Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Οι δυο γραμμές στην Ευρώπη

Μπρος Podemos και πίσω Grexit

A.P./ΠΕΤΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΡΗΣ

Οι δυο γραμμές στην Ευρώπη

  • A-
  • A+

Μια ακτινογραφία του διλήμματος που προκαλεί στους ιθύνοντες της ευρωζώνης η εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, όπως αυτό αποτυπώνεται στα διεθνή ΜΜΕ

Τρεις εβδομάδες μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, κι ενώ η διαπραγμάτευση μεταξύ της νέας ελληνικής κυβέρνησης και του σκληρού πυρήνα της ευρωζώνης διανύει την πρώτη, αβέβαιη φάση της, οι γραμμές της αντιπαράθεσης έχουν λίγο-πολύ χαραχτεί. Ανεξάρτητα από τις προσωπικές δεξιότητες και την ιδιοσυστασία των εκατέρωθεν διαπραγματευτών ή τον βαθμό προετοιμασίας των αντίστοιχων ομάδων, η χάραξη αυτών των γραμμών υπακούει σε στρατηγικότερες σταθερές.

Στην περίπτωση της ελληνικής κυβέρνησης, η πραγματικότητα της κοινωνικής καταστροφής που επέφεραν τα μνημόνια (και η βεβαιότητα της δραματικής επιδείνωσής της στην περίπτωση που αυτά συνεχιστούν) δεν αφήνει και πολλά περιθώρια πραγματικών ελιγμών. Το εντυπωσιακό συλλαλητήριο της περασμένης Τετάρτης στο Σύνταγμα, ο κύριος όγκος του οποίου αποτελούνταν όχι από τους συνήθεις διαδηλωτές της Αριστεράς ή γραφικούς εθνικιστές, αλλά από μεσήλικους νοικοκυραίους δίχως εμφανή πολιτική ταυτότητα, κατέδειξε με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο το αντιδημοφιλές μιας συνθηκολόγησης όπως αυτή του 2010. Αλλωστε, σε αντίθεση με τότε, οι συνέπειες μιας παρόμοιας αναδίπλωσης πάνω στον πολιτικό χάρτη της χώρας είναι σήμερα κάτι παραπάνω από ορατές.

Η αναμέτρηση σύμφωνα με το σκιτσογράφο των «Financial Times» (26.1) : λαός και Τσίπρας, επευφημούμενοι από την αντιμνημονιακή Αριστερά, ανατρέπουν το ευρώ και ρίχνουν τις συντηρητικές ευρωπαϊκές ηγεσίες βορά στην ακροδεξιά

Η πιθανότητα να βρεθεί μια αμοιβαία αποδεκτή λύση θα καθοριστεί, ως εκ τούτου, κυρίως από τις στρατηγικές επιλογές της αντίπερα όχθης: τη διαθεσιμότητα των κυρίαρχων δυνάμεων της ευρωζώνης να αλλάξουν πολιτική απέναντι στην Ελλάδα, έστω και την τελευταία στιγμή. Περισσότερο ενδιαφέρον από τις συνδικαλιστικές πιρουέτες του κ. Βαρουφάκη έχει συνεπώς η επισκόπηση των διλημμάτων που αντιμετωπίζουν όσοι χαράζουν την πολιτική των αποφασιστικών οργάνων της Ε.Ε., όπως αυτά τα διλήμματα αποτυπώνονται στα σχετικά ρεπορτάζ των ευρωπαϊκών και υπερατλαντικών ΜΜΕ.

Σε μια παγκοσμιοποιημένη κοινωνία, δεν είναι φυσικά πάντα εύκολο να ξεχωρίσει κανείς ποια από αυτά τα ρεπορτάζ αντανακλούν πραγματικούς προβληματισμούς των κυρίαρχων κύκλων και ποια έχουν απλώς προπαγανδιστικό ή εκβιαστικό χαρακτήρα. Ακόμη και σ’ αυτή την τελευταία περίπτωση ωστόσο, δεν πρέπει κανείς να παραβλέπει τα υλικά αποτελέσματα μιας παρόμοιας ζύμωσης: από τη στιγμή που μια αντίληψη εμπεδωθεί σε κοινωνικά στρώματα με αποφασιστικό λόγο, παύει να αποτελεί απλό μέσο πίεσης και συγκαθορίζει σε τελική ανάλυση τις εξελίξεις.

Ενα φάντασμα πλανιέται

Σε αντίθεση με το 2010 και την καμπάνια δυσφήμησης των «τεμπέληδων» και «ανοικονόμητων» Ελλήνων, τα δημοσιεύματα των τελευταίων ημερών δεν αμφισβητούν την κοινωνική καταστροφή που επέφερε η οικονομική πολιτική της τελευταίας πενταετίας. Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας μεταφράζεται συνήθως σε «κατανόηση» για το εκλογικό αποτέλεσμα της 25ης Ιανουαρίου, όχι όμως πάντα με το ίδιο πρόσημο. Αν για τους «New York Times» (26.1.) «η πραγματική έκπληξη δεν είναι η εκλογική νίκη των Ελλήνων αριστερών» αλλά το γεγονός «πως αυτή άργησε τόσο πολύ», κάποιοι άλλοι δεν διστάζουν να περιγράψουν τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ σαν απόδειξη πρωτοφανούς ανευθυνότητας του ελληνικού λαού. Αυτό που κατά κανόνα δεν αμφισβητείται -από τις ευρωπαϊκές κυρίως «σοβαρές» εφημερίδες- είναι ιδίως η μακροπρόθεσμη «ορθότητα» της «επώδυνης» μνημονιακής πολιτικής. Η αρθρογραφία του νομπελίστα Πολ Κρούγκμαν, που θυμίζει τις αρχικές εξωπραγματικές προβλέψεις των μνημονίων κι αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν «οι ίδιοι άνθρωποι που έπεσαν τόσο έξω όσον αφορά τις επιπτώσεις της λιτότητας [να] κάνουν κήρυγμα στους Ελληνες πως πρέπει να φανούν ρεαλιστές» («Ν.Υ. Times», 25.1.), αποτελεί φωτεινή εξαίρεση.

Αντίθετα απ’ ό,τι υποκρίνεται ο επίσημος (δια)κρατικός λόγος, η πρόσφατη τροπή του «ελληνικού ζητήματος» συνιστά άλλωστε όχι τόσο ένα λογιστικό όσο ένα καθαρά πολιτικό πρόβλημα για τους Ευρωπαίους καπιταλιστές. Η εγκατάλειψη μάλιστα της «ελληνοκεντρικής» προσέγγισής του από τη νέα κυβέρνηση γεννά πολύ ευρύτερα διακυβεύματα, με τη διαφαινόμενη ανάδυση μιμητών του ΣΥΡΙΖΑ στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες – όχι μόνο του Νότου, αλλά και του Βορρά, όπου τα λαϊκά στρώματα έχουν επίσης υποστεί, έστω και σε διαφορετικό βαθμό, τις συνέπειες της πανευρωπαϊκής περιστολής του κοινωνικού κράτους. Τα σχετικά μέτωπα χαράσσονται έτσι με βάση όχι την εθνική ταυτότητα αλλά την ταξική θέση των αναλυτών. Με μοναδική ίσως διαφορά πως οι αγγλοσαξονικές πηγές αποδεικνύονται συνήθως τολμηρότερες στις διατυπώσεις τους απ’ ό,τι εκείνες της ευρωζώνης.

«Στρατηγική του κ. Τσίπρα φαίνεται πως είναι να τεθεί επικεφαλής μιας πανευρωπαϊκής αριστερής εφόδου κατά της "λιτότητας", δίνοντας παράσταση για μια αντιγερμανική γαλαρία, με την ελπίδα να απομονώσει το Βερολίνο», αποφαίνεται χαρακτηριστικά το άρθρο της «Wall Street Journal», που έδωσε το σύνθημα της επικοινωνιακής αντεπίθεσης (28.1.). «Οι φιλοδοξίες του ενθάρρυναν ίσως την αποσύνθεση που οι επιτυχίες του έσπειραν μεταξύ των κεντροαριστερών ευρωπαϊκών κομμάτων. Αυτά αντιμετωπίζουν τώρα ένα στρατηγικό δίλημμα: παγιδευμένη ανάμεσα στον λαϊκισμό του κ. Τσίπρα και τη δική τους συναίνεση στον τρόπο με τον οποίο η ευρωζώνη απαντά στην κρίση, η εκλογική τους υποστήριξη καταρρέει».

Ακόμη σαφέστερος είναι ο παλαίμαχος αναλυτής του Ρόιτερς, Τζον Λόιντ: «Αυτοί τους οποίους οι Ελληνες φοβίζουν περισσότερο», εξηγεί σε άρθρο του με τον προκλητικό τίτλο «Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (έκδοση 2015)» (6.2.), «είναι οι "καλοί" αριστεροί: οι [Γερμανοί, Γάλλοι και Ιταλοί] σοσιαλδημοκράτες που συντάσσονται με την κεντρώα συναίνεση. Γκρινιάζουν, διστάζουν, εκλιπαρούν για λιγότερη λιτότητα, αλλά παραμένουν εντός των περιορισμών που έχουν επιβάλει τόσο η Ευρώπη υπό γερμανική ηγεσία όσο κι ένας παγκοσμιοποιημένος κόσμος, όπου το μεγαλύτερο μέρος της εργατικής δύναμης είναι πολύ φτηνότερο και λιγότερο προστατευμένο απ’ ό,τι στην Ευρώπη. Περιέκοψαν προϋπολογισμούς, φιλελευθεροποίησαν εργατικές νομοθεσίες και τα έβαλαν με τα συνδικάτα. Τώρα, ένα κόμμα στα αριστερά τους καταγγέλλει αυτά τα δεσμά και τη δική τους μετριοπάθεια και υπόσχεται να απαλλαγεί απ’ αυτά μ’ ένα άλμα προς την ελευθερία, κραδαίνοντας ένα όραμα ακτιβισμού και ανυπακοής γοητευτικό για λεγεώνες άνεργων νέων».

Τελικό συμπέρασμα του Λόιντ είναι πως «το φάντασμα του κομμουνισμού» που επικαλούνταν εν έτει 1848 το κλασικό μανιφέστο των Μαρξ και Ενγκελς «επανήλθε, πλανιέται πάνω από την Ευρώπη και τη στοιχειώνει». Οχι γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ επαγγέλλεται την οικοδόμηση μιας ιδεώδους αταξικής κοινωνίας, αλλά επειδή η νίκη του επανεισήγαγε στην πολιτική ατζέντα της γηραιάς ηπείρου το αίτημα για έμπρακτη προάσπιση των συμφερόντων των λαϊκών στρωμάτων απέναντι στην Ευρώπη των τραπεζιτών.

«Σωτήρες» της Ισπανίας

Λιγότερο μελοδραματικά, την ίδια διαπίστωση επαναλαμβάνουν και άλλοι αναλυτές.

Δεν έλλειψαν ούτε οι αναβιώσεις των στερεοτύπων του 2010

«Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ σκορπά πολιτικούς φόβους προς δύο συναφείς κατευθύνσεις», εξηγεί λ.χ. το λονδρέζικο «Economist» (31.1.). «Η πρώτη, που έχει ανησυχήσει πολύ το Βερολίνο και τις Βρυξέλλες, είναι πως οι εταίροι της Ελλάδας στην ευρωζώνη ίσως νιώσουν υποχρεωμένοι να προσφέρουν στον κ. Τσίπρα καλούδια ως "αμοιβή" για τη νίκη του, εξασθενίζοντας τα χέρια των μεταρρυθμιστών σε άλλες χώρες. Παρόμοιες ανησυχίες μπορεί να σημάνουν όντως πως ο κ. Τσίπρας θα δυσκολευτεί περισσότερο από τους προκατόχους του να αποσπάσει παραχωρήσεις. Η δεύτερη [κατεύθυνση] είναι πως η νίκη του θα ενθαρρύνει το Podemos και ομοειδή κόμματα αλλού. Η Ισπανία κι η Πορτογαλία έχουν εκλογές φέτος, η Ιρλανδία το αργότερο ώς τον Απρίλιο του 2016. Σήμερα, τα γκάλοπ αφήνουν να διαφανεί ότι κόμματα εναντίον της λιτότητας θα τα πάνε καλά και στις τρεις χώρες. [...] Η δε νίκη του ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύει πως η παλιά τάξη μπορεί να ανατραπεί. [...] Οπως πάντα, η επαπειλούμενη ελληνική κρίση αφορά πολύ περισσότερα πράγματα από την Ελλάδα».

Το ίδιο περιοδικό δεν μασά τα λόγια του όσον αφορά την προτιμότερη μέθοδο θεραπείας του κακού: «Αν [η κυβέρνηση Τσίπρα] παραπατήσει κι η Ελλάδα βυθιστεί στις φλόγες, οι ψηφοφόροι αλλού ίσως μπουν στον πειρασμό να ξαναχωθούν στην ασφάλεια των παραδοσιακών κομμάτων». Προαναγγέλλει, μάλιστα, τα μέτρα που επρόκειτο να πάρει πέντε μέρες αργότερα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα: «Ο καβγάς θα μπορούσε να σημάνει τη λήψη σκληρότερης στάσης απέναντι στις ελληνικές τράπεζες από την ΕΚΤ. Προς το παρόν είναι έτοιμη να δανείσει σ' αυτές με τους ίδιους όρους όπως και για τις υπόλοιπες τράπεζες της ευρωζώνης. Αν όμως ο κ. Τσίπρας είναι υπερβολικά προκλητικός, η ΕΚΤ θα επιμείνει αυτή η χρηματοδότηση να είναι "έκτακτη βοήθεια ρευστότητας", με ρίσκα της Τράπεζας της Ελλάδος αντί όλων των κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης. Εκτός από αποστολή μηνύματος στην ελληνική κυβέρνηση, αυτό θα ύψωνε το κόστος τραπεζικού δανεισμού. Η ΕΚΤ θα μπορούσε να πάρει μια τέτοια απόφαση τις αμέσως ερχόμενες μέρες, αν ο κ. Τσίπρας στείλει τα λάθος μηνύματα».

Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινήθηκε και η επίθεση του Ρόιτερς (9.2.), την επομένη των προγραμματικών δηλώσεων του πρωθυπουργού. Αποφαινόμενος πως «ο Τσίπρας ανέμισε ένα μεγάλο κόκκινο κουρέλι μπροστά σ’ έναν ταύρο» με την απόρριψη της λιτότητας, την «πρόκληση προς τη Γερμανία» διά της ανακίνησης του κατοχικού δανείου και κυρίως την «επίθεση στο τραπεζικό σύστημα» που συνιστά η άσκηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου και ο τερματισμός της ποινικής ασυλίας των τραπεζιτών, ο επίτιμος αρχισυντάκτης του πρακτορείου, επιχειρηματίας και «φιλόσοφος» Χιούγκο Ντίξον ήταν κάτι παραπάνω από σαφής: «Η λιγότερο κακή προσέγγιση είναι [η Ε.Ε.] να αποφεύγει να δώσει στον Τσίπρα πολεμοφόδια με τα οποία θα αναζωπυρώσει κι άλλο την εθνική περηφάνια και να περιμένει τη χρηματοπιστωτική πραγματικότητα να δαγκώσει. Αν και όταν ο ελληνικός λαός δεν μπορεί πια να τραβήξει ρευστό από τις τραπεζικές του καταθέσεις, η τωρινή ευφορία θα εξαφανιστεί και κάποιος συμβιβασμός θα καταστεί δυνατός».

Το «απειλητικότερο» διακύβευμα αφορά ενδεχόμενη λειτουργία της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ως πρότυπο για τους Ισπανούς ψηφοφόρους, που τον ερχόμενο Μάιο θα εκλέξουν νέες περιφερειακές κυβερνήσεις και μέχρι τις 20 Δεκεμβρίου νέο εθνικό κοινοβούλιο. Εξ ου και το εναρκτήριο λάκτισμα από την «Εφημερίδα της Γουόλ Στριτ», με τον αποκαλυπτικό τίτλο «Γιατί η ευρωζώνη χρειάζεται να θυσιάσει την Ελλάδα για να σώσει την Ισπανία» (28.1.): «Η Μαδρίτη καθιστά σαφές πως οποιαδήποτε συμφωνία με τον Ελληνα ηγέτη πρέπει να βασίζεται σε δεσμεύσεις για μεταρρυθμίσεις εξίσου σκληρές με εκείνες που απαιτήθηκαν από τον τέως πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά. Οτιδήποτε λιγότερο θα αντιπροσωπεύει νίκη για τον κ. Τσίπρα και θα τροφοδοτήσει την υποστήριξη προς το ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα της ίδιας της Ισπανίας, το Podemos. [...] Η Μαδρίτη πιστεύει πως θα ήταν προς το συμφέρον της Ισπανίας και της ευρωζώνης να επιτρέψουν στην Ελλάδα να συντριβεί εκτός ευρωζώνης μάλλον παρά να δώσουν ώθηση στην υποστήριξη προς το Podemos».

Από την αρχική έκπληξη και αμηχανία, στη σκλήρυνση: «Η Ευρώπη ετοιμάζεται για τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ» (24.1), «Το νέο πρόσωπο της Ευρώπης» (25.1), «Ελλάδα: η ριζοσπαστική αριστερά στη δοκιμασία της πραγματικότητας (26.1), «Γιούνκερ: “Ούτε κουβέντα για κατάργησης του ελληνικού χρέους” » (29.1). 

Γουρούνια επί σκηνής

Το αίσθημα της αυτοσυντήρησης τροφοδοτεί έτσι πρακτικές που διαψεύδουν πανηγυρικά κάθε προσδοκία για την αυτόματη σύμπηξη ενός «μετώπου» του ευρωπαϊκού Νότου ενάντια στη «γερμανική Ευρώπη». Η ταξική αλληλεγγύη αποδεικνύεται όπως πάντα ισχυρότερη από την «εθνική», με τις πιο στριμωγμένες αστικές κυβερνήσεις των υπόλοιπων PIGS να ανακυκλώνουν απερίφραστα τα ρατσιστικά στερεότυπα που ακόμη κι ο κ. Σόιμπλε διστάζει να χρησιμοποιήσει: «Εμείς είμαστε μυρμήγκια, ενώ οι Ελληνες είναι ακρίδες», διακήρυξε χαρακτηριστικά ο Πορτογάλος υπουργός Προεδρίας, Λουίς Μανουέλ Γκουέντες («Daily Telegraph», 31.1.2015).

Προσεκτικότερη, η βασική εφημερίδα του Δουβλίνου φρόντισε πάλι να διασκεδάσει τις διαθέσεις όσων θα ήθελαν μια πιο ενεργητική στάση υπέρ των ελληνικών θέσεων, με το επιχείρημα πως Ελλάδα και Ιρλανδία έχουν βραχυπρόθεσμα αντίθετα συμφέροντα: «Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για την εκλογή μιας κυβέρνησης με επικεφαλής τον ΣΥΡΙΖΑ και τη μάχη που δίνει για ανακούφιση από το χρέος και για να αντιστρέψει τη λιτότητα. Αυτό μπορεί όμως να μην έχει καλό τέλος. Η Ευρώπη κάνει γενικά ό,τι είναι βολικό, δυνατό και προς το συμφέρον της, όχι ό,τι είναι "σωστό". [...] Αντίθετα από την Ελλάδα, το μεγαλύτερο μερίδιο του εθνικού μας χρέους αφορά δάνεια από ιδιώτες δανειστές. Αυτοί οι δανειστές μάς δανείζουν τώρα χρήματα με γελοία χαμηλά επιτόπια. Αυτά τα άκρως χαμηλά επιτόκια είναι φούσκα κι όπως όλες οι φούσκες κάποια στιγμή θα σπάσει, [αλλά] στόχος μας πρέπει να είναι να διασφαλίσουμε πως θα συνεχιστεί για όσο γίνεται μεγαλύτερο διάστημα. [...] Οι διαπραγματεύσεις της Ελλάδας ανοίγουν μια ευκαιρία για μας να διεκδικήσουμε καλύτερους όρους για τις οφειλές μας προς την Ευρώπη, είναι σημαντικό. [...] Ομως η Ιρλανδία ξεμπέρδεψε με τις περικοπές της "λιτότητας" κι η οικονομική μεγέθυνση είναι ενθαρρυντική. Εχουμε ακόμη κάποιο δρόμο να διανύσουμε και πελώρια προβλήματα που μας άφησε η κατάρρευση, αλλά υπάρχουν κι ευκαιρίες. Αν οι Ελληνες θέλουν να παίξουν επικίνδυνα παιχνίδια με την ΕΚΤ και το Βερολίνο, ας το κάνουν. Ισως νιώθουν πως δεν έχουν και πολλά να χάσουν» («Irish Times», 7.2.).

Αξιοπρόσεκτη διάσταση αυτού του κυνισμού αποτελεί, τέλος, η ανοιχτή περιφρόνηση που, με αφορμή τις εξελίξεις στην Ελλάδα, εκδηλώνουν οι ιθύνοντες της Ε.Ε. απέναντι στη λαϊκή ετυμηγορία, τη δημοκρατική αρχή και τον κοινοβουλευτισμό γενικότερα. Δεν είναι μόνο ο «κακός» Σόιμπλε που ξεκαθαρίζει πως, εφόσον «υπάρχουν κανόνες» στην ευρωζώνη, «οι εκλογές δεν αλλάζουν τίποτα» («Daily Telegraph», 31.1.). Ακόμη προβληματικότερος αποδείχθηκε ο «καλός» Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, στη συνέντευξή του προς την παρισινή «Figaro» (29.1.): «Να λέει κανείς ότι όλα θα αλλάξουν επειδή υπάρχει καινούργια κυβέρνηση στην Αθήνα σημαίνει πως παίρνει τις επιθυμίες του για πραγματικότητα. [...] Δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατική επιλογή ενάντια στις ευρωπαϊκές συνθήκες».

Τα ρίσκα του Grexit

Ολα μαύρα κι άραχλα, λοιπόν; Οχι ακριβώς. Οι ίδιες ακριβώς πηγές που υποδεικνύουν στην Ε.Ε. να πατάξει δυναμικά την ελληνική εκλογική ανταρσία προβληματίζονται μεγαλόφωνα για τις συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής πάνω στη συνοχή, τη βιωσιμότητα και -κυρίως- την ελκυστικότητα της ευρωζώνης. Το ενδεχόμενο μιας ελληνικής χρεοκοπίας ως ύστατης αντίστασης στα τελεσίγραφα του Βερολίνου και των Βρυξελλών σχετικοποιεί αισθητά τις όποιες πολεμοχαρείς διακηρύξεις.

«Τόσο οι βόρειοι πιστωτές όσο και oι νότιοι οφειλέτες διακατέχονται από νευρικότητα για τις συνέπειες μιας χαοτικής εξόδου της Ελλάδας πάνω στις ευρωπαϊκές τράπεζες και τις οικονομίες τους», εξηγεί χαρακτηριστικά το «Economist» (31.1.). «Αξιωματούχοι στο Βερολίνο αναγνωρίζουν πως ο κίνδυνος χρηματοπιστωτικής και οικονομικής μόλυνσης είναι τώρα μικρότερος απ’ ό,τι το 2012. [...] Αυτός ο υπολογισμός ενδέχεται ωστόσο να αποδειχθεί λανθασμένος. Το Grexit θα παραβίαζε την αρχή πως η συμμετοχή στο ευρώ είναι μη ανακλητή, προκαλώντας ανησυχία στους επενδυτές μήπως αποβληθούν και άλλες χώρες. [...] Το σημαντικότερο, η υποτίμηση του [νέου ελληνικού] νομίσματος θα καθιστούσε το ελληνικό χρέος, που θα παρέμενε σε ευρώ, μη διαχειρίσιμο, και θα προκαλούσε χρεοκοπία της χώρας».

«Οι νύξεις πως η ΕΚΤ μπορεί να βγάλει από την πρίζα τις ελληνικές τράπεζες είναι άκρως ανεύθυνες», δήλωνε στην «Daily Telegraph» της ίδιας μέρας ο Ασόκα Μόντι, πρώην επικεφαλής των μηχανισμών «διάσωσης» του ΔΝΤ στην Ευρώπη και νυν καθηγητής του Πρίνστον. «Οι αρχές της Ε.Ε. δεν έχουν ιδέα ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις του Grexit ή ποιες άγνωστες δονήσεις ενδέχεται να πλήξουν το παγκόσμιο σύστημα πληρωμών. Παίζουν με τη φωτιά».

Ακόμη οξύτερος είναι ο ίδιος σε πρόσφατο άρθρο του στον ιστότοπο του Ιδρύματος Bruegel του Ζαν-Κλοντ Τρισέ (10.1.): «Οι ευρωπαϊκές αρχές πρέπει να καταλάβουν πως η επόμενη πράξη της ελληνικής τραγωδίας δεν θα περιοριστεί στην Ελλάδα. Αν δεν υπάρξει ελάφρυνση, η πολιτική δυσαρέσκεια θα διαχυθεί, εξτρεμιστικές δυνάμεις θα ισχυροποιηθούν και η ίδια η επιβίωση της Ε.Ε. θα μπορούσε να τεθεί σε κίνδυνο». Ο Χανς Ρέντεκερ της Μόργκαν Στάνλεϊ δεν διστάζει, πάλι, να συγκρίνει τη στάση των κοινοτικών οργάνων με την ασυναίσθητη κατάδυση της Ευρώπης στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, πριν από έναν αιώνα.

«Αν η Ελλάδα χρεοκοπήσει κι εγκαταλείψει την ευρωζώνη», εξηγούσε τα μεσάνυχτα της Τετάρτης το BBC, «οι επενδυτές είναι όλο και πιο ανήσυχοι για τη δυνατότητα άλλες βαθιά χρεωμένες χώρες, όπως η Ιταλία, ή με αδύναμες οικονομίες, όπως η Ισπανία, να αποπληρώσουν τα χρέη τους ή ακόμη και να παραμείνουν στο ευρώ.

Πολλά θα εξαρτηθούν από το πώς θα τα καταφέρει η Ελλάδα έξω από το ευρώ. Εδώ υπάρχουν δύο σχολές σκέψης. Η μια πιστεύει πως η χώρα θα μπει στο οικονομικό ισοδύναμο ενός πυρηνικού χειμώνα. Η αντίθετη άποψη είναι ωστόσο πως, ύστερα από μια αρχική κατάρρευση, ένα κύμα επενδύσεων θα επανέκαμπτε στη χώρα, ο τουρισμός θα ευημερούσε κι οι εξαγωγές θα διογκώνονταν, δημιουργώντας θέσεις εργασίας και αποκαθιστώντας σταδιακά κάποια ισχύ του νομίσματος. Οσο για τις ζημιές στον υπόλοιπο κόσμο, οι επιπτώσεις θα ήταν σίγουρα μικρότερες απ’ ό,τι πριν από τρία χρόνια. Αν όμως η ζωή αρχίσει να δείχνει ουσιαστικά καλύτερη για μια ελληνική οικονομία βασισμένη στη δραχμή, άλλες χώρες μπορεί να αρχίσουν κι αυτές να σκέφτονται να τυπώσουν λιρέτες, πεσέτες κι εσκούδα, το δε μέλλον και η αξιοπιστία πολλών από τις οικονoμίες της ευρωζώνης θα αμφισβητούνταν».

Ποιες μεταρρυθμίσεις;

Λυδία λίθο μιας ενδεχόμενης συμφωνίας, αλλά και δείκτη του πραγματικού συσχετισμού δύναμης που θα αποκρυσταλλώνεται σε αυτήν, θα αποτελέσει σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις ο ακριβής προσδιορισμός των «μεταρρυθμίσεων» που θα κληθεί τελικά να υλοποιήσει η ελληνική κυβέρνηση. Ολες ανεξαιρέτως οι φιλικές προς τις ελληνικές θέσεις δημόσιες τοποθετήσεις ξένων παραγόντων επικεντρώνονται στην ανάγκη χαλάρωσης της λιτότητας με ταυτόχρονη προώθηση των θεσμικών αλλαγών που θα μετατρέψουν την Ελλάδα σε βιώσιμη οικονομικά οντότητα.

Φυσικά, το εύρος και ο χαρακτήρας αυτών των τελευταίων, όποτε προσδιορίζεται, ποικίλλει ανάλογα με τον εισηγητή. Ηδη πριν από τις εκλογές (21.1.), Ελληνας αρθρογράφος της «Wall Street Journal» υποδείκνυε λ.χ. ως όρο για την παροχή «χρηματοπιστωτικού χώρου αναπνοής» τη δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ για «χαλάρωση της επιρροής των καρτέλ, των πανίσχυρων επαγγελματικών ενώσεων και των συνδικάτων του δημόσιου τομέα».

Την ίδια μεταρρυθμιστική συλλογιστική προβάλλει και η κυβέρνηση, διατηρώντας εσκεμμένα ασαφές το πλήρες εύρος των αποδεκτών μεταβολών. Αν για τον σκληρό πυρήνα τους δεν αφήνεται η παραμικρή αμφιβολία (πάταξη γραφειοκρατίας και φοροδιαφυγής, κατάργηση φορολογικών ασυλιών, κτηματολόγιο, περιουσιολόγιο, άνοιγμα κλειστών επαγγελμάτων), δεν συμβαίνει το ίδιο με ό,τι φαίνεται πως αποτελεί το πιο κρίσιμο διακύβευμα της όλης αναμέτρησης: την έκταση και τα χαρακτηριστικά των μελλοντικών ιδιωτικοποιήσεων.

Η απουσία ρητής αναφοράς στις προγραμματικές δηλώσεις για τα 14 αεροδρόμια που ξεπούλησε αντί πινακίου φακής ο Σαμαράς, «επένδυση» ανολοκλήρωτη, την ακύρωση της οποίας είχε υποστηρίξει προεκλογικά ακόμη κι ο ρεαλιστής Γιώργος Σταθάκης, προκαλεί μάλλον δυσάρεστες σκέψεις. Το ίδιο και το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της «Wall Street Journal», την περασμένη Πέμπτη, για την (υποτιθέμενη;) στροφή 180 μοιρών της κυβέρνησης όσον αφορά το εναπομείναν δημόσιο λιμάνι του Πειραιά. «Η νέα κυβέρνηση επιμένει ότι κάποια πράγματα δεν θα πουληθούν, όπως η κρατική υπηρεσία ηλεκτρισμού», διευκρινίζει η εφημερίδα, «ανώτεροι όμως αξιωματούχοι της Ε.Ε. θεωρούν την πώληση του Πειραιά ως ένα αποφασιστικό προηγούμενο».

► Διαβάστε

  • Paul Krugman, The Return of Depression Economics and the Crisis of 2008 (Λονδίνο 2008, εκδ. Penguin Books). Διεισδυτική ανάλυση του φαύλου κύκλου χρηματιστηριακής φούσκας, «λιτότητας» και ύφεσης, που οδήγησε στην παγκόσμια κρίση του 2008, από τον γνωστό νομπελίστα οικονομολόγο.
  • Κωστής Χατζημιχάλης, Κρίση χρέους και υφαρπαγή γης (Αθήνα 2014, εκδ. ΚΨΜ). Λεπτομερής περιγραφή της επιδίωξης του μεγάλου κεφαλαίου να μετατρέψει τα (ανασφαλή, λόγω καπιταλιστικής κρίσης) αποθέματά του σε real estate, λεηλατώντας τη δημόσια γη με όχημα τη μνημονιακή πολιτική.

► Δείτε

  • Το ποντίκι που βρυχάται (The mouse that roared) του Τζακ Αρνολντ (1959). Ξεκαρδιστική σάτιρα των διεθνών σχέσεων και ισορροπιών της ψυχροπολεμικής εποχής. Ενα μικροσκοπικό κρατίδιο της κεντρικής Ευρώπης αποκτά συμπτωματικά ένα σύγχρονο υπερόπλο, αποσπώντας εν μιά νυκτί τον σεβασμό φίλων, εχθρών και υπερδυνάμεων.
  • Συριάνα (Syriana) του Στίβεν Γκέιγκαν (2005). Φιλόδοξη κινηματογραφική ανατομία της μεταψυχροπολεμικής διεθνούς πολιτικής, με έμφαση στη διαπλοκή μεταξύ ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων και οικονομικών συμφερόντων. Μολονότι ασχολείται κυρίως με τον χώρο της Μέσης Ανατολής, άνετα θα μπορούσε -με κάποιες μικροαλλαγές στο σκηνικό- να αφορά τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της «ενωμένης» Ευρώπης.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
«Οι Podemos αναγκάστηκαν να μαλακώσουν τον λόγο τους»
«Ζούμε μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Είναι η πρώτη φορά στα σαράντα χρόνια της ισπανικής δημοκρατίας που θα επαναληφθούν οι βουλευτικές εκλογές. Και όπως φαίνεται από όλα τα γκάλοπ, το αποτέλεσμα αυτών των εκλογών...
«Οι Podemos αναγκάστηκαν να μαλακώσουν τον λόγο τους»
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Τα ευτράπελα και η Αριστερά
Τι εννοούσε ο Ελληνας πρωθυπουργός, πριν από τις εκλογές στην Ισπανία, ευχόμενος στον Πάμπλο Ιγκλέσιας να συναντηθούν; «Σε περιμένουμε», του μήνυσε, εμείς οι αριστεροί ώστε να κάνουμε το μέτωπο της νότιας...
Τα ευτράπελα και η Αριστερά
ΕΥΡΩΠΗ
Υψηλές προσδοκίες, βέβαιη απογοήτευση
Αν και στην πρώτη ανάγνωση των αποτε­λεσμάτων φαίνεται μια μεγάλη επιτυχία της Αριστεράς, που εδραιώνεται για τα καλά και κατα­λαμβάνει την τρίτη θέση, στην πραγμα­τικότητα το κόμμα του Πάμπλο Ιγκλέσιας και οι...
Υψηλές προσδοκίες, βέβαιη απογοήτευση
ΕΥΡΩΠΗ
Το χάλκινο που μοιάζει με... χρυσό!
Ανεξάρτητα από πολιτικές συμπάθειες και τοποθετήσεις, ο μόνος από τους τέσσερις βασικούς παίκτες των ισπανικών εκλογών που δικαιούται να πανηγυρίζει είναι ο ηγέτης του Podemos και στενός φίλος του Ελληνα...
Το χάλκινο που μοιάζει με... χρυσό!
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Ενρίκ Ντουράν: «Η λύση βρίσκεται σε ένα “οικοσύστημα” νομισμάτων»
Ο καταζητούμενος «Ρομπέν των τραπεζών», ένας από τους ανθρώπους-σύμβολα για την Καταλονία, μίλησε στην «Εφ.Συν.» σε τόπο που ο ίδιος μας ζήτησε να παραμείνει κρυφός. Μεταφέρει το μήνυμα της αντίστασης κατά των...
Ενρίκ Ντουράν: «Η λύση βρίσκεται σε ένα “οικοσύστημα” νομισμάτων»
ΑΡΧΕΙΟ
Aστροπελέκι δημοκρατίας στην Ευρώπη
Το δημοψήφισμα έλαμψε αστροπελέκι δημοκρατίας και ελπίδας στην πολιτική καταχνιά της γηραιάς ηπείρου. Η επιλογή της ελληνικής κυβέρνησης και του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα να πραγματοποιηθεί δημοψήφισμα είναι...
Aστροπελέκι δημοκρατίας στην Ευρώπη

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας