• Αθήνα
    Αίθριος καιρός
    8°C 4.8°C / 10.1°C
    1 BF
    53%
  • Θεσσαλονίκη
    Ελαφρές νεφώσεις
    4°C 1.4°C / 6.6°C
    0 BF
    56%
  • Πάτρα
    Αίθριος καιρός
    8°C 6.0°C / 10.7°C
    3 BF
    58%
  • Ιωάννινα
    Αίθριος καιρός
    -2°C -2.1°C / -2.1°C
    1 BF
    100%
  • Αλεξανδρούπολη
    Ελαφρές νεφώσεις
    2°C 1.9°C / 1.9°C
    0 BF
    75%
  • Βέροια
    Ελαφρές νεφώσεις
    3°C 0.8°C / 5.7°C
    2 BF
    70%
  • Κοζάνη
    Σποραδικές νεφώσεις
    -1°C -1.0°C / 0.0°C
    1 BF
    64%
  • Αγρίνιο
    Αίθριος καιρός
    3°C 2.4°C / 9.6°C
    1 BF
    82%
  • Ηράκλειο
    Σποραδικές νεφώσεις
    14°C 12.2°C / 15.3°C
    6 BF
    58%
  • Μυτιλήνη
    Ελαφρές νεφώσεις
    6°C 5.9°C / 5.9°C
    3 BF
    64%
  • Ερμούπολη
    Αίθριος καιρός
    12°C 12.4°C / 14.1°C
    4 BF
    43%
  • Σκόπελος
    Αίθριος καιρός
    6°C 6.2°C / 6.2°C
    3 BF
    57%
  • Κεφαλονιά
    Αίθριος καιρός
    12°C 11.7°C / 11.7°C
    4 BF
    54%
  • Λάρισα
    Αίθριος καιρός
    4°C 3.5°C / 3.5°C
    1 BF
    72%
  • Λαμία
    Αίθριος καιρός
    4°C 2.2°C / 3.9°C
    2 BF
    100%
  • Ρόδος
    Σποραδικές νεφώσεις
    14°C 8.8°C / 14.8°C
    2 BF
    65%
  • Χαλκίδα
    Αίθριος καιρός
    7°C 5.0°C / 10.3°C
    1 BF
    64%
  • Καβάλα
    Ελαφρές νεφώσεις
    3°C 2.7°C / 2.7°C
    1 BF
    63%
  • Κατερίνη
    Αίθριος καιρός
    4°C 2.3°C / 6.7°C
    1 BF
    64%
  • Καστοριά
    Αραιές νεφώσεις
    0°C -0.2°C / -0.2°C
    2 BF
    83%

Κεφαλή του Θεού Ερμή

Οδύσσεια, ραψωδία ω`. Η πιστή Πηνελόπη και η άπιστη Κλυταιμνήστρα

  • A-
  • A+

ὁ γὰρ οἶος ὅρα πρόσσω καὶ ὀπίσσω, ω` 452.

Κείμενο, περίληψη, σχόλια.

Ο Εναγώνιος Ερμής με τα φτερά στο πόδια, κάλεσε όλες τις ψυχές, κοντά του, των Μνηστήρων. Στα χέρια ο Κυλλήνιος χρυσό ραβδί κρατούσε, ραβδί που είναι μαγικό και τους θνητούς κοιμίζει ή αν θελήσει τους ξυπνά από τον βαθύ τους ύπνο. Ακολουθούσαν οι ψυχές τον φτερωτό θεό τους τον ψυχολάτη τον Ερμή να παν στον κάτω κόσμο. Τριγμούς και τσιριχτές φωνές, στριγκλιές, πολλές τσιρίδες άφηναν όλες οι ψυχές καθώς ακολουθούσαν τον φτεροπόδαρο Ερμή. Με νυχτερίδες έμοιαζαν που σε σπηλιά πετάνε με τις οξείες τους κραυγές, τις φοβερές στριγκλιές τους. Περάσανε τον πάλλευκο τον λίθο και ακόμα διαβήκανε τον ποταμό τ` Ωκεανού το ρέμα. Του Ήλιου τις πύλες διάβηκαν και την Ονειροχώρα και έτσι καταφθάσανε στον κάμπο που ανθίζουν οι νεκρικοί ασφόδελοι. Εδώ συχνάζουν οι ψυχές στο σκοτεινό λιβάδι, εδώ στο ψυχολίβαδο, στ` ασφοδελό λιβάδι, βρίσκονται όλες οι ψυχές είδωλα των θανόντων. Βρήκανε κι ανταμώσανε του θεϊκού Αχιλλέα και του Πατρόκλου την ψυχή μαζί και του Αντιλόχου και του άψεγου του Αίαντα. Του Αγαμέμνονα η ψυχή, του Ατρείδη, ήλθε κοντά τους περίλυπη, και γύρω της μαζεύτηκαν κι οι άλλες,
όσες μαζί του πέθαναν στου Άργους το παλάτι. Μίλησε τότε η ψυχή του ήρωα Αχιλλέα κι είπε στον Αγαμέμνονα τον αδικοχαμένο: Μέγιστε Ατρείδη δυνατέ κι πικροσκοτωμένε, εσύ με μαύρο φονικό να πας ήταν γραφτό σου». Τότε του Αγαμέμνονα το είδωλο του είπε: «Γιε του Πηλέα ανίκητε, θεόμορφε Αχιλλέα, σαν τη ζωή σου έχασες στην Τροία του Πριάμου, έφτασε η μητέρα σου μαζί με νύμφες θείες, πανέμορφες θαλασσινές, κι έσυραν μέγα θρήνο που όλοι κατατρόμαξαν απ` τη βοή που βγάζαν μέσα και έξω απ` τα νερά. Γύρω σου οι κόρες στάθηκαν του γέρου της θαλάσσης, ρούχα σου βάλαν άλιωτα, σπαραχτικά θρηνούσαν, μαζί κι οι Μούσες κι οι εννιά βαριο- μοιρολογούσαν με τις φωνές τους τις γλυκές κι όλοι εσένα κλαίγαν. Μέρες και νύχτες δεκαεφτά, χωρίς να πάψει ο θρήνος, σε κλαίγανε, οι αθάνατοι με τους θνητούς ανθρώπους. Στις δεκαοχτώ ανάψαμε φωτιά πολύ μεγάλη και το νεκρό σου το κορμί δώσαμε στην πυρά της. Αλλά εσύ κι αν πέθανες το όνομα σου στέκει λαμπάδα φωτεινή, λαμπρή σ` όλον τον κόσμο, θα `ναι πάντα η δόξα σου αιώνια, κι η μνήμη σου, δε θα σβηστεί ποτέ, όλοι θα σε θυμούνται. Εγώ όμως για τον πόλεμο που νίκησα τους Τρώες, έπαθλο πήρα θάνατο, που μου 'γραψε ο Δίας, να σκοτωθώ απ' τον Αίγισθο κι από την Κλυταιμνύστρα».
Εκεί που τέτοια λέγανε μιλώντας μεταξύ τους,
έφτασε ο φτεροπόδαρος Ερμής ο ψυχολάτης, που οδηγούσε τις ψυχές των άνομων Μνηστήρων, που τις ζωές τους έκοψε ο μέγας Οδυσσέας.

Ο Αγαμέμνων μίλησε στους νεαρούς Μνηστήρες, κι έναν τον γνώριζε καλά, τον ξακουστό Αμφιμέδο γιατί τον φιλοξένησε κάποτε στην Ιθάκη.
«Πως έγινε και ήρθατε στη μαύρη γη, Αμφιμέδο,
έτσι όλοι συνομήλικοι κι ωραία παλληκάρια; ».

«Άκουσε Αγαμέμνονα γιε του μεγάλου Ατρέα. Το μαύρο μας το θάνατο μας έδωσε ο Οδυσσέας γιατί όλοι μας θελήσαμε να πάρουμε γυναίκα την σύζυγο του την πιστή την θεία Πηνελόπη. Εκείνη ούτε αρνιότανε, ούτ' έκανε το γάμο, και τέχνασμα σοφίστηκε να μας παραπλανήσει αφού τη μέρα ύφαινε και ξήλωνε τα βράδια. Τρεις χρόνους έτσι κέρδισε που όλους μας γελούσε. Κι ο τέταρτος σαν έφτασε κάποια από τις κοπέλες, που είχε να την βοηθούν, το τέχνασμα προδίδει, και το πανί την πιάσαμε τ' όμορφο να ξηλώνει. Στο μεταξύ ο Εύμαιος έφερε στο παλάτι τον Οδυσσέα τον τρανό που ήλθε στην Ιθάκη είκοσι χρόνια έπειτα που έφυγε στην Τροία. Σχέδιο επιτελικό, καλά στημένο δίχτυ, μας έστειλε στο θάνατο και φτάσαμε εδώ κάτω. Ο Οδυσσέας άψογα μας έστησε παγίδα και όλοι μέσα πέσαμε χωρίς καμιά ελπίδα. Κανένας μας δε γλύτωσε, γιατί θεού βοήθεια σίγουρα εξασφάλισε ο πονηρός Δυσσέας. Ένας σωρός εγίναμε μπροστά του σκοτωμένοι, είτε από τα βέλη του είτε από τα κοντάρια. Στον τελειωμό μας, τρεις αυτός, είχε για βοηθούς του, τον γιο του τον Τηλέμαχο και δυό αρχιβοσκούς του. Άθαφτα, ακόμα ως τώρα, τα λείψανά μας κείτονται στο σπίτι του Οδυσσέα, γιατί κανείς δεν έμαθε από τους συγγενείς μας, το τέλος μας το άδοξο, να έλθουν να μας πάρουν, το μαύρο αίμα απ' τις πληγές να πλύνουν και το θρήνο, αυτοί να σύρουνε μετά στο νεκρικό κρεβάτι. Αυτά πρέπει να γίνονται για κάθε πεθαμένο.». Ο Αγαμέμνων τίμησε την θεία Πηνελόπη εγκώμια της έπλεξε, πολλούς επαίνους είπε και για την πίστη μίλησε που `χε στον Οδυσσέα. Είπε πως θα την κάνουνε τραγούδι αγαπημένο οι άνθρωποι και οι θεοί, κι όλοι θα την θυμούνται κι έτσι θα μείνει αθάνατη η φρόνιμη γυναίκα. Η Κλυταιμνήστρα αντίθετα με έστειλε στον Άδη και πίστη δεν μου κράτησε όπως η Πηνελόπη που τίμησε τον άντρα της με πίστη και αγάπη. Αυτά στον Άδη λέγανε την ώρα που ο Δυσσέας στο σπίτι του πατέρα του, πήγαινε του Λαέρτη. Γύρω από το σπίτι του, ο σεβαστός Λαέρτης, είχε πολλά παράσπιτα, που ζούσαν οι υπηρέτες. Εκείνον τον υπηρετεί μία καλή γυναίκα που στην Ιθάκη έφτασε από τη Σικελία. Ο Οδυσσεύς παράγγειλε ένα καλό θρεφτάρι να σφάξουν και να ψήσουνε για γιορτινό τραπέζι. «Μέχρι να ετοιμάσετε το γιορτινό τραπέζι θέλω να δω τον κύρη μου τον θεϊκό Λαέρτη, να μάθω αν μπορεί αυτός να με γνωρίσει αμέσως. Είκοσι χρόνια πέρασαν που έφυγα στην Τροία». Έτσι είπε κι έδωσε μετά στους δούλους τ' άρματά του και πήγε τον πατέρα του να βρει να αγκαλιάσει. Και βρήκε τον πατέρα του μονάχο, να σκαλίζει γύρω από μικρό δεντρί. Φορούσε ρούχα φτωχικά, δερμάτινο καπέλο, φαινότανε περίλυπος και στεναχωρημένος. Ο Οδυσσέας στάθηκε σε μια αχλαδιά αποκάτω και έβαλε τα κλάματα που ο καλός πατέρας φαινότανε ένας φτωχός, χαροκαμένος γέρος. Ο Οδυσσεύς πλησίασε τον τρυφερό του κύρη, το λόγο του απηύθυνε και έτσι αυτός του είπε. «Γέρο μου βλέπω το δεντρί ξέρεις να το φροντίζεις και βλέπω μες στον κήπο σου όλα να είναι ωραία, και οι συκιές κι οι αχλαδιές, ελιές και κρεβατίνες. Όμως για πες μου γέροντα και μην το κακοπάρεις, γιατί φοράς παλιόρουχα και είσαι λερωμένος δεν νοιάζεται ο αφέντης σου για σένα που φροντίζεις τόσο καλά τα δέντρα του και όλα τα φυτά του». Και ο Λαέρτης μίλησε και ρώτησε τον ξένο γιατί δεν αναγνώρισε τον ίδιο του τον γιο του: « Ποιος είσαι, από πού κρατάς, ποιοι είναι οι γονιοί σου»;


«Εγώ είμαι ο Επήριτος από μεγάλο τζάκι, γιος είμαι εγώ του Αφείδαντα του Πολυπημονίδη του άνακτα τ` Αλύβαντα. Τυχαία βρέθηκα εδώ από την Σικανία, με το γοργό καράβι μας δέσαμε στην Ιθάκη. Πριν πέντε χρόνια πέρασε απ` τη δική μου χώρα, ο Οδυσσέας ο τρανός ο πορθητής της Τροίας. Καλοί οιωνοί φανήκανε σαν ήτανε να φύγει και τα πουλιά πετούσανε όλα στα δεξιά μας. Ελπίζω να τον ξαναδώ, με δώρα να χαρούμε τη νέα μας συνάντηση σαν οι θεοί θελήσουν». Περίλυπος τον άκουγε ο συνετός Λαέρτης γιατί φοβόταν πως ποτέ ο γιος του δεν θα έλθει στην ποθητή Ιθάκη του και στη δικολογιά του. Μαύρη σκιά τον τύλιξε από τη στενοχώρια κι αναστενάζοντας βαριά πιάνει στα χέρια χώμα και πάνω στο κεφάλι το βάζει αυτός με πόνο. Ο Οδυσσέας λύγισε σαν είδε τον Λαέρτη, τον συνετό πατέρα του σπαραχτικά να κλαίει και όρμησε σαν σίφουνας για να τον αγκαλιάσει, να τον φιλήσει και να πει: « Εγώ είμαι πατέρα, ο γιος που τόσο αγαπάς, και λαχταράς να έλθει. Έφτασα στην Ιθάκη μας τον εικοστό πια χρόνο και βρήκα τη γυναίκα μου, εσένα και το γιο μου. Πατέρα στο ανάκτορο σκότωσα τους Μνηστήρες που άναντρα και άπρεπα φερθήκανε σε μένα αλλά και στη γυναίκα μου και στο καλό παιδί μου. Τότε ο Λαέρτης μίλησε με τούτα εδώ τα λόγια: « Αν είσαι εσύ ο Οδυσσεύς ο ξακουσμένος γιος μου δείξε σημάδια φανερά εγώ να σε πιστέψω». « Πατέρα κοίτα την ουλή που μου `κανε ο κάπρος όταν εσύ στον Παρνασσό, και η καλή μητέρα με στείλατε μικρό παιδί, και πήγα στον παππού μου το βασιλιά Αυτόλυκο, τον κύρη της μητέρας, να φέρω τα χαρίσματα, τα πλούσια τα δώρα, που με αγάπη έταξε σαν ήλθε στην Ιθάκη. Ακόμα κάτι θα σου πω που θα σε κάνει αμέσως να το πιστέψεις πως εγώ είμαι ο Οδυσσέας. Εδώ σ` αυτό το όμορφο και καρπερό περβόλι μου χάρισες δέντρα πολλά που όλα τα θυμάμαι κι ας ήμουνα τότε παιδί. Δέκα μηλιές μου έδωσες , συκιές σαράντα ακόμα και δεκατρείς οι αχλαδιές , πενήντα κρεβατίνες μ` όλα τα είδη σταφυλιών που βρίσκονται στον κόσμο». Όλα αυτά σαν άκουσε, τ` αλάθευτα σημάδια, το γιο του αναγνώρισε λιγώθηκε η καρδιά του και έπεσε στην αγκαλιά του θεϊκού Οδυσσέα. Η Αθηνά ξανάνιωσε τον άρχοντα Λαέρτη και σαν θεός φαινότανε και όλοι τον θαυμάζαν. Τραπέζι ετοιμάσανε με όλα τα ελέη, και φάγανε και ήπιανε και τους θεούς δοξάζαν. Και ο Δολίος έφτασε ο γέρος με τους γιους του που χάρηκαν πάρα πολύ σαν είδαν τον Οδυσσέα κι όλοι μαζί καθίσανε στο πλούσιο τραπέζι και γιόρταζαν τον ερχομό του θεϊκού Οδυσσέα. Κι ενόσω αυτοί τρωγόπιναν στο σπίτι και γλεντούσαν, στην πόλη η Φήμη έτρεξε να φέρει τα μαντάτα, τα νέα τα ολέθρια για τους Μνηστήρες όλους. Με θρήνους και με κλάματα οι συγγενείς πηγαίνουν έξω από τ` ανάκτορο να πάρουν τους νεκρούς τους, να πάνε να τους θάψουνε όπως ορίζει η τάξη. Πολύς λαός μαζεύτηκε και δυνατά μιλούσαν, άλλοι θρηνούσαν κι έκλαιγαν κι εκδίκηση ζητούσαν. Σηκώθηκε και μίλησε με πάθος ο Ευπείθης για τον χαμένο του τον γιο, τον πρώτο των Μνηστήρων, τον τρομερό Αντίνοο, που πρώτο- πρώτο απ` όλους σημάδεψε και σκότωσε με βέλος ο Οδυσσέας. «Φίλοι μου, ο Οδυσσεύς κατάστρεψε την χώρα. Όταν στην Τροία έφυγε, είκοσι χρόνια πάνε, μάζεψε όλα τα παιδιά, χιλιάδες παλικάρια, κι όλοι αυτοί χαθήκανε δε γύρισε κανένας. Και όταν έφτασε εδώ δεν άφησε κανένα κι όλους μαζί τους ξέκανε των Αχαιών τους πρώτους. Ελάτε φίλοι όλοι σας να τον εκδικηθούμε για το κακό που έκανε στις οικογένειες μας, γιατί στον κόσμο μια ντροπή θα 'ναι, αν τους φονιάδες απλήρωτους αφήσουμε.

Ακούστε Ιθακήσιοι και τη δική μου γνώμη, είπε ο Μέδων ο σοφός, και όλοι τον προσέχαν. Ο Οδυσσέας έκανε τους φόνους των Μνηστήρων με των θεών τη σύμφωνη τη γνώμη την ουράνια, και τα παιδιά σας σκότωσε ή και τους αδελφούς σας γιατί ήταν θέλημα θεών να πέσει τιμωρία για τις πολλές παράνομες και τρομερές τους ύβρεις. Μίλησε και ο ήρωας που έβλεπε μπρος-πίσω, ο γιος του Μάστορα, ο καλός, ο γέρο Αλιθέρσης. « Ακούστε Ιθακήσιοι, όλοι αυτοί οι φόνοι, μόνο εσάς βαραίνουνε κι όχι τον Οδυσσέα. Χρόνια πολλά, οι αδελφοί κι οι γιοι σας οι λεβέντες, παράνομα ξοδεύανε τα πλούτη του Οδυσσέα και την πιστή γυναίκα του πάντα παρενοχλούσαν και θέλαν να σκοτώσουνε το νεαρό τον γιο τους, τον συνετό Τηλέμαχο που δεν τους είχε βλάψει. Εσείς δεν εμποδίσατε καμιά παρανομία από τις τόσες που έκαναν τα` αδέλφια και οι γιοι σας. Αφήστε την εκδίκηση γιατί θα βρείτε χάρο κανείς θεός δεν συμφωνεί με τέτοιες κακουργίες». Αλαλαγμοί, κραυγές πολλές μαζί και θρηνωδίες, ακούστηκαν από αυτούς τους αγανακτισμένους, όμως περίπου οι μισοί και λίγο παραπάνω, φύγανε για τα σπίτια ενώ οι άλλοι μείνανε και πόλεμο ζητούσαν. Τρέξανε τότε στη στιγμή και βάζουν τ' άρματά τους και αρχηγό τους έβαλαν τον τολμηρό Ευπείθη που ήθελε να εκδικηθεί το φονικό του γιου του, του Αντίνοου του ξακουστού του πρώτου των Μνηστήρων.

Η Αθηνά με ένταση ζητάει από τον Δία να κάνει κάτι, πριν σφαγή, ξεσπάσει στην Ιθάκη. Ο Δίας της απάντησε να πράξει όπως θέλει, αφού αυτή οδήγησε στη Μνηστηροφονία τον Οδυσσέα τον τρανό, τον πορθητή της Τροίας. «Εμείς θα βοηθήσουμε, κόρη μου τιμημένη, ο Οδυσσέας βασιλιάς να μείνει στην Ιθάκη, και όλο το μίσος που βαστούν κλεισμένο στην καρδιά τους οι πικραμένοι συγγενείς, να σβήσει, να τελειώσει, κανείς να μη θυμάται πια την Μνηστηροφονία, και μεταξύ τους σαν και πριν ν` αγαπηθούν και πάλι, και πλούτη ας έχουν άφθονα κι ειρήνη όσο ζούνε». Χάρηκε η περήφανη Παλλάδα με τα λόγια του μέγιστου πατέρα της του Δία του Κρονίδη και πέταξε απ` τον Όλυμπο κι έφτασε στην Ιθάκη.

Τηλέμαχος και Οδυσσεύς, Λαέρτης και οι άλλοι συνέχιζαν με όρεξη να τρώνε και να πίνουν στ` ανάκτορο το θερινό του γέροντα Λαέρτη. Εκεί κοντά πλησίασαν οι αγανακτισμένοι κι αμέσως σηκωθήκανε από το φαγοπότι όλοι οι ομοτράπεζοι, και πήρανε τα όπλα, και αρχηγό τους είχανε τον μέγα Οδυσσέα. Μικρός στρατός μαζεύτηκε γύρω απ` τον Οδυσσέα, με δύναμη και θέληση και με ψυχή περίσσια, το δίκιο να στηρίξουνε. Ακόμα και οι γέροντες Λαέρτης και Δολίος τα άρματα ζωστήκανε και βγήκαν απ` το σπίτι να πολεμήσουνε κι αυτοί για το καλό του τόπου. Έφτασε και η Αθηνά, του Δία η θυγατέρα, με τη μορφή του Μέντορα σ` ανάστημα και όψη και χάρηκε ο πολύτροπος Δυσσέας σαν την είδε, και είπε στον Τηλέμαχο, τον θαρραλέο γιο του· 
«Τώρα εσύ, Τηλέμαχε, μες στη φωτιά της μάχης
να μην ντροπιάσεις, κοίταξε, το πατρικό σου γένος».

«Θα δεις, πατέρα, η καρδιά που κρύβω μες στα στήθια, πως δε φοβάται πόλεμο που η τιμή ορίζει».

Και ο Λαέρτης χάρηκε και τους θεούς δοξάζει που βρέθηκε να πολεμά μαζί με γιο κι εγγόνι σε μία μάχη της τιμής, σ` ένα αγώνα ανδρείας. Κοντά του πήγε η Αθηνά και θεϊκά του είπε: « Αρκεσιάδη φίλε μου, Λαέρτη τιμημένε, ευχήσου στην θεά Αθηνά και στον πατέρα Δία και το κοντάρι σου αυτό αφού στοχεύσεις ρίξε».

Στην Αθηνά ευχήθηκε ο συνετός Λαέρτης και το κοντάρι πέταξε, σαν κεραυνός να ήταν, και τον Ευπείθη πέτυχε στο κράνος του απάνω. Η μύτη του ακόντιου, το πέρασε το κράνος, και στη στιγμή σωριάστηκε με βρόντο ο Ευπείθης. Όρμησε και ο Οδυσσεύς με το λεβέντη γιο του, και τους αντίπαλους κτυπούν μα ξίφη και μαχαίρια. Είχαν ορμή παράφορη όλους θα τους σκοτώναν αλλά ακούστηκε φωνή της Αθηνάς μεγάλη, που σαν βροντή αντιλάλησε και διαταγή μεγάλη που αντιρρήσεις δε μπορούν να έχουν οι ανθρώποι.


« Αμέσως Ιθακήσιοι τη μάχη σταματήστε και χωριστείτε στη στιγμή χωρίς σταγόνα αίμα.»

Τρομάξανε οι εισβολείς με την οργή την θεία που τ` άρματα τους πέταξαν και έτρεξαν να γλυτώσουν.

Ο Οδυσσέας φώναξε με μια φωνή πολέμου και όρμησε σαν αετός το θήραμα να πιάσει.
Τον πύρινο του κεραυνό έριξε τότε ο Δίας κι έπεσε μπρος στην Αθηνά που μίλησε και είπε: «Οδυσσέα πολυμήχανε γιε του πιστού Λαέρτη, σταμάτα αμέσως στη στιγμή τη λυσσασμένη μάχη γιατί θα έχεις την οργή του Δία του Κρονίδη, που το σημάδι έστειλε το πύρινο του βέλος, τον κεραυνό που δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει».

Ο Οδυσσέας χάρηκε μ` αυτά τα θεία λόγια και με χαρά αποδέχθηκε να δώσει όρκους πίστης και όρκους συμφιλίωσης με τους αντίπαλους του. Η Αθηνά επέβαλε και σφράγισε τους όρκους με τη μορφή του Μέντορα ίδια φωνή και σώμα.

Περίληψη.

Ο Ερμής ο ψυχοπομπός , οδηγεί τις ψυχές των Μνηστήρων στο Άδη. Συναντούν τις ψυχές του Αχιλλέα, του Αγαμέμνονα, του Πατρόκλου, του Αίαντα και άλλων. Ο Αχιλλέας συνομιλεί με τον Αγαμέμνονα. Οι Μνηστήρες συνομιλούν με τον Αγαμέμνονα για όσα έγιναν στο ανάκτορο του Οδυσσέα και πως εκείνος ο πολυμήχανος τους εγκλώβισε σε θανάσιμο δίχτυ. Ο Αγαμέμνων συγκρίνει την πιστή Πηνελόπη με την άπιστη Κλυταιμνήστρα.

Ο Οδυσσέας πηγαίνει στον πατέρα του, Λαέρτη, στο εξοχικό ανάκτορο με τους θαυμάσιους κήπους και τα πολλά δέντρα. Ο Οδυσσεύς δοκιμάζει τον πατέρα του παριστάνοντας κάποιον ξένο. Λυγίζει όμως όταν βλέπει τόσο λυπημένο τον πατέρα του και του λέει ποιος είναι. Ο Λαέρτης ζητά σημάδια για να τον πιστέψει και ο Οδυσσέας του παρουσιάζει αδιάψευστες αποδείξεις που δείχνουν ποιος είναι. Γιορτάζουν τρώγοντας και πίνοντας ώσπου φτάνουν έξω από το σπίτι του Λαέρτη, οπλισμένοι, οι συγγενείς των Μνηστήρων ζητώντας εκδίκηση για τον χαμό των δικών τους ανθρώπων. Η θεά Αθηνά επιβάλλει ειρήνη και συμφιλίωση μεταξύ των αντιμαχομένων.

Σχόλια.

-Ο κάμπος των ασφόδελων

Του Ήλιου τις πύλες διάβηκαν και την Ονειροχώρα και έτσι καταφθάσανε στον κάμπο που ανθίζουν οι νεκρικοί ασφόδελοι. Εδώ συχνάζουν οι ψυχές στο σκοτεινό λιβάδι, εδώ στο ψυχολίβαδο, στ` ασφοδελό λιβάδι, βρίσκονται όλες οι ψυχές είδωλα των θανόντων.

Ο όρος «έρημος ασφοδέλων» χαρακτηρίζει τα οικοσυστήματα που κυριαρχούνται από ασφόδελους και θεωρούνται ως ερημοποιημένα ή ημιερημικά οικοσυστήματα.

Στην ελληνική μυθολογία ο ασφόδελος συνδέεται με τους νεκρούς στον Άδη. Στην Οδύσσεια αναφέρεται ότι οι ψυχές των νεκρών στον Άδη πήγαιναν στον «ασφοδελόν λειμώνα».

-Η πιστή Πηνελόπη και η άπιστη Κλυταιμνήστρα.

Ο Αγαμέμνων τίμησε την θεία Πηνελόπη εγκώμια της έπλεξε, πολλούς επαίνους είπε και για την πίστη μίλησε που `χε στον Οδυσσέα. Είπε πως θα την κάνουνε τραγούδι αγαπημένο οι άνθρωποι και οι θεοί, κι όλοι θα την θυμούνται κι έτσι θα μείνει αθάνατη η φρόνιμη γυναίκα. Η Κλυταιμνήστρα αντίθετα με έστειλε στον Άδη και πίστη δεν μου κράτησε όπως η Πηνελόπη που τίμησε τον άντρα της με άδολη αγάπη.

-Είμαι ο Επήριτος φίλος του Οδυσσέα.

«Γέρο μου βλέπω το δεντρί ξέρεις να το φροντίζεις και βλέπω μες στον κήπο σου όλα να είναι ωραία, και οι συκιές κι οι αχλαδιές, ελιές και κρεβατίνες. Όμως για πες μου γέροντα και μην το κακοπάρεις, γιατί φοράς παλιόρουχα και είσαι λερωμένος δεν νοιάζεται ο αφέντης σου για σένα που φροντίζεις τόσο καλά τα δέντρα του και όλα τα φυτά του». Και ο Λαέρτης μίλησε και ρώτησε τον ξένο γιατί δεν αναγνώρισε τον ίδιο του τον γιο του: « Ποιος είσαι, από πού κρατάς, ποιοι είναι οι γονιοί σου»;
«Εγώ είμαι ο Επήριτος από μεγάλο τζάκι, γιος είμαι εγώ του Αφείδαντα του Πολυπημονίδη του άνακτα τ` Αλύβαντα. Τυχαία βρέθηκα εδώ από την Σικανία, με το γοργό καράβι μας δέσαμε στην Ιθάκη. Πριν πέντε χρόνια πέρασε απ` τη δική μου χώρα, ο Οδυσσέας ο τρανός ο πορθητής της Τροίας. Καλοί οιωνοί φανήκανε σαν ήτανε να φύγει και τα πουλιά πετούσανε όλα στα δεξιά μας.

Ακόμα ένα τέχνασμα του Οδυσσέα, στον ίδιο τον πατέρα του, λέει ότι είναι κάποιος άλλος. Ένας που ονομάζεται Επήριτος από την Σικανία.

-Τα σημάδια της αναγνώρισης του Οδυσσέα από τον πατέρα του Λαέρτη.

« Αν είσαι εσύ ο Οδυσσεύς ο ξακουσμένος γιος μου δείξε σημάδια φανερά εγώ να σε πιστέψω». « Πατέρα κοίτα την ουλή που μου `κανε ο κάπρος όταν εσύ στον Παρνασσό, και η καλή μητέρα με στείλατε μικρό παιδί, και πήγα στον παππού μου το βασιλιά Αυτόλυκο, τον κύρη της μητέρας, να φέρω τα χαρίσματα, τα πλούσια τα δώρα, που με αγάπη έταξε σαν ήλθε στην Ιθάκη. Ακόμα κάτι θα σου πω που θα σε κάνει αμέσως να το πιστέψεις πως εγώ είμαι ο Οδυσσέας. Εδώ σ` αυτό το όμορφο και καρπερό περβόλι μου χάρισες δέντρα πολλά που όλα τα θυμάμαι κι ας ήμουνα τότε παιδί. Δέκα μηλιές μου έδωσες , συκιές σαράντα ακόμα και δεκατρείς οι αχλαδιές , πενήντα κρεβατίνες μ` όλα τα είδη σταφυλιών που βρίσκονται στον κόσμο». Όλα αυτά σαν άκουσε, τ` αλάθευτα σημάδια, το γιο του αναγνώρισε λιγώθηκε η καρδιά του και έπεσε στην αγκαλιά του θεϊκού Οδυσσέα.

-Αντεκδίκηση.

Σηκώθηκε και μίλησε με πάθος ο Ευπείθης για τον χαμένο του τον γιο, τον πρώτο των Μνηστήρων, τον τρομερό Αντίνοο, που πρώτο- πρώτο απ` όλους σημάδεψε και σκότωσε με βέλος ο Οδυσσέας. «Φίλοι μου, ο Οδυσσεύς κατάστρεψε την χώρα. Όταν στην Τροία έφυγε, είκοσι χρόνια πάνε, μάζεψε όλα τα παιδιά, χιλιάδες παλικάρια, κι όλοι αυτοί χαθήκανε δε γύρισε κανένας. Και όταν έφτασε εδώ δεν άφησε κανένα κι όλους μαζί τους ξέκανε των Αχαιών τους πρώτους. Ελάτε φίλοι όλοι σας να τον εκδικηθούμε για το κακό που έκανε στις οικογένειες μας, γιατί στον κόσμο μια ντροπή θα 'ναι, αν τους φονιάδες απλήρωτους αφήσουμε.

-Τρεις γενιές πολεμιστών.

Και ο Λαέρτης χάρηκε και τους θεούς δοξάζει που βρέθηκε να πολεμά μαζί με γιο κι εγγόνι σε μία μάχη της τιμής, σ` ένα αγώνα ανδρείας.

-Φωνή πολέμου.

Ο Οδυσσέας φώναξε με μια φωνή πολέμου και όρμησε σαν αετός το θήραμα να πιάσει.
Τον πύρινο του κεραυνό έριξε τότε ο Δίας κι έπεσε μπρος στην Αθηνά που μίλησε και είπε: «Οδυσσέα πολυμήχανε γιε του πιστού Λαέρτη, σταμάτα αμέσως στη στιγμή τη λυσσασμένη μάχη γιατί θα έχεις την οργή του Δία του Κρονίδη, που το σημάδι έστειλε το πύρινο του βέλος, τον κεραυνό που δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει».

1*.Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Στον αγαπημένο φίλο ζωγράφο Αλέκο Φασιανό που περάσαμε ευχάριστες ώρες μιλώντας διεξοδικά για την Οδύσσεια, τον Όμηρο, τον Οδυσσέα, τον αυτοδίδακτο αοιδό Φήμιο, τον Πολύφημο, τις σκιές στον Άδη.

Ακολουθήστε μας στο Google news
ΑΠΟΨΕΙΣ
Οδύσσεια, ραψωδία φ`
«Βουκόλε και χοιροβοσκέ εάν οι θεοί θελήσουν και έλθει ο αφέντης σας ο θείος Οδυσσέας εσείς θα του συνδράμετε ή θα τον αρνηθείτε: Μιλήστε μου ελεύθερα, τι η καρδιά σας θέλει».
Οδύσσεια, ραψωδία φ`
ΑΠΟΨΕΙΣ
Οδύσσεια, ραψωδία υ`. Το αίμα πάντα πίσω του και άλλο αίμα φέρνει
Σαν χάραξε στον ουρανό η ρόδινη αυγούλα ξύπνησε ο πολύπαθος, πολύτροπος Οδυσσέας και άκουσε το σπαραγμό και θρήνο της κυράς του. Σα μοιρολόι ήτανε, για την κακή της μοίρα, που χάθηκε ο άντρας της και άλλον...
Οδύσσεια, ραψωδία υ`. Το αίμα πάντα πίσω του και άλλο αίμα φέρνει
ΑΠΟΨΕΙΣ
Οδύσσεια, ραψωδία σ`: Πιο αχαμνό απ`τον άνθρωπο, πλάσμα στη γη δεν έχει
Όλα τα είπε ήρεμα ο θεϊκός Δυσσέας κι αμέσως στάλαξε κρασί, χοή στους αθανάτους, ήπιε κατόπιν και αυτός απ` το χρυσό ποτήρι κι έπειτα εις τ` Αμφίνομου το έδωσε το χέρι, χοή να κάνει και αυτός, στους αθανάτους...
Οδύσσεια, ραψωδία σ`: Πιο αχαμνό απ`τον άνθρωπο, πλάσμα στη γη δεν έχει

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας