Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Ντροπαλοί σαν μανόλιες

Μανόλια σε κόκκινο βελούδο, 1885 - 1995, ΜΑΡΤΙΝ ΤΖΟΝΣΟΝ ΧΙΝΤ

Ντροπαλοί σαν μανόλιες

  • A-
  • A+

Η μεγάλη κυρία είχε βγει και σκούπιζε το πεζοδρόμιο έξω από την παλιά μονοκατοικία που ήταν το σπίτι της. Διαρκώς κάτι μουρμούριζε, ότι αυτός ο δήμος ποτέ δεν καθαρίζει τα πεζοδρόμια, ότι με τόσα πεσμένα φύλλα θα βουλώσουν οι αγωγοί των ομβρίων και πάλι μόλις βρέξει θα πλημμυρίσουν οι δρόμοι.

Στη γειτονιά την αγαπούσαν όλοι, ευγενική, σοβαρή, λογική, συμβιβαστική, άνθρωπος στον οποίο προσέτρεχαν όλοι. Εμενε ακόμη στην παλιά μονοκατοικία της, ένα σπίτι χτισμένο μπορεί και εβδομήντα χρόνια πριν, από τους γονείς της, σε ένα οικόπεδο μικρό, αλλά με έναν μικρό κήπο, πάντα γεμάτο λουλούδια. Σε μια γωνιά του είχε φυτεμένη μια μανόλια, που όλοι ήξεραν ότι την αγαπούσε πολύ.

Δεν είχε πει τίποτα σε κανέναν, το καταλάβαιναν από τον τρόπο που τη φρόντιζε, που τη λίπαινε, που την πότιζε, που σκάλιζε το χώμα στον νερόλακκό της.

Την άνοιξη έβαζε μια πολυθρόνα και καθόταν στον ίσκιο της. Παρακολουθούσε τα φύλλα της, παχιά και σκούρα πράσινα, τα μικρά καρπόφυλλα που θα μεγάλωναν και μετά θα άνοιγαν στα περήφανα λουλούδια της, μπουμπούκια στο μέγεθος γροθιάς που τον Ιούνιο θα πλημμύριζαν τον τόπο ευωδιά. Κάτι σαν τη μυρωδιά του λεμονανθού, λίγο πιο βαριά ίσως.

Τα παιδιά της, όταν πήγαιναν να τη δουν, την έπιαναν που μιλούσε στη μανόλια. Ετσι όπως μιλούν τα μικρά παιδιά με τα παιχνίδια τους, τα κοριτσάκια με τις κούκλες τους. Τη «συμβούλευε» να μη βιαστεί να ανθίσει, της μιλούσε για τον καιρό, την προειδοποιούσε για τις καταιγίδες και κάλυπτε τη ρίζα της όταν έπεφτε πολύ η θερμοκρασία.

Και τα εγγόνια της, που τα φρόντιζε όποτε μπορούσε, ήξεραν το μυστικό και πρόσεχαν. Επαιζαν, έτρεχαν, υπό το άγρυπνο βλέμμα της, ενώ εκείνη κάτι έκανε: ετοίμαζε τα λαχανικά για το φαγητό, έπλεκε ή διάβαζε την εφημερίδα της.

Το δέντρο ήταν παλιό και ψηλό, ήταν κοριτσάκι όταν το φύτεψε ο πατέρας της στον κήπο και πια για να το φτάσει και να το φροντίσει, όταν χρειαζόταν, ανέβαινε σε μια σκαλίτσα. Και τότε, με άνετες και ελαφρές κινήσεις, καθάριζε τα σπάνια κίτρινα φύλλα της.

Μετά κατέβαινε τη σκαλίτσα με ένα μικρό πηδηματάκι, τίναζε τη φούστα της, ίσιωνε την ποδιά της. Τότε ήταν που έμοιαζε με κοπελίτσα, ανάλαφρη και χαριτωμένη. Δεν έκοβε ποτέ λουλούδι για τα βάζα της, «δεν θέλω να την πληγώσω» έλεγε.

Μετά έμπαινε στο σπίτι, για να ξαναγυρίσει στις δουλειές της, στο μαγείρεμα για τα παιδιά που δουλεύουν, για τα εγγόνια που θα έρχονταν από το σχολείο. Γινόταν πάλι η μάνα κι η γιαγιά.

Κάποτε αρρώστησε, μπήκε στο νοσοκομείο για λίγο καιρό. Η κόρη της, που έμενε μαζί της τα απογεύματα, την άκουσε να παραμιλά. Μέσα στα ακατάληπτα λόγια του πυρετού της, διέκρινε ένα αντρικό όνομα, άγνωστό της, δεν ήταν του πατέρα ή του αδελφού της, ούτε κάποιου συγγενή ή φίλου.

Οταν, μέρες μετά, η μάνα συνήλθε, η κόρη της δεν κρατήθηκε και ρώτησε: «Ποιος είναι;»

«Το πρώτο μου φιλί», είπε η μάνα. «Εκεί, ένα βράδυ, στη μεγάλη μανόλια. Ημουν 17 χρονώ».

Η κόρη δεν μίλησε, δεν ήθελε να ρωτήσει περισσότερα, ούτε ήξερε αν ήθελε να μάθει. Κατάλαβε. Κατάλαβε και γιατί η μάνα αγαπούσε το δέντρο με τα μεγάλα σε μέγεθος γροθιάς λουλούδια με το άρωμα λεμονανθού.

Και θυμήθηκε ένα βιβλίο με δοκίμια που είχε πέσει κάποτε στα χέρια της*. Εκεί η σπουδαία συγγραφέας έλεγε ότι οι άνθρωποι δεν μεγαλώνουν, κυρίως γερνούν εξωτερικά.

Στα σώματα και τα πρόσωπά τους συγκεντρώνουν τα σημάδια του χρόνου, αλλά ο πραγματικός εαυτός τους, το παιδί που όλοι κρύβουμε μέσα μας, παραμένει έως το τέλος αθώο και ντροπαλό σαν το λουλούδι της μανόλιας.

Τότε της έπιασε το χέρι και το κρατούσε σφιχτά μέχρι που η μάνα αποκοιμήθηκε.

*«Γράμμα προς την κόρη μου», Μάγια Αγγέλου, 2009

  

ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ
Ομπρέλα στο χρώμα της φωτιάς
Ένα δυνατό φως έπεσε ξαφνικά στον σκοτεινιασμένο δρόμο. Ηταν μια κόκκινη ομπρέλα στο χρώμα της φωτιάς. Την κρατούσε το κορίτσι που γελούσε και έκλαιγε και χόρευε, ακούγοντας μουσική. Το κορίτσι που πέρασε...
Ομπρέλα στο χρώμα της φωτιάς
ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ
Ζωή σαν μανταρίνι
Οταν τη φύτεψαν, είκοσι χρόνια πίσω, ήταν ένα δεντράκι τόσο δα, λεπτό σαν κλαράκι με καμιά δεκαριά πράσινα φρούτα που έπεσαν γρήγορα. Αλλά μετά αποδείχτηκε πολύ προκομμένο, την επόμενη χρονιά έκοψαν αρκετά...
Ζωή σαν μανταρίνι
ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ
Λασπωμένα παπούτσια
Ετριβε τα πόδια της στο χοντρό χορτάρινο πατάκι μπροστά στην πόρτα. Φορούσε γόβες - ένα κομψό ζευγάρι παπούτσια με λεπτό ψηλό τακούνι, από μαύρο δέρμα καλής ποιότητας. Παρά τη λάσπη, φαινόταν καθαρά η καλή...
Λασπωμένα παπούτσια
ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ
Η γυναίκα του τρένου
Η ηλικιωμένη γυναίκα που καθόταν απέναντί του στον Ηλεκτρικό κοίταζε στο κενό. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο από τις χαρακιές του χρόνου: ρυτίδες βαθιές πάνω σε ένα λευκό και καθαρό δέρμα, χωρίς άλλα σημάδια.
Η γυναίκα του τρένου
ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ
Σημασία είχε εκείνη η νύχτα
Καλοκαίρι, Ιούλιος, νυχτερινό τοπίο σε μια γωνιά που ηχεί και μυρίζει Ελλάδα. Ομοιο με τόσα άλλα και διαφορετικό από όλα τα υπόλοιπα. Ολο κάτι να θυμίζει και τίποτα να μην είναι ίδιο.
Σημασία είχε εκείνη η νύχτα
ΤΡΙΤΗ ΜΑΤΙΑ
Πότε ξεκίνησε η μέρα
Προχθές βράδυ ονειρεύτηκα ότι ταξίδευα. Οτι ήμουν σε ένα πλοίο και πήγαινα σε ένα νησί. Καλοκαίρι μάλλον, γιατί αν και ήταν πολύ πρωί και έκανε ψύχρα, τα ρούχα μου ήταν ελαφρά -έτσι τα ένιωθα.
Πότε ξεκίνησε η μέρα

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας