• Αθήνα
    Σποραδικές νεφώσεις
    13°C 11.4°C / 14.0°C
    2 BF
    67%
  • Θεσσαλονίκη
    Ελαφρές νεφώσεις
    6°C 4.2°C / 8.5°C
    4 BF
    65%
  • Πάτρα
    Αυξημένες νεφώσεις
    12°C 11.5°C / 13.0°C
    5 BF
    72%
  • Ιωάννινα
    Σποραδικές νεφώσεις
    6°C 5.9°C / 7.5°C
    1 BF
    87%
  • Αλεξανδρούπολη
    Αραιές νεφώσεις
    11°C 10.9°C / 10.9°C
    2 BF
    93%
  • Βέροια
    Αυξημένες νεφώσεις
    7°C 3.6°C / 7.9°C
    2 BF
    83%
  • Κοζάνη
    Αυξημένες νεφώσεις
    3°C 2.4°C / 4.0°C
    4 BF
    70%
  • Αγρίνιο
    Αυξημένες νεφώσεις
    10°C 9.6°C / 11.8°C
    3 BF
    86%
  • Ηράκλειο
    Αραιές νεφώσεις
    11°C 9.9°C / 13.7°C
    1 BF
    79%
  • Μυτιλήνη
    Σποραδικές νεφώσεις
    12°C 10.9°C / 11.9°C
    5 BF
    87%
  • Ερμούπολη
    Ελαφρές νεφώσεις
    15°C 14.0°C / 15.7°C
    4 BF
    63%
  • Σκόπελος
    Αραιές νεφώσεις
    10°C 9.6°C / 12.6°C
    5 BF
    77%
  • Κεφαλονιά
    Αυξημένες νεφώσεις
    13°C 12.9°C / 12.9°C
    6 BF
    63%
  • Λάρισα
    Αυξημένες νεφώσεις
    9°C 8.5°C / 8.5°C
    1 BF
    79%
  • Λαμία
    Αυξημένες νεφώσεις
    10°C 8.5°C / 11.2°C
    2 BF
    100%
  • Ρόδος
    Σποραδικές νεφώσεις
    13°C 10.8°C / 13.8°C
    0 BF
    80%
  • Χαλκίδα
    Σποραδικές νεφώσεις
    12°C 10.6°C / 14.2°C
    2 BF
    66%
  • Καβάλα
    Αυξημένες νεφώσεις
    9°C 6.5°C / 9.3°C
    3 BF
    96%
  • Κατερίνη
    Αυξημένες νεφώσεις
    7°C 4.3°C / 8.6°C
    2 BF
    74%
  • Καστοριά
    Αυξημένες νεφώσεις
    3°C 2.8°C / 2.8°C
    2 BF
    89%

Οδύσσεια, ραψωδία χ`. αὐτοδίδακτος εἰμί, 347

  • A-
  • A+

Κείμενο, περίληψη, σχόλια

Πέταξε ο πολύτροπος Οδυσσέας τα κουρέλια και με το τόξο αγκαλιά, πήδηξε στο κατώφλι , έχοντας τη φαρέτρα του γεμάτη με σαΐτες. Ακούστε με απρόσκλητοι Μνηστήρες στο παλάτι, πάει ο αγώνας τέλειωσε και νικηθήκατε όλοι και μόνος μου σας νίκησα μα τώρα ξεκινάει άλλος αγώνας φονικός που `χει εσάς σημάδι. Δεν θα τρυπήσω κρίκους πια, μα σώματα ανθρώπων, γι` αυτό ζητώ τη συνδρομή του πρώτιστου τοξότη, του γιου του Δία, Απόλλωνα. Αυτά φωνάζει ο Οδυσσεύς στην αίθουσα του θρόνου και αμέσως φεύγει σαϊτιά για τον Μνηστήρα Αντίνοο. Ολόχρυση, και δίωτη, κούπα κρατούσε εκείνος, κι ετοιμαζότανε να πιει, μα ο Χάρος τον προφταίνει και τη ζωή του έσπασε στα δύο σαν κλαράκι. Ο στόχος που σημάδεψε ο θείος Οδυσσέας ήτανε του Αντίνοου ο όμορφος λαιμός του. Ούτε που φανταζότανε ο αναιδής Μνηστήρας εκεί που διασκέδαζε ο θάνατος να έλθει με βέλος που του έκοψε σε μια στιγμή τη ζήση. Έγειρε και του έπεσε από το χέρι η κούπα κι αίμα πηχτό ανάβρυσε από τα δυο ρουθούνια.

Με τρόμο και πολλές φωνές αφήσαν το τραπέζι κι ακούμπησαν την πλάτη τους στους τοίχους οι Μνηστήρες, ένας τον άλλο κοίταζε με πανικό και φόβο. Παντού τριγύρω κοίταζαν, να βρούνε κάποιο όπλο, μα ούτε ασπίδα βλέπανε μήτε ψηλό κοντάρι.

Τον Οδυσσέα έβριζαν με οργισμένα λόγια: « Άθλιε πως το λόγιασες να ρίχνεις στους ανθρώπους μα μάθε πως η ώρα σου πλησίασε και ήλθε. Ο αγώνας που ξεκίνησες αμέσως θα τελειώσει και έπαθλο του νικητή θα είναι η ζωή σου.

«Σκυλιά, απαντά ο Οδυσσεύς, γύρισα στην Ιθάκη, αν και εσείς πιστεύατε, πως πίσω δεν θα έλθω, και σαν ληστές ορμήσατε στο ξακουστό παλάτι αλλά και στη γυναίκα μου και στις κοπέλες όλες που εδώ στο σπίτι εργάζονται. Δεν φοβηθήκατε θεούς, ω! άθλιοι Μνηστήρες, ότι μετά την ύβρη σας θα έλθει η τιμωρία; Για δείτε απλωθήκανε του Χάροντα τα δίχτυα και όλους σας τυλίγουνε, έφτασε η μαύρη η ώρα, την ύβρη να πληρώσετε μ` αντίτιμο τη ζήση. Έτσι είπε, κι όλων κόπηκαν τα γόνατα απ' τον τρόμο, και φρόντιζε ο καθένας τους πως να σωθεί απ' το Χάρο.
Κι απ' όλους ο Ευρύμαχος το λόγο πήρε κι είπε: Αν πράγματι εσύ λοιπόν είσαι ο Οδυσσέας τότε καλά μας μίλησες για όσα έχουν γίνει, τα άνομα εις βάρος σου και της Ιθάκης όλης. Μα να, ο Αντίνοος νεκρός, αυτός ο πρώτος φταίχτης, που θέλησε τη θέση σου να έχει στην Ιθάκη και να σκοτώσει στήνοντας καρτέρι στο παιδί σου. Μα τώρα κείτεται νεκρός από δικό σου βέλος που έστειλες σαν αστραπή και τη ζωή του πήρες. Λυπήσου μας ω! βασιλιά, λυπήσου το λαό σου και εμείς θα επιστρέψουμε όλα που ξοδευτήκαν κι είκοσι βόδια πρόστιμο, χαλκό, χρυσάφι κι άλλα, εμείς θα σου πληρώσουμε να γιατρευτεί η καρδιά σου, για τ` άδικο που κάναμε».

Λοξά –κοφτά τον κοίταξε και του `πε ο Οδυσσέας: «Ευρύμαχε! Και αν μου επιστρέψετε όλα τα αγαθά μου, και άλλα αν προσθέσετε, πάλι θα συνεχίσω με τούτα δω τα χέρια μου, τη ζήση σας να πάρω. Αν θέλει κάποιος από σας εμέ να πολεμήσει εμπρός ελάτε, είμαι εδώ, κανείς σας δε γλυτώνει. Ο Ευρύμαχος παρότρυνε όλους τους υπολοίπους και λόγια είπε σαν αυτά: « Εμπρός ορμήστε φίλοι μου, τραβήξτε τα μαχαίρια κι όλοι μαζί να πέσουμε πάνω του, ένα σώμα, αν του ριχτούμε όλοι μαζί, θα οπισθοχωρήσει και άλλο βέλος πια αυτός δεν θα μπορεί να ρίξει». Όρμησε τότε ουρλιάζοντας τραβώντας το μαχαίρι μα στη στιγμή το βέλος του, πετά ο Οδυσσέας και μπήχτηκε στο στήθος του και τη ζωή του πήρε. Σωριάστηκε στο πάτωμα και φεύγει το μαχαίρι από το άψυχο κορμί, που πέφτοντας γκρεμίζει τα φαγητά και τα κρασιά που ήταν στο τραπέζι. Όρμησε ο Αμφίνομος, στον ξακουστό Δυσσέα.

μ' ένα μαχαίρι μυτερό στο χέρι σφηνωμένο, μα πρόφτασε ο Τηλέμαχος με χάλκινο κοντάρι, και πίσω του το κάρφωσε ανάμεσα στους ώμους κι από την άλλη πέρασε και βγήκε από το στήθος. Ο μαχητής Τηλέμαχος δεν πήρε το κοντάρι από το σώμα τ` άψυχο που ήταν σωριασμένο γιατί αν έσκυβε πολύ τ` ακόντιο να σύρει ίσως κάποιος να έτρεχε για να τον μαχαιρώσει. Άφησε το κοντάρι του και είπε του Οδυσσέα: «Ασπίδα και κοντάρια δυο, πατέρα, θα σου φέρω και κράνος χάλκινο γερό, να στέκει στο κεφάλι με σιγουριά κι ασφάλεια να είναι στα μηλίγγια. Ίδια θ' αρματωθώ κι εγώ κι ακόμα ο βουκόλος, ο έμπιστος Φιλοίτιος, αλλά κι ο χοιροτρόφος, ο δυνατός ο Εύμαιος που τόσο βοηθάει σε όλα μας τα σχέδια που έκανες πατέρα». Έφυγε ο Τηλέμαχος σαν αστραπή στην κρύπτη. Πήρε ακόντια οκτώ και τέσσερις ασπίδες, τέσσερα κράνη χάλκινα που `χαν αλογοφούντα. Αμέσως πίσω γύρισε και στον πατέρα πήγε. Τηλέμαχος και βοηθοί πήρανε τ` άρματα τους και πήγαν και σταθήκανε στον Οδυσσέα δίπλα. Όσες σαΐτες έριξε ο τρομερός τοξότης τόσες ζωές χαθήκανε των άδικων Μνηστήρων. Σωρός εκείνοι πέσανε μπροστά στον Οδυσσέα ώσπου τα βέλη τέλειωσαν και άφησε το τόξο που τέτοιο όπλο φονικό ο κόσμος δεν ξανάδε. Δύο κοντάρια έλαβε, το κράνος, την ασπίδα. Ένας βοσκός που πρόδωσε τον ήρωα Οδυσσέα βρήκε τα όπλα στον οντά που είχανε κρυμμένα.


Κοντάρια πήρε δώδεκα κι ασπίδες άλλες τόσες,


δώδεκα κράνη χάλκινα μ' αλόγου φούντα απάνω


κι αφού τα πήρε, τρέχοντας τα πήγε στους Μνηστήρες. Ξανάφυγε ο γιδοβοσκός Μελάνθιος να πάρει ακόμα κι άλλα άρματα στην αίθουσα να πάει. Σχέδιο ευθύς κατάστρωσε ο θείος Οδυσσέας να εξοντώσουν το βοσκό πριν πάρει άλλα όπλα. Τηλέμαχος, Φιλοίτιος μαζί κι ο χοιροτρόφος ο έμπιστος ο Εύμαιος, σταθήκανε αράδα με όλα τους τα άρματα, στον Οδυσσέα δίπλα. Βρεθήκανε κι οι τέσσερις απάνω στο κατώφλι και έκλειναν την έξοδο απ` το παλάτι μέσα. Και να που φτάνει η Αθηνά του Δία η θυγατέρα με τη μορφή του Μέντορα του φίλου του Οδυσσέα. Σε λίγο έφυγε απ` εκεί η Αθηνά Παλλάδα, άλλαξε πάλι τη μορφή κι έγινε χελιδόνι, και κάθισε ψηλά- ψηλά εις τα ζευκτά της στέγης. Μίλησε ο Αγέλαος στους έντρομους Μνηστήρες, σε όσους απομείνανε, γιατί πολλοί πεθάναν από τα βέλη τα ψυχρά του άφοβου Οδυσσέα. « Ακούστε, τα κοντάρια σας μαζί μη ρίχνετε όλοι, έξι να ξεκινήσουμε, κι ίσως θελήσει ο Δίας τον Οδυσσέα τον τρανό στο στήθος να τον βρούμε στον τόπο να αφήσουμε τον πορθητή της Τροίας.». Η Αθηνά κανόνισε τα έξι τους κοντάρια στόχο καθόλου να μη βρουν, όλα να αστοχήσουν.


Άλλος βρήκε και χτύπησε του παλατιού κολόνα, 


άλλος την πόρτα την κλειστή κι άλλος στον τοίχο πάνω.

Ρίξανε και οι τέσσερις τα φονικά κοντάρια, και τέσσερις αντίπαλους αφήσανε στον τόπο. Τον Δημοπτόλεμο κτυπά ο μέγας Οδυσσέας, την ώρα που ο Τηλέμαχος ρίχνει στον Ευρυάδη, τον Έλατο ο Εύμαιος, τον Πείσανδρο ο βουκόλος. Όσα κοντάρια ρίχνανε με λύσσα οι Μνηστήρες τα έστρεφε η Αθηνά και πήγαιναν στο βρόντο. Τον Ευρυδάμα χτύπησε ο άφοβος Δυσσέας κι ο στιβαρός Τηλέμαχος τον Αμφιμέδο βρήκε


τον Πόλυβο ο Εύμαιος, τον Κτήσιππο ο βουκόλος


κατάστηθα τον χτύπησε και πρόλαβε και του είπε·


« Κτήσιππε, άθλιε υβριστή, αυτή `ναι η πληρωμή σου, για την κλωτσιά που έδωσες στον θείο Οδυσσέα στο σπίτι του σαν έφτασε με τη μορφή ζητιάνου». Πολλούς Μνηστήρες σκότωσαν οι τέσσερις γενναίοι, ώσπου στον Φήμιο μπροστά έφτασε ο Οδυσσέας. Ήτανε ο τραγουδιστής του παλατιού ο βάρδος που οι Μνηστήρες πίεζαν να τους διασκεδάζει, να παίζει και να τραγουδά, χωρίς την θέληση του. Ο Φήμιος γονάτισε και λέει του Οδυσσέα. «Σπλαχνίσου με και σώσε με, αφέντη, βασιλιά μου. Μη με σκοτώσεις άρχοντα γιατί δεν τραγουδάω με τη δική μου θέληση στους άδικους Μνηστήρες, εκείνοι μ` αναγκάζουνε να τους διασκεδάζω. Εγώ για όλους τραγουδώ, για τους θνητούς ανθρώπους και τους αθάνατους θεούς, και σκέψου το Οδυσσέα, πως είμαι αυτοδίδακτος, και όλα όσα ξέρω τα βάζουν μέσα μου οι θεοί που όλα τα γνωρίζουν. Θεόπνευστη, μπορείς να πεις, πως είναι η μουσική μου και τα τραγούδια μου μιλούν τη γλώσσα της αλήθειας. Είμαι θεόσοφος εγώ κι άπειρα στο νου μου τραγούδια βάλανε οι θεοί. Και τώρα εγώ αφέντη, μόνο για σε θα τραγουδώ, και τις χορδές θα παίζω της λύρας της γλυκόλαλης που τις καρδιές ευφραίνει και ησυχάζει κι ηρεμεί τη δύσκολη ζωή μας. Για όλα αυτά λυπήσου με τη ζήση μη μου πάρεις.». Μίλησε κι ο Τηλέμαχος κι είπε στον Οδυσσέα: «Πατέρα ο τραγουδιστής πρέπει να επιζήσει, είναι αθώος κι άθελα έπαιζε την κιθάρα γιατί με απειλές πολλές φριχτά τον αναγκάζαν οι δολεροί και άθλιοι Μνηστήρες στο παλάτι. Ακόμα και ο βροντόφωνος Μέδοντας, ο τελάλης, να επιζήσει και αυτός, γιατί μαζί μας είναι, και πάντα με αγάπαγε από μικρό παιδάκι.».

Μέδοντα, λέει ο Οδυσσεύς, στο γιο μου την οφείλεις τη ζήση σου και μάθε το, και πες το και στους άλλους, πως το καλό είναι ανώτερο, απ' το κακό στον κόσμο.

Τον Φήμιο και τον Μέδοντα έστειλε ο Οδυσσέας έξω που ήταν ο βωμός του Δία του Κρονίδη, κι εκείνος έψαξε καλά σε όλο το παλάτι μήπως κάποιον που κρύβονταν Μνηστήρα να σκοτώσει.

Όλους τους είδε σωρηδόν στο χώμα και στο αίμα 
να κείτονται στο πάτωμα, σαν ψάρια μες στα δίχτυα.

Ο Οδυσσέας μίλησε στην έμπιστη Ευρύκλεια που χάρηκε πάρα πολύ και πήγε να ουρλιάξει που ο καλός της βασιλιάς ο άτρωτος Οδυσσέας ξάπλωσε όλους τους εχθρούς στο αίμα βουτηγμένους.
«Μέσα σου κράτα τη χαρά καλή μου ψυχομάνα,
γιατί είναι κρίμα τους νεκρούς να χαίρεσαι όταν βλέπεις. Πες μου καλή Ευρύκλεια, ποιες από τις κοπέλες που έχουμε στη δούλεψη, εδώ μες στο παλάτι,
ποιες την τιμή μου πρόδωσαν και ποιες πιστές σταθήκαν.».

Τότε η τροφός Ευρύκλεια απάντησε και είπε· 
«Την πάσα αλήθεια θα σου πω μετά χαράς, Δυσσέα.
Πενήντα έχεις κοπελιές εδώ στη δούλεψη σου. Τέχνες πολλές γνωρίζουνε που εδώ τις μάθανε όλες. Και τα μαλλιά να ξαίνουνε, να κλώθουν, να υφαίνουν. Δώδεκα όμως απ` αυτές αλλάξανε πορεία και σέβας πια δε δείχνανε στην όμορφη κυρά σου ούτε και μένα άκουγαν για τις δουλειές στο σπίτι.». Στείλε τις δώδεκα αυτές στην αίθουσα να πάνε. Έφυγε η Ευρύκλεια τις δώδεκα να στείλει να κατεβούν στην αίθουσα με τα πολλά κουφάρια μέσα σε αίματος λουτρό. Ο Οδυσσέας πρόσταξε τον γιο του Τηλεμάχο, Εύμαιο και Φιλοίτιο να βάλουν τις γυναίκες ν` απομακρύνουν τους νεκρούς και ύστερα να φροντίσουν με σπόγγους τρύπιους και νερό όλα να καθαρίσουν. Έπειτα να τις βγάλουνε έξω απ` το παλάτι και εκεί να τις σκοτώσουνε, την ύβρη να πληρώσουν, που το ψωμί τους πρόδωσαν και με Μνηστήρες πήγαν. Όλοι νεκροί πια ήτανε Μνηστήρες και γυναίκες κι ο Οδυσσέας ζήτησε φωτιά μαζί και θειάφι. «Άκου με Ευρύκλεια, καλή μου ψυχομάνα, φέρε μου θειάφι και φωτιά κάθε κακό να διώξω γιατί παραμαζεύτηκε στο σπίτι μου αμαρτία όλα τα χρόνια που έλειπα και εδώ αλωνίζαν άλλοι. Έπειτα πήγαινε να πεις στην Πηνελόπη να `ρθει και κάλεσε τις κοπελιές εδώ να έλθουν όλες.». Σαν το θειάφι έφερε η παραμάνα Ευρύκλεια, ο Οδυσσέας ο τρανός τα πάντα θειαφίζει, παλάτι, σάλες και αυλές κάθε κακό να φύγει, χρειάζεται και καθαρμός μετά από τόσους φόνους.

Ήρθανε και οι κοπελιές και βρήκαν τον Οδυσσέα και πάνω του χυθήκανε και τον καλωσορίζαν και του φιλούσαν με χαρές τους ώμους, το κεφάλι και του σφιγγαν τα χέρια του μ` αγάπη και λατρεία. Πόθος γλυκός τον τύλιξε και άρχισε να κλαίει.

Περίληψη

Ο Οδυσσέας πετά τα κουρέλια που φορά και στέκεται αγέρωχος, με το τόξο και τη φαρέτρα, στη μοναδική θύρα του παλατιού που είναι ανοικτή. Κανείς πλέον δεν μπορεί να βγει από την αίθουσα του θρόνου. Βροντοφωνάζει ότι είναι ο Οδυσσέας, και όχι ένας γέρος, κουρελής ζητιάνος, και ότι όλα έχουν τελειώσει πια, για τους άθλιους Μνηστήρες που και αυτήν την ώρα γλεντοκοπούν. Τους λέει ότι τέλειωσε ο αγώνας όπου ο στόχος ήταν δώδεκα τρύπες και αρχίζει ένας άλλος αγώνας όπου ο στόχος είναι αυτοί οι ίδιοι, οι Μνηστήρες. Σημαδεύει και σκοτώνει τον Αντίνοο, τον πρώτο των Μνηστήρων.

Ο Ευρύμαχος, ο δεύτερος γνωστός Μνηστήρας, προτείνει να πληρώσουν πρόστιμα και αποζημιώσεις για όλα όσα κατασπατάλησαν από την περιουσία του Οδυσσέα.

O Οδυσσέας αρνείται και οι Μνηστήρες αποφασίζουν ν’ αντισταθούν με τα μαχαίρια τους, αφού δεν υπάρχουν πια όπλα στην αίθουσα για να οπλιστούν . Ο Οδυσσέας τοξεύει κατάστηθα, και σκοτώνει και τον Ευρύμαχο ενώ ο Τηλέμαχος σκοτώνει τον Αμφίνομο. Όσο είχε βέλη η φαρέτρα του Οδυσσέα σκότωνε Μνηστήρες και έπειτα πήραν ακόντια, κράνη και ασπίδες οι τέσσερις σύμμαχοι: Οδυσσέας, Τηλέμαχος, Εύμαιος και Φιλοίτιος. Αλλά και οι Μνηστήρες οπλίζονται, με τη βοήθεια ενός άλλου βοσκού του Οδυσσέα, του Μελάνθιου. Αρχίζει η φονική σύγκρουση και τελικά, με τη βοήθεια της Αθηνάς, οι Μνηστήρες σκοτώνονται όλοι. Με φρικτό θάνατο τιμωρούνται επίσης οι δώδεκα υπηρέτριες που είχαν σχέσεις με τους Μνηστήρες και ο βοσκός Μελάνθιος που μαρτύρησε την κρύπτη των όπλων στους Μνηστήρες. Ο αοιδός Φήμιος και ο κήρυκας Μέδων απαλλάσσονται από κάθε κατηγορία και τους χαρίζεται η ζωή. Έπειτα ο Οδυσσέας έκανε καθαρμό με θειάφι για τα φοβερά φονικά που έγιναν εντός και εκτός παλατιού.

Σχόλια

-Νέος αγώνας.


Πέταξε ο πολύτροπος Οδυσσέας τα κουρέλια και με το τόξο αγκαλιά, πήδηξε στο κατώφλι , έχοντας τη φαρέτρα του γεμάτη με σαΐτες. «Ακούστε με απρόσκλητοι Μνηστήρες στο παλάτι, πάει ο αγώνας τέλειωσε και νικηθήκατε όλοι και μόνος μου σας νίκησα μα τώρα ξεκινάει άλλος αγώνας φονικός που `χει εσάς σημάδι. Δεν θα τρυπήσω κρίκους πια, μα σώματα ανθρώπων, γι` αυτό ζητώ τη συνδρομή του πρώτιστου τοξότη, του γιου του Δία, Απόλλωνα».

Μετά τον αγώνα που όρισε η Πηνελόπη για τους Μνηστήρες, ότι όποιος καταφέρει να τεντώσει το τόξο του Οδυσσέα και να περάσει το βέλος από δώδεκα κρίκους, αυτός θα είναι ο τυχερός που θα γίνει σύζυγος της, μετά απ` αυτόν τον αγώνα ο Οδυσσέας ορίζει ένα άλλο αγώνα όπου στόχοι δεν είναι κρίκοι αλλά άνθρωποι!!

«οὗτος μὲν δὴ ἄεθλος ἀάατος ἐκτετέλεσται·
νῦν αὖτε σκοπὸν ἄλλον, ὃν οὔ πώ τις βάλεν ἀνήρ,
εἴσομαι, αἴ κε τύχωμι, πόρῃ δέ μοι εὖχος Ἀπόλλων.» χ`, 5-7.

Ο Οδυσσέας επικαλείται τον Απόλλωνα του οποίου το κατ` εξοχήν όπλο ήταν το τόξο και το βέλος. Σκότωνε από μακριά, «εκάς», χωρίς να γίνεται συμπλοκή σώμα με σώμα. Γι` αυτό μερικά, από τα πολλά επίθετα του Απόλλωνος, ήταν τα: εκάεργος, εκατηβόλος, εκηβόλος..

Εδώ ο Οδυσσέας με το τόξο και τα βέλη του, έχει απέναντι του όλους τους Μνηστήρες. Χρειάζεται θεϊκή βοήθεια και ο ειδικός τοξότης θεός είναι ο Απόλλων.

-Ο αοιδός Φήμιος είναι αυτοδίδακτος, θεοδίδακτος, θεόσοφος.

Ώσπου στον Φήμιο μπροστά έφτασε ο Οδυσσέας. Ήτανε ο τραγουδιστής του παλατιού ο βάρδος που οι Μνηστήρες πίεζαν να τους διασκεδάζει, να παίζει και να τραγουδά, χωρίς την θέληση του. Ο Φήμιος γονάτισε και λέει του Οδυσσέα. «Σπλαχνίσου με και σώσε με, αφέντη, βασιλιά μου. Μη με σκοτώσεις άρχοντα γιατί δεν τραγουδάω με τη δική μου θέληση στους άδικους Μνηστήρες, εκείνοι μ` αναγκάζουνε να τους διασκεδάζω. Εγώ για όλους τραγουδώ, για τους θνητούς ανθρώπους και τους αθάνατους θεούς, και σκέψου το Οδυσσέα, πως είμαι αυτοδίδακτος, και όλα όσα ξέρω τα βάζουν μέσα μου οι θεοί που όλα τα γνωρίζουν. Θεόπνευστη, μπορείς να πεις, πως είναι η μουσική μου και τα τραγούδια μου μιλούν τη γλώσσα της αλήθειας. Είμαι θεόσοφος εγώ και άπειρα στο νου μου, τραγούδια βάλανε οι θεοί. Και τώρα εγώ αφέντη, μόνο για σε θα τραγουδώ, και τις χορδές θα παίζω της λύρας της γλυκόλαλης που τις καρδιές ευφραίνει και ησυχάζει κι ηρεμεί τη δύσκολη ζωή μας. Για όλα αυτά λυπήσου με τη ζήση μη μου πάρεις.».

-Ο Μέδων ο κήρυκας.

«θάρσει, ἐπεὶ δή σ' οὗτος ἐρύσατο καὶ ἐσάωσεν,
ὄφρα γνῷς κατὰ θυμόν, ἀτὰρ εἴπῃσθα καὶ ἄλλῳ,
ὡς κακοεργίης εὐεργεσίη μέγ' ἀμείνων.χ`, 372-374.

Μέδοντα, λέει ο Οδυσσεύς, στο γιο μου την οφείλεις τη ζήση σου, και μάθε το, και κήρυξε το σ` όλους, πως το καλό είναι ανώτερο, απ' το κακό στον κόσμο.

Ο πολύτροπος Οδυσσεύς, λέει στον κατ` εξοχήν αρμόδιο, στον τελάλη( κήρυκα) να μάθει και να διαλαλήσει ότι «το καλό είναι ανώτερο, απ' το κακό στον κόσμο.».

-Είναι κρίμα τους νεκρούς να χαίρεσαι όταν βλέπεις.

«Μέσα σου κράτα τη χαρά καλή μου ψυχομάνα,
γιατί είναι κρίμα τους νεκρούς να χαίρεσαι όταν βλέπεις.

..λέει ο Οδυσσέας στην Ευρύκλεια που χάρηκε όταν είδε όλους τους Μνηστήρες νεκρούς.

-Καθαρμός.

«Άκου με Ευρύκλεια, καλή μου ψυχομάνα, φέρε μου θειάφι και φωτιά κάθε κακό να διώξω γιατί παραμαζεύτηκε στο σπίτι μου αμαρτία όλα τα χρόνια που έλειπα και εδώ αλωνίζαν άλλοι. Έπειτα πήγαινε να πεις στην Πηνελόπη να `ρθει και κάλεσε τις κοπελιές εδώ να έλθουν όλες.». Σαν το θειάφι έφερε η παραμάνα Ευρύκλεια, ο Οδυσσέας ο τρανός τα πάντα θειαφίζει, παλάτι, σάλες και αυλές κάθε κακό να φύγει, χρειάζεται ένας καθαρμός μετά από τόσους φόνους.

Ήρθανε και οι κοπελιές, βρήκανε τον Οδυσσέα και πάνω του χυθήκανε και τον καλωσορίζαν και του φιλούσαν με χαρές τους ώμους, το κεφάλι και του σφιγγαν τα χέρια του μ` αγάπη και λατρεία. Πόθος γλυκός τον τύλιξε και άρχισε να κλαίει.

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Στη μνήμη της διακεκριμένης αρχαιολόγου Έβης Τουλούπα ( Ιούλιος 1924- Οκτώβριος 2021.).
 

Ακολουθήστε μας στο Google news
ΑΠΟΨΕΙΣ
Οδύσσεια, ραψωδία ω`. Η πιστή Πηνελόπη και η άπιστη Κλυταιμνήστρα
Ο Ερμής ο ψυχοπομπός , οδηγεί τις ψυχές των Μνηστήρων στο Άδη. Συναντούν τις ψυχές του Αχιλλέα, του Αγαμέμνονα, του Πατρόκλου, του Αίαντα και άλλων. Ο Αχιλλέας συνομιλεί με τον Αγαμέμνονα.
Οδύσσεια, ραψωδία ω`. Η πιστή Πηνελόπη και η άπιστη Κλυταιμνήστρα
ΑΠΟΨΕΙΣ
Οδύσσεια, ραψωδία φ`
«Βουκόλε και χοιροβοσκέ εάν οι θεοί θελήσουν και έλθει ο αφέντης σας ο θείος Οδυσσέας εσείς θα του συνδράμετε ή θα τον αρνηθείτε: Μιλήστε μου ελεύθερα, τι η καρδιά σας θέλει».
Οδύσσεια, ραψωδία φ`
ΑΠΟΨΕΙΣ
Οδύσσεια, ραψωδία υ`. Το αίμα πάντα πίσω του και άλλο αίμα φέρνει
Σαν χάραξε στον ουρανό η ρόδινη αυγούλα ξύπνησε ο πολύπαθος, πολύτροπος Οδυσσέας και άκουσε το σπαραγμό και θρήνο της κυράς του. Σα μοιρολόι ήτανε, για την κακή της μοίρα, που χάθηκε ο άντρας της και άλλον...
Οδύσσεια, ραψωδία υ`. Το αίμα πάντα πίσω του και άλλο αίμα φέρνει
ΑΠΟΨΕΙΣ
Οδύσσεια, ραψωδία σ`: Πιο αχαμνό απ`τον άνθρωπο, πλάσμα στη γη δεν έχει
Όλα τα είπε ήρεμα ο θεϊκός Δυσσέας κι αμέσως στάλαξε κρασί, χοή στους αθανάτους, ήπιε κατόπιν και αυτός απ` το χρυσό ποτήρι κι έπειτα εις τ` Αμφίνομου το έδωσε το χέρι, χοή να κάνει και αυτός, στους αθανάτους...
Οδύσσεια, ραψωδία σ`: Πιο αχαμνό απ`τον άνθρωπο, πλάσμα στη γη δεν έχει

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας