινή, πυξίδα κι άβυσσος, κατασπάραγμα και σωτηρία– μητέρες έβλεπα τις γυναίκες της κι άλλο δεν ήθελα από το να χωθώ στην αγκαλιά τους.

Το πρώτο μου εκείνο ταξίδι, στα δεκαέξι μου χρόνια, τελείωνε στην Αλεξάνδρεια. Μου είχε φανεί παράταιρη. Μακριά από ιερογλυφικά και από σύμβολα, το ρεαλιστικό ελληνιστικό στοιχείο της δεν μου άφηνε χώρο μαγείας. Ο ήλιος δεν ήταν αφανισμός και ο ουρανός γκρίζος ανάγλυφα άφηνε τα περιγράμματα. Πού κρυβόταν, στην Αλεξάνδρεια, η δική «μου» η Αίγυπτος;

Κοιτούσα τον τέλεια λαξεμένο Άγγελο στο Ελληνικό Κοιμητήριο. Σ’ αρπάγη όμως Γκωγκενική, δίψαγα πάλι για κείνες τις μορφές που δεν νοιάζονταν για τη ρεαλιστική απεικόνισή τους. Μα ο Άγγελος ήταν διαυγής κι ένιωσα την απόκριση… Οι ζωόμορφοί «μου» ελλόχευαν στη λαγνεία της πόλης, το αιώνιο τώρα της ερήμου κρυφανάσαινε μες στην εφημερότητα των ηδονών που σε κάθε της παρόν η πόλη κυνηγούσε απελπισμένα λες για να σφραγιστεί ανεξίτηλα στ’ ακασικά αρχεία. Η Αλεξάνδρεια δεν ξεκινούσε από άδυτα επτασφράγιστα, δεν ιεροποιούσε τον θάνατο, παρά φλερτάριζε μαζί του, γινόταν ανοιχτή πρόκληση και με τόση ζωή ριψοκινδύνευε τη ζωή που δεν κατάφερνε άλλο από το να ιεροποιείται.

Χαϊδεύει κανείς μια πόλη; Το φάντασμα μιας πόλης που τώρα, λένε, παρήκμασε, μπορεί να χαϊδέψει; «Μπορεί», μου απαντά μέσα απ’ τον γλυκά αφημένο Άγγελο, ολόκληρη η Αίγυπτος, «ευλύγιστα τα πάντα και τα τώρα. Όλα είναι ό,τι είναι, ό,τι υπήρξαν, ό,τι θα υπάρξουν». Κι εγώ τη χάιδεψα.

Έχοντας τη συνήθεια να υπογραμμίζω τα αποσπάσματα που με κλικάρουν στα βιβλία και ολοκληρώνοντας το «Η Αλεξάνδρεια σε ακολουθεί» της Μαρώς Κάργα, παρατηρώ ότι το μισό σχεδόν βιβλίο είναι υπογραμμισμένο.

Η Μελπομένη έβλεπε πρώτη φορά αυτή τη συνοικία, όπου οι Εβραίοι πήγαιναν στη συναγωγή, οι Αρμένηδες έρχονταν απ’ την εκκλησία τους στο Αμπού Νταρντάρ, κρατώντας μικρά ματσάκια λουλουδιών, κι οι καμπάνες του Ευαγγελισμού ένωναν τους ήχους τους με τις παιδικές φωνές της χορωδίας της Σάντα Κατερίνα και τα δυνατά καλέσματα του μουεζίνη που επισκιάστηκαν απ’ την εξίσου ηχηρή φωνή του χαρουπά, ο οποίος πέρασε από δίπλα τους χτυπώντας εκκωφαντικά τα κύμβαλά του. Πήρε τα μάτια της απ’ τις μικρές οκέλες, με τα μπαλκόνια τους γεμάτα πολύχρωμα χάρτινα χριστουγεννιάτικα στολίδια, και τα γύρισε στον σκουρόχρωμο χυμό που έτρεχε μέσα στην καλογυαλισμένη μπρούντζινη κανάτα. Την ίδια στιγμή κι ενόσω περπατούσε, άγγιξε τα ρουθούνια της η μυρωδιά απ’ τις φελάφελ που στην απέναντι γωνιά τηγάνιζε ο πλανόδιος πωλητής, έχοντας μπροστά του τα φούλια να σιγοβράζουν σε καλογανωμένα τεράστια μπακίρια.

– Μπρε εδωνά είναι ούλες οι φυλές κι ούλες οι γλώσσες του Ισραήλ. Θάμα θαμάτων τούτην η Αλεξάντρεια, μονολόγησε με θαυμασμό, ταχύνοντας το βήμα πίσω απ’ την Άννα, που όλη την ώρα είχε την έγνοια μην τη χάσει μέσα στο πλήθος από αραμπίες, Ρωμιούς, ξένους κι Αιγύπτιους.

(Μαρώ Κάργα, «Η Αλεξάνδρεια σε ακολουθεί», σελ. 182-183, εκδ. Τόπος)

***

Την περιμένω τώρα, στην Πλατεία Μιαούλη της Ερμούπολης, να φτάσει από την Τήνο. Φτάνει με τα βαριά της κοσμήματα, με τα λυτά μαύρα μαλλιά σχεδόν έως τα γόνατα. Ολόκληρη αναδύει αέρα Αλεξανδρινής αριστοκρατίας.

-Από πού να πιάσουμε το νήμα για μια τέτοια πόλη, Μαρώ; τη ρωτάω. Πώς να περάσουμε από μέσα της χωρίς να συνθλιβούμε από το βάρος; Απ’ τ’ άρωμά της; Αρώματα μέσα σε αρώματα, μυρωδιές μέσα σε μυρωδιές. Από τους θεούς και τις θεές που λατρεύτηκαν; Μέσα σε θεούς θεοί, αναχωρητές, αιρέσεις. Από τις ιστορικές μορφές που χάραξαν τη μοίρα της; Μα έως και οι ίσκιοι εκεί έχουνε βάρος ιστορίας. Ένα καλειδοσκόπιο ανεξάντλητο και τελειωμός κανένας.

-Από το Βλέμμα, Αργυρώ, μου αποκρίνεται. Πάμε μέσα από το Βλέμμα. Μέσα από το βλέμμα της μικρής στο εξώφυλλο και από το βλέμμα της Αλεξάνδρειας στο γυναικείο πορτραίτο Φαγιούμ.

Αφήνομαι στην αφήγησή της:

-Το βλέμμα δεν είναι η σκηνογραφία; H προοπτική του παρατηρητή; Αυτό δεν διεγείρει τη διεργασία του να περνάς τον χρόνο και να βυθίζεσαι; Να εξερευνάς με τις αισθήσεις σου; Να ερμηνεύεις και παράλληλα να αναρωτιέσαι πώς θα διαπραγματευτείς την όποια συνάντηση; Το βλέμμα δεν έχει την ανάγκη να χαίρεται και να θαυμάζει;

Alexandrea ad Aegyptum! Η Αλεξάνδρεια κοντά στις παρυφές της ερήμου, η Αλεξάνδρεια δίπλα στο κύμα της ακτής του Πρωτέα.

Η Αλεξάνδρεια είχε το ελληνιστικό της παρελθόν. Το ελληνιστικό παρελθόν που διαμόρφωνε και αυτή τη διαφορετική ράτσα ανθρώπων, τους Αλεξανδρινούς, γινόταν η τροφή της, η μυθολογία της. Ήταν η πόλη που κραύγαζε το πάθος για ζωή. Και αυτό ήταν η γοητεία της. Μια γοητεία όμως που έκρυβε κι ένα πολύ σκληρό πρόσωπο.

Αυτό το παρελθόν της θα ιχνηλατούσε θαρρώ και το βλέμμα του ποιητή της πόλης, όταν περνούσε από το σημερινό ιταλικό προξενείο, όπου άλλοτε ήταν η θέση του Καισάρειου ή απ’ τη Μαζαρίτα και βάδιζε προς τη Λοχιάδα Άκρα, το ακρωτήρι του Λιμένα, διασχίζοντας νοερά το Πυρρούχιον, τη λαμπρότερη συνοικία των Πτολεμαίων, δουλεύοντας στο μυαλό του το ποίημά του «Αλεξανδρεινοί βασιλείς», με την αίσθηση ότι εκ προοιμίου είμαστε όντα τραγικά.

Ναι, εκεί άλλαξαν ονόματα οι θεοί. Εκεί αυτοκτόνησε η Κλεοπάτρα και ο κόσμος έγινε Ρωμαϊκός. Εκεί δολοφονήθηκε η Υπατία και χάθηκε ό,τι πιο φωτεινό εκπροσωπούσε ο αρχαίος κόσμος.

Έτσι αφανιζόταν πάντα η Αλεξάνδρεια κι έτσι ξαναγεννιόταν. Εξ αρχής. Τα αμαρτήματα του κλέους και ο θάνατος. Αυτό δεν είναι το τραγικό της ιστορίας; Αλλά η ιστορία, σαν τη λογοτεχνία, αξιοποιεί πάντα την τραγικότητα, ξεφορτώνοντας όλη την πραμάτεια της. Έτσι μπαίνεις κι εσύ μέσα, εμπεριέχεσαι.

Το Μουσείο και οι Βιβλιοθήκες της. Φιλόσοφοι, μαθηματικοί, θεολόγοι, εφευρέτες, ποιητές, περπάτησαν στους δρόμους της. Ακολούθησαν Πέρσες, Φατιμίδες, Μαμελούκοι, Οθωμανοί, ο Ναπολέοντας, ο Μωχάμετ Άλη, οι ξένοι πάροικοι, ο Οράμπι, μια ακόμα πυρκαγιά, μια ακόμα Σταυροφορία –η Βρετανική κατοχή– δυτικές ραδιουργίες και μακιαβελισμοί, ο Ζαγλούλ, ο Φουάτ, ο Νάσερ…

Και να η σημερινή Iskanderia που έχει ακόμα το όνομα του πιο αξιομνημόνευτου άντρα όλων των εποχών και την ανάμνηση πως έζησε ριψοκίνδυνα, όπως κι εκείνος, αλλάζοντας πολλές ζωές και πολλά πρόσωπα.

Γιατί η Ισκαντάρα ασκούσε την τέχνη της σαν καλλιτέχνις, δίνοντας στη ζωή της, σαν να ήταν σε παιχνίδι, διέξοδο στην τραγικότητα εκείνων των παθών, που δεν ζητούσαν τίποτα έξω απ’ τ’ αδύνατο. Μιλούσε χωρίς ένταση για τους αράπικους καφενέδες που τρύπωνε για να πιει τάφια ή αράκ, παραμερίζοντας τα μαυρισμένα απ’ το χρώμα των μικρών πτωμάτων μυγόχαρτα, για τα σκοτεινά σοκάκια των αραπομαχαλάδων με τις οσμές των ούρων και των σκουπιδιών, για τους ζητιάνους που ακουμπούσαν τα ράκη των κορμιών τους πάνω στους σκεβρωμένους τοίχους, για τις γριές αραπίνες, με τα θολά τσιμπλιασμένα μάτια και τα ματωμένα κεφάλια από κοριούς και ψείρες, που κάθονταν καταμεσής του δρόμου με τα γυμνά πόδια τους γεμάτα έλκη, για τα ζωώδη μουγκρητά που ξέφευγαν απ’ την πυρωμένη ανάσα των αντρών και τις στριγκλιές που ακούγονταν, όταν ασελγούσαν βίαια πάνω στα τρυφερά και ρημαγμένα σώματα μικρών παιδιών στα σκοτεινά πορνεία, και για τα τρυφερά αράπικα τραγούδια που βασάνιζαν τον παιδικό τους ύπνο, όπως γλιστρούσαν μέσα απ’ τους υγρούς και βρόμικους τοίχους, με τους μονότονους ήχους της τάμπλα και του κεμενκέχ. Κι άκουγε η Φωτεινή, έχοντας την ανάμνηση των ημερών εκείνων, προτού γνωρίσει την πόλη της χλιδής, την πόλη των τραπεζιτών, των βαμβακάδων, των επιχειρηματιών και των εμπόρων. Η Ισκαντάρα ήταν γι’ αυτήν η φωνή μιας μακρινής συνείδησης, ήταν η φωνή μιας άλλης πόλης. (σελ 203)

Ήταν κοσμοπολίτικη. Μια λεβαντίνικη πόλη. Γλώσσες, θρησκείες, εθνότητες, όλα μαζί. Μια πόλη καθολική. Όλες οι ράτσες ζούσαν τότε στην Αλεξάνδρεια. Συναντιούνταν, αλληλοεπηρεάζονταν, αλλά και με φανατισμό προσπαθούσαν να διατηρήσουν την καθαρότητά τους.

Αυτό το μείγμα που δημιουργούσε έναν κόσμο συνύπαρξης διαμόρφωνε και μια ατμόσφαιρα μοναδική. Όμως, πέρα απ’ το κοσμοπολίτικο περιβάλλον της, τη φήμη και την επιτυχία της την όφειλε σε κάτι πιο ισχυρό. Στο εμπόριο. Αλλά και σ’ εκείνη τη λεβαντίνικη νοοτροπία που έκανε τους ανθρώπους της να μπορούν ν’ αλλάζουν ταυτότητα με την ίδια ευκολία που άλλαζαν στις συζητήσεις τους και γλώσσα.

Αυτή η ευελιξία της ήταν το σημείο αναφοράς της. Μια διχασμένη στην ουσία κοινωνία μ’ όλους τους πειρασμούς της, που συνυπήρχε θαυμάσια κάτω απ’ το σκήπτρο του Κερδώου Ερμή. Αλλά ταυτόχρονα κι ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί, όταν δικαίως ο μισοξενισμός και ο εθνικισμός των ντόπιων επικρατούσε.

[slideshow]

-Μια πόλη κοσμοπολίτικων λεσχών είναι, Φραγκίσκο, και μια μέρα θα πάρει πίσω όλα όσα έδωσε. Πόλη αποχωρισμών θα γίνει κάποτε αυτή η πόλη. Κι ο κοσμοπολιτισμός της ο δούρειος ίππος του εθνικισμού, το κύκνειο άσμα της.

–Μπορεί… μα κανένας από μας, που ζήσαμε εδώ, σε κανένα μέρος του κόσμου δεν θα νιώσει εκτός τόπου.

–Δεν ξέρω, μα ώρες ώρες νιώθω πως είμαστε σαν τα παλιά χαρτονομίσματα. Έχουμε όλοι πάνω μας τη σφραγίδα Τράπεζα Αλεξανδρείας, «άκυρο εν αναμονή αποτέφρωσης». (σελ 402)

Μέχρι και σήμερα Αργυρώ, υπάρχει μια μυστηριώδης γοητεία απ’ αυτό το μοναδικό μείγμα του πολιτισμού που υπήρχε κάποτε και μπορείς ακόμα και τώρα να αισθανθείς. Στον αέρα, στα κτίρια, στους δρόμους.

Η Αλεξάνδρεια λοιπόν σε κατοίκησε και σου ζήτησε την αποτύπωσή της. Πώς ξεκίνησες να γράφεις το βιβλίο;

Θυμάμαι, ήταν καλοκαίρι πάλι –πάντα καλοκαίρια πάω στην Αλεξάνδρεια— που είχα ξυπνήσει με μια παράξενη διάθεση. Δεν έγραφα τίποτα ακόμα εκείνον τον καιρό, αλλά από τότε με αλάφιαζαν ευεργετικά τα πάντα σ’ αυτή την πόλη.

Κάτι ετοιμαζόταν μέσα μου που έμοιαζε σαν να το επιδίωκα, σαν να το προκαλούσα. Κοίταζα τη θάλασσα από το ξενοδοχείο Μετροπόλ κι ένιωθα ένα αίσθημα αγωνίας, όπως όταν κυνηγάς έναν αντικατοπτρισμό στην έρημο. Στα δικά μου μάτια μοιάζει πολύ η έρημος με τη θάλασσα. Είναι κι οι δυο τους μαζί σαν την αμφισημία του νου. Κι αυτός ο αυθύπαρκτος μαγνητισμός τους σου ξυπνά πράγματα παράξενα που σφηνώνουν στο μυαλό και είναι σα να κεραυνοβολήθηκες έτσι στα ξαφνικά.

Είχα αγοράσει το προηγούμενο απόγευμα απ’ τη Maktaba, την Bibliotheca Alexandrina, ένα βιβλίο με τα νεκρικά πορτρέτα Φαγιούμ. Δεν ξέρω γιατί, αλλά και όταν τα είδα πρώτη φορά στο Βρετανικό Μουσείο, και όταν αργότερα τα αναζήτησα στο μουσείο του Καΐρου και τα βρήκα σχεδόν ατάκτως ειρημένα σε μια αίθουσά του, σαν παραγκωνισμένα δικαιωματικά μπροστά στον επιβλητικό όγκο χρυσού των τεράστιων φαραωνικών «αντικειμένων», έλεγα πως αυτό το βιβλίο ήθελα να το αγοράσω από την Αλεξάνδρεια.

Σκεφτόμουν πως αυτή η διάθεση οφειλόταν στο ότι τα κοίταζα πολλή ώρα πριν κοιμηθώ. Είναι τόσο διεισδυτική η πυρωμένη ματιά τους, τόσο γεμάτη πάθος για ζωή. Κι ύστερα, ξέρεις, όλες αυτές οι σκέψεις. Ο έρωτας, η ανάγκη να ζεις παθιασμένα κι έντονα, κάτι που μοιάζει σαν να κυνηγάς το ανέφικτο. Κι ο θάνατος.

Εκείνο το πρωί λοιπόν πήρα μαζί μου τα πορτρέτα κι ενώ είχα προγραμματίσει να κάνω έναν περίπατο στη Νούζχα και στους κήπους του Αντωνιάδη, αποφάσισα να πάω στις κατακόμβες του Κομ ελ Σουγκάφα. Δεν είχα ξαναπάει.

Κάθε φορά, έλεγα πως θα μ’ ενοχλούσε η συρροή των επισκεπτών, πως δεν θα μπορούσα μ’ όλη εκείνη την πολυκοσμία να έχω, όπως όφειλα στον τόπο, μια ήρεμη συνομιλία με τον θάνατο, μια πιο βιωμένη αίσθηση, ας πούμε, στα όρια της τελετουργίας με τη θνητότητα και τη φθορά. Ε, ο καθένας έχει τις εμμονές του και είναι τόσα τα περίεργα που ένιωθα υπαινικτικά να συμβαίνουν γύρω μου από παιδί, που με κάνουν πάντα να μην αμφισβητώ τα δεδομένα των αισθήσεων.

Ήταν όμως νωρίς το πρωί και είχα πολλές πιθανότητες να είμαι μόνη, άρα τυχερή. Περπάτησα με τα πόδια έως το Καρμούς, για Αλεξάνδρεια ήταν ακόμα ήσυχα την ώρα εκείνη, και στάθηκα έξω από κει που βρίσκεται η Κολώνα του Πομπήιου —στην πραγματικότητα του Διοκλητιανού— που οι Αιγύπτιοι τη λένε Αμμούντ ελ Σαουάρι, δηλαδή Στύλο των Ιππέων.

Οι αρχαιολογικοί χώροι δεν είχαν ανοίξει ακόμα και κάθισα συντροφιά με κάποιες γάτες να κάνω ένα τσιγάρο. Ξέρεις οι γάτες στην Αίγυπτο είναι αλλιώτικες. Οι μούρες τους είναι φαραωνικές και το βλέμμα τους έχει κάτι από το βλέμμα χθόνιων θεοτήτων, κάτι υπερφυσικό. Σε σοκάρει όταν το στυλώνουν πάνω σου. Νομίζεις πως κατέχει τα πάντα, πως αποδίδει την αλήθεια.

Οι γάτες λοιπόν, εγώ, τα πορτρέτα Φαγιούμ και η Κολώνα του Πομπήιου εκείνη τη μέρα του καλοκαιριού στην Άλεξ. Κι όπως κοίταζα μια τις γάτες και μια τον κίονα, σκεφτόμουν πως μ’ όλο εκείνο το συνδυασμένο άχθος της πολλαπλής τιμωρίας, του ήλιου, της βροχής, του ανέμου και της ακινησίας, του είχε προστεθεί και η δοκιμασία να βλέπει επί αιώνες να ζουν γύρω του οι ίδιοι άνθρωποι, ίδιοι ως προς τα ανθρώπινα εννοώ, με τις εμμονές, τις αγωνίες, τους πραγματικούς ή χιμαιρικούς τους έρωτες, τις αμφιθυμίες, τα δεδομένα και τις αλήθειες τους, το πλήγμα του θανάτου.

Άρχισα να συνομιλώ λοιπόν με την Κολώνα με ακροατήριο τις γάτες. Ακούγεται αστείο, αλλά τα κάνω πολλές φορές αυτά. Από τον καιρό μάλιστα που άρχισα να γράφω, όλο και πιο συχνά. Γεννούν ιδέες.

Εκείνη τη μέρα όμως, θυμάμαι, ήταν και η πρώτη φορά, που προσπάθησα να ζωντανέψω στο μυαλό μου και την παλιά ζωή της πόλης. Όχι βέβαια από την εποχή του Φίλωνα και του Ωριγένη, μα από την εποχή που έζησαν οι δικοί μου εκεί επί τρεις γενιές. Αυτοί, η πόλη και η εποχή.

Και τι εποχή! Χρέη και χλιδή, η ασυδοσία των προξένων και του ξένου κεφαλαίου, ο αγγλο-γαλλικός έλεγχος, το εμπόριο, οι μεγάλοι κερδοσκόποι, η κοσμική ζωή, το κοσμοπολίτικο περιβάλλον, η αφθονία του χρήματος, η αθλιότητα και η εξουθένωση του ντόπιου πληθυσμού, ο μισοξενισμός ως επακόλουθο, ο εθνικισμός και ο ισλαμικός πουριτανισμός. Όλα μαζί. Τότε μου μπήκε και η ιδέα να τα γράψω, όχι βέβαια για να εκδοθούν, δεν είχα στο μυαλό μου ακόμα κάτι τέτοιο, αλλά απλώς έτσι, για να υπάρχουν.

Τη θυμάμαι έντονα εκείνη τη μέρα. Το φως της. Το φως εκεί είναι άσπρο, λαμπερό, διψασμένο. Ο αέρας είχε ζεσταθεί κι έτρεμε πάνω από το χώμα και τους τύμβους όταν μπήκα στις κατακόμβες του Κομ ελ Σουγκάφα.

Για την κουβέντα μας, η Αλεξάνδρεια είναι σχεδόν όλη χτισμένη πάνω σε νεκροπόλεις. Υπάρχουν παντού. Κάτω από Καμπάρι, Ουαρντιάν, Μεξ, Σάτμπυ, Ιμπραημία, Σίντι Γκάμπερ, Κλεοπάτρα, Μουστάφα Πασά, Χάντρα, ακόμα και κάτω από τους κήπους του Αντωνιάδη. Παντού. Δεν το σκέφτεσαι όμως. Κανένας δεν το σκέφτεται όταν βαδίζει. Σε παρασέρνουν άλλα. Εικόνες, συμβάντα των δρόμων. Υπάρχεις, περπατάς από πάνω μέσα στην πανδαισία των ζωντανών πλασμάτων.

Οι κατακόμβες του Κομ ελ Σουγκάφα είναι οι πιο σημαντικές και οι μόνες επισκέψιμες, ατομική αρχικά ιδιοκτησία ενός Αλεξανδρινού, ο οποίος έθαβε τους νεκρούς έναντι αμοιβής. Εμπόριο θανάτου δηλαδή. Κι αν το καλοσκεφτείς, ο Κερδώος Ερμής θα έπρεπε να είναι απ’ την αρχή ο θεός της Αλεξάνδρειας, όχι ο Σέραπις.

Δεν ήμουν όμως τυχερή γιατί είχε και πάλι κόσμο. Μετά κατέβηκα στην Κορνίς, μ’ όλες αυτές τις σκέψεις από το πρωί μες στο κεφάλι μου και προχωρούσα. Είναι η αγαπημένη μου βόλτα, ιδίως το βράδυ, προς το κάστρο του Κάιτ Μπέη.

Μισόγυμνα πιτσιρίκια και ντυμένες γυναίκες ήταν μες στο νερό, η γνωστή φασαρία της ακτής με τις δυνατές μουσικές και τις φωνές της, αυτοκίνητα, κορναρίσματα, οχλοβοή, κι εγώ εκεί. Μάλλον αλλού. Στην παλιά Αλεξάνδρεια. Σ’ αυτή που έμοιαζε με την περιγραφή του Κικέρωνα για τα λιμάνια: «Ένα μείγμα από παράξενες γλώσσες και ήθη, το πάθος για το εμπόριο, η γοητεία της ηδονής». Λίγο καιρό αργότερα, αφότου επέστρεψα, άρχισα να γράφω.

Η Αλεξάνδρεια του σήμερα

Η Αλεξάνδρεια του σήμερα
Η Αλεξάνδρεια του σήμερα
Η Αλεξάνδρεια του σήμερα
Η Αλεξάνδρεια του σήμερα
Η Αλεξάνδρεια του σήμερα
Η Αλεξάνδρεια του σήμερα
Η Αλεξάνδρεια του σήμερα
Η Αλεξάνδρεια του σήμερα
Η Αλεξάνδρεια του σήμερα

Και η σημερινή Αλεξάνδρεια;

Οι πολιτείες όπως και οι άνθρωποι έχουν πεπρωμένο. Σήμερα η Αλεξάνδρεια είναι μια ισλαμική πόλη περίπου πέντε εκατομμυρίων, στην ακτή της Βόρειας Αφρικής. Δεν είναι πια «η χρυσή πόλις» του Αθήναιου, «η ευτυχεστέρα» του Ηρώνδα, «η μεγαλοπρεπέστερη» του Πλωτίνου, «η απαστράπτουσα» της Belle Epoque και της βρετανικής κατοχής.

Δεν είναι πια το σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, ούτε το μείγμα εκείνο των πολιτισμών που διαμόρφωνε μια ατμόσφαιρα μοναδική. Ελάχιστοι οι ξένοι πάροικοι, η ελληνική κοινότητα δεν αριθμεί παρά 400 περίπου μέλη, Εβραίοι δεν υπάρχουν και η συναγωγή του Ελιά χου Χανεμπί δεν λειτουργεί.

Όμως ένα μείγμα τολμηρού ερωτισμού είναι και σήμερα αυτή η πόλη κι ας τη χωρίζει απ’ την παλιά Αλεξάνδρεια μια άβυσσος. Ο μουσουλμανικός πουριτανισμός, αλλά κι «όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά», όπως έλεγε κι ο ποιητής της.

Πλούτος μαζί και φτώχεια θυμίζουν την παλιά Αλεξάνδρεια. Όπως τη θυμίζουν κι άλλα πολλά. Οι άνθρωποι της γειτονιάς, μανάβηδες, αχτάρηδες, οι καφενέδες με τους παλιούς καθρέφτες, όπου οι άντρες καπνίζουν σίσα και παίζουν τάβλι, οι γυναίκες στα καταστήματα των δρόμων, η οχλοβοή στην πλατεία Μωχάμετ Άλη, η πολυκοσμία στην Εσπλανάντ.

Και οι φωνές των παιδιών στα συνοικιακά μιντάν, οι πραμάτειες στο Ατταρίν, οι πλανόδιοι πωλητές, τα γεμάτα καφέ της Κορνίς, τα μόνιππα —τα αμαξάκια του έρωτα-- η μυρωδιά των μπαχαρικών, του γιασεμιού και της ψημένης ντούρας. Είναι πάλι η Αλεξάνδρεια με άλλη όψη. Η Αλεξάνδρεια που αγαπάμε έτσι όπως είναι.

Μόνον εκείνοι, όπως λέει ο ποιητής της, «που αξιώθηκαν μια τέτοια πόλη», μπορούν να δουν τη γοητεία της σ’ όλη την έκτασή της. Κι η αίσθηση να ξεκινά από κείνα τα αδιόρατα που κυνηγάμε, που κυνηγώ. Τα ανεπαίσθητα. Αλλά κι απ’ τις ζωές όλων εκείνων που πέρασαν από κει, ζωές που συμπλέουν ακόμα στον παρελθόντα χρόνο, που συναμαρτάνουν.

Ο Λεόντιος πάλι δεν συλλογίστηκε τη μητέρα του καθόλου εκείνο το βράδυ, ούτε τον Αντριάνο Περρέτα, τον νεαρό Ιταλό εραστή του, που τραγουδούσε στην Όπερα Garnier. Μα για πρώτη φορά από τότε που έφυγε, έφερε στο μυαλό του την Αλεξάνδρεια, όπως κουρασμένος απ’ τη μονοτονία της κραιπάλης προχωρούσε στα μεσαιωνικά σοκάκια του Μαρέ, όπου συνωστίζονταν όσοι πρόσφεραν κι όσοι επιθυμούσαν τον ομόφυλο έρωτα.

Σκεφτόταν πως μόνον εκεί, μόνον στην Αλεξάνδρεια και σε καμιά άλλη πόλη του κόσμου δεν θα μπορούσε να βιώσει, με την πιο αιχμηρή μορφή ελευθερίας, αυτές τις άγριες και φλογερές επιθυμίες του κορμιού του. Και μέσα στην πυκνή χειμωνιάτικη καταχνιά, ανάμεσα στο ξέφρενο πλήθος που ακόμα γιόρταζε στους δρόμους, ο Λεόντιος, λησμονώντας για μια φευγαλέα στιγμή την επιβεβλημένη ευπρέπεια των Αλεξανδρινών, γέρνοντας προς τα πίσω το κορμί του, φώναξε δυνατά μ’ όση ένταση είχε: «Vive l’Alexandrie. Vive l’Alexandrie. Et bonne anne a tous» (σελ 193)

***

Η κουβέντα του έσβησε μέσα στους ήχους των οργάνων. Η Δήμητρα Κολέρ με ένα νεύμα της έκανε τους Μπαρμπερίνους μουσικούς να ξεκινήσουν, κι αφήνοντας πάνω στην άμμο τη λευκή, λεπτή γκελεμπία της, προχώρησε γυμνή προς τα ήρεμα και σκοτεινά νερά. Έτσι φαντάζονταν την Αρσινόη όσοι την εποχή του ποιητή Ποσείδιππου, που ύμνησε το ακρωτήρι, μαζεύονταν στα χάνια που ήταν ολόγυρα άφθονα για να χαρούν τον έρωτα. Έτσι γυμνοί την ακολούθησαν κι οι άλλοι, αφού σήκωσαν απ’ τις σκηνές κι όσους απ’ την παρέα τους ήταν παραδομένοι στον Μορφέα, μετά απ’ την πολύωρη ευωχία τους, εκείνη τη νύχτα στο Αμπουκίρ. (σελ 283)
 

► Η Μαρώ Κάργα είναι ζωγράφος, γλύπτρια και παιδαγωγός. Από τις εκδόσεις Τόπος κυκλοφορούν τα βιβλία της Αχγιάτ Ανχάρ και Η Αλεξάνδρεια σε ακολουθεί.

Ακολουθήστε μας στο Google news
ART - ΝΕΑ
Αυλαία για τα Καβάφεια σε Κάιρο και Αλεξάνδρεια
Για 14η ξεκινούν σήμερα στο Κάιρο και την Αλεξάνδρεια τα Καβάφεια, που θα διαρκέσουν έως τις 15 Οκτωβρίου. Η αυλαία θα γίνει με την απονομή των Βραβείων Καβάφη και συναυλία του Στέφανου Κορκολή στην όπερα της...
Αυλαία για τα Καβάφεια σε Κάιρο και Αλεξάνδρεια
ART - ΝΕΑ
«Στα κολασμένα μέρη βρήκα τον παράδεισο»
Μιλάει όμορφα, γλυκά, ήρεμα. Καμία σχέση με τη βιαιότητα των μυθιστορημάτων του. Ο Καρίλ Φερέ, στα 49 του χρόνια, είναι πλέον διεθνώς αναγνωρισμένος συγγραφέας νουάρ λογοτεχνίας. Ταξιδεύει από τη Ν. Ζηλανδία...
«Στα κολασμένα μέρη βρήκα τον παράδεισο»
ART - ΝΕΑ
Στον Αμπντουλραζάκ Γκούρνα το Νόμπελ Λογοτεχνίας
Ο Τανζανός μυθιστοριογράφος Αμπντουλραζάκ Γκούρνα τιμήθηκε με το φετινό Νόμπελ Λογοτεχνίας για την ασυμβίβαστη διείσδυση στις επιπτώσεις της αποικιοκρατίας και στη μοίρα του πρόσφυγα μεταξύ πολιτισμών και...
Στον Αμπντουλραζάκ Γκούρνα το Νόμπελ Λογοτεχνίας
ART - ΝΕΑ
Σπουδαίοι αιγυπτιακοί αρχαιολογικοί θησαυροί στην Expo Dubai 2021
Η αρχαία σαρκοφάγος του Ιερέα Psamtik και η συλλογή των αντιγράφων του βασιλιά Τουταγχαμών προβάλλονται στο αιγυπτιακό περίπτερο της Dubai Expo 2020.
Σπουδαίοι αιγυπτιακοί αρχαιολογικοί θησαυροί στην Expo Dubai 2021
ART - ΝΕΑ
Πενήντα χρόνια από τον θάνατο του νομπελίστα ποιητή
Ο Γ. Σεφέρης υπήρξε ηγετική μορφή στην ποίηση και τη θεωρία της λογοτεχνίας και ανανεωτής που προέταξε την έννοια της ελληνικότητας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πραγματικότητας.
Πενήντα χρόνια από τον θάνατο του νομπελίστα ποιητή
ART - ΝΕΑ
Μια οπτικοακουστική ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Αποφεύγοντας τη στατικότητα και υιοθετώντας μια καθαρά κινηματογραφική οπτική, ο φακός της σειράς «Εποχές και συγγραφείς» ταξιδεύει σε Ελλάδα και εξωτερικό, για να αποτυπώσει τα τοπία της ζωής και της δράσης...
Μια οπτικοακουστική ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας