• Αθήνα
    Σποραδικές νεφώσεις
    13°C 11.4°C / 14.0°C
    2 BF
    67%
  • Θεσσαλονίκη
    Ελαφρές νεφώσεις
    6°C 4.2°C / 8.5°C
    4 BF
    65%
  • Πάτρα
    Αυξημένες νεφώσεις
    12°C 11.5°C / 13.0°C
    5 BF
    72%
  • Ιωάννινα
    Σποραδικές νεφώσεις
    6°C 5.9°C / 7.5°C
    1 BF
    87%
  • Αλεξανδρούπολη
    Αραιές νεφώσεις
    11°C 10.9°C / 10.9°C
    2 BF
    93%
  • Βέροια
    Αυξημένες νεφώσεις
    7°C 3.6°C / 7.9°C
    2 BF
    83%
  • Κοζάνη
    Αυξημένες νεφώσεις
    3°C 2.4°C / 4.0°C
    4 BF
    70%
  • Αγρίνιο
    Αυξημένες νεφώσεις
    10°C 9.6°C / 11.8°C
    3 BF
    86%
  • Ηράκλειο
    Αραιές νεφώσεις
    11°C 9.9°C / 13.7°C
    1 BF
    79%
  • Μυτιλήνη
    Σποραδικές νεφώσεις
    12°C 10.9°C / 11.9°C
    5 BF
    87%
  • Ερμούπολη
    Ελαφρές νεφώσεις
    15°C 14.0°C / 15.7°C
    4 BF
    63%
  • Σκόπελος
    Αραιές νεφώσεις
    10°C 9.6°C / 12.6°C
    5 BF
    77%
  • Κεφαλονιά
    Αυξημένες νεφώσεις
    13°C 12.9°C / 12.9°C
    6 BF
    63%
  • Λάρισα
    Αυξημένες νεφώσεις
    9°C 8.5°C / 8.5°C
    1 BF
    79%
  • Λαμία
    Αυξημένες νεφώσεις
    10°C 8.5°C / 11.2°C
    2 BF
    100%
  • Ρόδος
    Σποραδικές νεφώσεις
    13°C 10.8°C / 13.8°C
    0 BF
    80%
  • Χαλκίδα
    Σποραδικές νεφώσεις
    12°C 10.6°C / 14.2°C
    2 BF
    66%
  • Καβάλα
    Αυξημένες νεφώσεις
    9°C 6.5°C / 9.3°C
    3 BF
    96%
  • Κατερίνη
    Αυξημένες νεφώσεις
    7°C 4.3°C / 8.6°C
    2 BF
    74%
  • Καστοριά
    Αυξημένες νεφώσεις
    3°C 2.8°C / 2.8°C
    2 BF
    89%

Το άγαλμα του Οδυσσέα στο λιμάνι της Ιθάκης

Οδύσσεια, ραψωδία τ`. Το μαχαίρι κρατά μαχαίρι

  • A-
  • A+

αὐτὸς γὰρ ἐφέλκεται ἄνδρα σίδηρος.τ`,13

Κείμενο.

Ο Οδυσσέας μίλησε με ζυγιασμένα λόγια στο γιο του τον Τηλέμαχο για όλα που θα κάνουν, ώστε να εξοντώσουνε τους άδικους Μνηστήρες. «Τηλέμαχε θα τους μιλάς με φιλικές κουβέντες και ήρεμα θα φέρεσαι χωρίς θυμό να δείχνεις. Ακόμα γιε μου άξιε, κρύψε όλα τα όπλα, κι αν τους φανεί παράξενο που τ` άρματα μας λείπουν, εσύ να πεις πως σκέφτηκες πως θέλανε φροντίδα γιατί τη λάμψη την παλιά την είχανε πια χάσει. Ποτέ μ` αυτούς μην τσακωθείς και κτυπηθείς μαζί τους, γιατί τον έλκει, τον τραβά τον άντρα το μαχαίρι, και τότε εμάς κακοτυχιά μεγάλη θα μας έβρει και όσα σχεδιάσαμε χαράμι αυτά θα πάνε. Κλείσανε κι αμπαρώσανε τις θύρες στο παλάτι και άοκνα αρχίσανε τα όπλα τους να κρύβουν, κράνη κι ασπίδες και σπαθιά και τόξα και κοντάρια. Λύχνο χρυσό εκράταγε η Αθηνά Παλλάδα σωστά να κάνουν τη δουλειά,  τα άρματα να κρύψουν. Ο Οδυσσέας έπεσε λίγο να ξαποστάσει. Συνέχεια σκεφτότανε έξυπνους τρόπους να `βρει γιατί ήτανε πολύτροπος και στρατηγός μεγάλος στις μάχες να ελίσσεται τη νίκη για να πάρει. Στις σκέψεις του παράστεκε η Αθηνά Παλλάδα που συνεχώς του έδινε ιδέες για τη νίκη. Η Πηνελόπη φαίνεται κι αυτή δεν είχε ύπνο και ήσυχα κατέβηκε εκεί δίπλα στο τζάκι. Μέσα στο μισοσκόταδο σαν την θεά φαντάζει, την Άρτεμη την κάλλιστη και σαν την Αφροδίτη. Η Πηνελόπη ζήτησε από την Ευρυνόμη να φέρει ένα κάθισμα κοντά της να καθίσει ο γέρο ξένος κουρελής μαζί του να μιλήσει  να μάθει για τον άντρα της τον εξαφανισμένο, μήπως ο ξένος γνώριζε κάτι να πει για κείνον. Η Πηνελόπη άρχισε και είπε αυτά τα λόγια: « Ξένε ποιος είναι ο τόπος σου, ποιοι είναι οι γονείς σου, πως έγινε και έφτασες στο όμορφο νησί μας;»

«Κυρά μου, άνθρωπος στη γη δεν θα σου βρει ψεγάδι, στους τρόπους σου, στην ομορφιά και στον καλό σου λόγο. Η δόξα σου σε ξεπερνά και στα ουράνια φτάνει. Όμως κυρά μου να χαρείς, μη με ρωτάς ποιος είμαι, ποιος είναι ο πατέρας μου και από πού κρατιέμαι, γιατί με πνίγει ο καημός κι η θύμηση με θλίβει.».

«Ξένε, μιλάς για ομορφιά, για κάλλη και για χάρες, όμως θα πρέπει να σου πω, παλιά αυτά υπήρχαν, τότε που `χα τον άντρα μου τον θεϊκό Οδυσσέα. Γέροντα ξένε κάτεχε πως φύγανε όλα τούτα γιατί τα πήραν οι θεοί σαν ο δικός μου άντρας ο ξακουστός πολέμαρχος ο μέγας Οδυσσέας έφυγε με τους Αχαιούς την Τροία να αλώσουν. Μαύρισε τότε η καρδιά κι ολημερίς στενάζω κι άλλο δεν έχω γιατρικό, κι άλλη δεν έχω ελπίδα παρά στο σπίτι μας να `ρθει ο θείος Οδυσσέας. Και δε μου φτάνει ο καημός που λείπει ο άνθρωπος μου αλλά παλεύω και μ` αυτούς τους οχληρούς Μνηστήρες που δε μ` αφήνουν ήσυχη στα μαύρα βάσανα μου. Θέλουνε να με παντρευτούν κι έρχονται στο παλάτι να τρώνε και να πίνουνε να καταλούν το βιός μας. Αλλά οι θεοί με φώτισαν και βρήκα έναν τρόπο εγώ να τους παραπλανώ, το γάμο ν’ αναβάλλω. Έστησα έναν αργαλειό, μέγα πανί να υφάνω, για τον Λαέρτη σάβανο, τον κύρη του ανδρός μου. Ολημερίς το ύφαινα το βράδυ το χαλούσα και ξήλωνα ότι ύφαινα ποτέ να μην τελειώσει. Έτσι με ράβε ξήλωνε ποτέ μου δεν τελειώνω. Τρεις χρόνους έτσι κέρδισα κι ακόμα εγώ υφαίνω. Όμως κάποια με πρόδωσε, από τις βοηθούς μου, και το `μαθαν οι πονηροί Μνηστήρες και σε μένα προσβλητικά μιλήσανε για τα τεχνάσματά μου. Έτσι ανάγκη ανίκητη μ’ έκανε να τελειώσω το σάβανο του πεθερού του θεϊκού Λαέρτη. Καλέ μου ξένε, δεν μπορώ να τους γελάσω άλλο, ούτε και άλλη πονηριά  βρίσκω να δοκιμάσω και βλέπω γάμος να `ρχεται εμένα να σκλαβώσει. Και πάλι σε ξαναρωτώ τώρα που τόσα σου είπα, πες μου κι εσύ τον τόπο σου, πες μου για τη γενιά σου. Ούτε από δρυ γεννήθηκες ούτε και από πέτρα.

Ω! Πηνελόπη σεβαστή σου είπα πως δεν θέλω για όλα αυτά να ομιλώ και πίκρα να γεμίζω. Μάθε πως είμαι από νησί στον κόσμο ξακουσμένο, την Κρήτη, που τα πέλαγα ορίζει και δεσπόζει. Η Κρήτη είναι όμορφη κι έχει περίσσια πλούτη κι η θάλασσα την αγαπά και την περικυκλώνει. Άνθρωποι μύριοι κατοικούν σε ενενήντα πόλεις, πολλές φυλές ειρηνικά ζούνε στην Κρήτη απάνω και είναι όλοι οι Κρητικοί περήφανοι γενναίοι και άξιοι θαλασσινοί που τριγυρνούν τον κόσμο. Ο Μίνωας ο βασιλιάς την Κρήτη κυβερνάει, και έχει το παλάτι του στην ξακουσμένη πόλη που τέτοια άλλη δεν θα βρεις σ’ όλη την οικουμένη, την περιλάλητη Κνωσό την χιλιοπαινεμένη.  Από την Κρήτη αποκρατεί και ο Ιδομενέας που με τους άλλους Αχαιούς πήγε κι αυτός στην Τροία με τα πολλά καράβια του. Μαζί του πήγα και εγώ να πάρουμε την Τροία. Ο Οδυσσεύς σαν πήγαινε κι εκείνος προς την Τροία βαρύς τον έσπρωξε καιρός κι αντί εκεί να πάει, φτάνει στην Κρήτη, κι έδεσε στης Αμνισός τον όρμο, εκεί κοντά που βρίσκεται τ’ άντρο της Ειλειθυίας , το σπήλαιο το ιερό, που ζει, των τοκετών η μαία. Ο πολυπράγμων Οδυσσεύς αναζητά αμέσως τον άρχοντά μας τον καλό, σοφό Ιδομενέα που φίλο και προστάτη του αυτός τον θεωρούσε. Μάθε λοιπόν βασίλισσα πως τον καλό σου άντρα εγώ τον φιλοξένησα στο πλούσιό μου σπίτι, δώρα πολλά του χάρισα και με αγάπη πλέρια τους σύντροφους του φρόντισα. Δώδεκα μέρες και νυχτιές τον είχα εγώ κοντά μου, μαζί με τους συντρόφους του. Σαν ο βοριάς σταμάτησε άνοιξαν τα πανιά τους να σμίξουν με τους Αχαιούς στο Ίλιον να πάνε. Έκλαιγε καθώς άκουγε αυτά η Πηνελόπη που έλεγε και έπλαθε ο ίδιος ο Οδυσσέας που δεν τον αναγνώριζε η σεβαστή κυρά του. Μιλούσε με πειθώ πολλή κι η Πηνελόπη επείσθη ότι ο γέρο κουρελής της λέει την αλήθεια για τον καλό τον άντρα της τον βασιλιά Οδυσσέα. Καθόλου δεν κατάλαβε ότι αυτός ο ξένος ήτανε ο πραγματικός , ο μέγας Οδυσσέας, που η Αθηνά τον έκανε να δείχνει ένας άλλος.

«Ξένε μου πες μου αν μπορείς και ξέρεις και θυμάσαι τι ρούχα φορούσε ο άντρας μου σαν τον φιλοξενούσες  στο όμορφο το σπίτι σου στην Κρήτη την σπουδαία. Πες μου ακόμα ξένε μου πως έμοιαζε εκείνος και τι θυμάσαι απ` αυτόν τον ξακουσμένο άντρα.»

«Ω! σεβαστή βασίλισσα, είκοσι χρόνια πίσω, αυτά που σου εξιστορώ συνέβησαν στην Κρήτη, πολλά ο χρόνος έσβησε από την θύμηση μου. Όσα θυμάμαι θα σου πω εσύ να με πιστέψεις πως πράγματι τον άντρα σου τον είχα συναντήσει. Φορούσε χλαίνη πορφυρή, διπλή, σγουρή, ωραία, και κόσμημα πανέμορφο είχε χρυσή περόνη μ` ανάγλυφη παράσταση με σκύλο και ελάφι και όλοι αποθαύμαζαν την ομορφιά που είχε. Χιτώνα ακόμα φόραγε που `χε μεγάλη λάμψη. Αυτά θυμάμαι να σου πω ω! σεβαστή κυρά μου κι ακόμα μάθε πως εγώ του έδωσα για δώρο σπαθί από ορείχαλκο και πορφυρή χλαμύδα υπέρδιπλη, πανέμορφη, μαζί κι ένα χιτώνα, εγώ σ` εκείνον πρόσφερα, γιατί εμείς στην Κρήτη, τον Δία τον φιλόξενο τον έχουμε αρχηγό μας. Σαν έφυγε απ` το σπίτι μου ο θείος Οδυσσέας  είχε μαζί το φίλο του τον σύντροφο Βρυβάδη που ήτανε μελαχρινός, καμπούρης, σγουρομάλλης. Ο άντρας σου ο Οδυσσεύς πολύ τον εκτιμούσε και ήθελε τη γνώμη του για όλα που γινόταν, και πάντα συμφωνούσανε στα δύσκολα που είχαν.».

«Ξένε για όλα μ` έπεισες και την αλήθεια είπες και δάκρυα στα μάτια μου φέραν τα γεγονότα που μόλις μου ανέφερες για τον καλό μου άντρα. Σε συμπαθούσα και πιο πριν αυτά μου ιστορίσεις,  μα τώρα μάθε ξένε μου πως έγινες δικός μου, άνθρωπος έμπιστος πολύ, και φίλος μου θα είσαι, και τη δική μου αμέριστη θα `χεις εμπιστοσύνη. Τα ρούχα που μου είπες πριν εγώ τα είχα ράψει και την περόνη τη χρυσή έβαλα για στολίδι. Αχ ξένε δεν θα ξαναδώ τον άντρα τον δικό μου, περάσαν κιόλας είκοσι χρόνια που έχει φύγει κι ακόμα εδώ στο σπίτι του δε λέει να γυρίσει».

« Σταμάτα πια βασίλισσα το θρήνο και το κλάμα γιατί θα έλθει ο Οδυσσεύς και μάλιστα συντόμως. Εδώ κοντά μας βρίσκεται στων Θεσπρωτών τη χώρα και κουβαλά πολύτιμα χαρίσματα και δώρα. Όμως θα φτάσει μοναχός γιατί όλοι οι συντρόφοι χαθήκανε στις συμφορές που σωρηδόν τους βρήκαν, όσο κι αν αγωνίστηκε γι` αυτούς ο Οδυσσέας. Μόνος του τα κατάφερε πάνω σ` ένα ξύλο, γυμνός αυτός θεόγυμνος να φτάσει σε μια χώρα φιλόξενη και πλούσια, την χώρα των Φαιάκων. Ωσάν θεό τον τίμησαν και δώρα του προσφέραν και θέλαν να τον στείλουνε με πλοίο στην Ιθάκη. Όμως εκείνος σκέφτηκε να πάει Θεσπρωτία ακόμα κι άλλους θησαυρούς εκείνος να μαζέψει. Αυτά μου είπε ο Φείδωνας των Θεσπρωτών ο άρχων. Εγώ έφυγα λίγο πιο πριν από την Θεσπρωτία και πρέπει να `σαι σίγουρη πως και ο Οδυσσέας θα φτάσει σύντομα εδώ στην ποθητή Ιθάκη.».

«Ξένε μακάρι όλα αυτά όπως τα λες να γίνουν και για την ευχαρίστηση που έδωσες σε μένα για όλα όσα έμαθα για τον καλό μου άντρα με δώρα και με θησαυρούς  εγώ θα σε γεμίσω. Ελάτε άξιες κοπελιές, πρόθυμες βοηθοί μου, τον ξένο μας να νίψετε και κλίνη ετοιμάστε ν` αναπαυθεί σαν άρχοντας ο τιμημένος ξένος. Αύριο το πρωί, πρωί λούστε του τα μαλλιά του και τρύψτε τον μ` αρώματα και λάδια μυρωδάτα όμορφα να αισθάνεται σαν παίρνει το πρωινό του με τον λαμπρό Τηλέμαχο στο ίδιο το τραπέζι. Να μην τολμήσει πια κανείς απ` όλους τους Μνηστήρες  να δείξει πως δε σέβεται τον που φιλοξενούμε.».

Ο Οδυσσεύς διακριτικά αρνείται να τον νίψουν και να τον λούσουν κοπελιές.  Η Πηνελόπη τότε, του στέλνει την Ευρύκλεια που είναι η πιο μεγάλη και παραμάνα και τροφός ήτανε του Οδυσσέα. Ποδόλουτρο του έκανε σε χάλκινη λεκάνη που ήταν γεμάτη με νερό τα πόδια  να του πλύνει. Ξένε, του λέει η Ευρύκλεια, χίλια καλώς μας ήλθες, άνθρωπο άλλο εγώ ποτέ δεν είδα σαν και σένα τόσο πολύ στον βασιλιά Οδυσσέα να ομοιάζει. Μα και το σώμα, κι η φωνή, τα πόδια και τα χέρια, σε όλα ίδιοι ήσαστε σα δυό νερού σταγόνες. Σαν άρχισε η Ευρύκλεια τα πόδια να του πλύνει γνώρισε αμέσως την ουλή που του έκανε μια μέρα ο κάπρος με τα δόντια του, στον Παρνασσό σαν ήταν στον θρυλικό Αυτόλυκο τον βασιλιά του τόπου. Παππούς, από τη μάνα του, ήτανε αυτός ο άνδρας που άλλος δεν το έφτανε σε γρηγοράδα σκέψης, στους όρκους, στα τεχνάσματα και στις πολλές τις χάρες που ο Ερμής του δώρισε μ` απλοχεριά μεγάλη. Όλα του τα χαρίσματα κι ακόμα άλλα τόσα τα είχε από πολύ μικρός κι ο εγγονός Δυσσέας. Σαν έφτασε στον Παρνασσό ο νεαρός Δυσσέας πήγε και βρήκε τον παππού και όλους του τους θείους. Τραπέζι αμέσως στρώσανε και σφάξανε και βόδι αρσενικό πεντάχρονο για χάρη του εγγονού τους. Την άλλη μέρα το πρωί, πρωί με την αυγούλα να κυνηγήσουν φύγανε οι γιοι του Αυτολύκου με τον καλό τους ανιψιό τον νεαρό Οδυσσέα. Μαζί τους ήταν τα σκυλιά του κυνηγιού εργάτες. Στον όμορφο τον Παρνασσό τον πολυδασωμένο όλοι τους ανεβαίνανε θηράματα να ψάχνουν. Κάπρος μεγάλος, άγριος, με δύναμη μεγάλη, στο δάσος μέσα κρύφτηκε που φως δεν το περνούσε γιατί ήτανε πολύ πυκνό και πολύ- λογγωμένο. Ούτε βροχή το πέρναγε, ούτε η ορμή του αγέρα. Κι όμως τον ξετρυπώσανε τα κυνηγόσκυλα τους μα ο κάπρος δε φοβήθηκε και στάθηκε μπροστά τους με όρθιες τις τρίχες του και με φωτιές στα μάτια. Όρμησε ασυγκράτητος πρώτος ο Οδυσσέας για να κτυπήσει το θεριό με το μακρύ κοντάρι. Ορμούσε ο αγριόχοιρος, ορμούσε κι ο Οδυσσέας. Την ώρα που τον κάρφωνε με το ακόντιο του ο κάπρος με τη φόρα του στο πόδι τον λαβώνει εκεί κοντά στο γόνατο και του έκοψε κομμάτι. Αστραπιαία κτύπησε τον κάπρο ο Οδυσσέας, στα δεξιά του ώμου του, και το ακόντιο του από τον ώμο πέρασε και βγήκε από την άλλη. Μουγκρίζοντας σωριάστηκε και βγήκε η ψυχή του. Οι θείοι του οι κυνηγοί σταμάτησαν το αίμα με ξόρκια και γητέματα και μυστικές κουβέντες κι έπειτα δέσαν την πληγή αφού την πλύναν πρώτα. Στο σπίτι πήγανε μετά να τον γιατροπορέψουν  και έγινε εντελώς καλά σε λίγες μόνο μέρες. Με δώρα τον φορτώσανε σαν έφτασε η ώρα, να φύγει  στην Ιθάκη του αυτός να επιστρέψει.

Αυτό το τραύμα γνώρισε σαν άγγιξε και είδε, και με τη μνήμη της αφής και με την όραση της, η ψυχομάνα Ευρύκλεια η σεβαστή γυναίκα. Παρέλυσε από χαρά, δύναμη πια δεν είχε, και το ποδάρι έφυγε, από τα δυο της χέρια και στη λεκάνη έπεσε που ανάποδα γυρίζει και τα νερά χυθήκανε, δεν έμεινε σταγόνα.

« Ω! Οδυσσέα μου, καλό, παιδί μου αγαπημένο, αυτή η ουλή μ` οδήγησε εσένα να γνωρίσω.».

«Άκουσε Ευρύκλεια καλή, πιστή μου ψυχομάνα, που βρέφος εγώ έπινα απ` το δικό σου γάλα. Δεν θέλεις τώρα να χαθώ που έφτασα στο σπίτι μετά από είκοσι χρονιές που έλειπα στα ξένα. Κανείς δεν πρέπει Ευρύκλεια, ούτε η Πηνελόπη, να μάθει ότι γύρισα και βρίσκομαι στο σπίτι. Καλά γνωρίζεις τους εχθρούς που έχω στο παλάτι και σπαταλούν τα πλούτη μου και την κυρά μου θέλουν. Εσύ τους ξέρεις πια καλά τους πονηρούς Μνηστήρες που πρέπει να μην μάθουνε πως έφτασα Ιθάκη γιατί θα χάσω τότε εγώ το πλεονέκτημα μου, μήπως με σχέδιο καλό να τους αιφνιδιάσω και απ` αυτούς ν` απαλλαγώ κι όλους να τους ξεκάνω».

« Τι λόγια Οδυσσέα μου είναι αυτά που είπες αλύγιστη κι αδάμαστη γίνομαι εγώ για σένα που σαν παιδί μου σ` αγαπώ και σ` έχω μεγαλώσει. Θα γίνω εγώ για χάρη σου σκληρή σα να `μια πέτρα και σίδερο αλύγιστο.».

Αυτά είπε η Ευρύκλεια κι ευθύς μετά τον λούζει κι ο Οδυσσέας ένιωσε,  βαθιά στην ύπαρξη του, την θέρμη και την  θαλπωρή που είχε σ` αυτό το σπίτι.

Η Πηνελόπη τρόμαξε με όνειρο που είδε πως ένας χρυσοφτέρουγος αητός ψηλά πετούσε, πάνω απ` το ανάκτορο και χύμηξε στις χήνες που είκοσι  ήταν στην αυλή ξέγνοιαστες και λιαζόνταν. Αφού τις χήνες ξέκανε ψηλά στη στέγη εστάθη, αγέρωχος κι ατάραχος όριζε αυτός τα ύψη. Στην Πηνελόπη μίλησε ο αητός και είπε, πως είναι αυτός ο Οδυσσεύς και πως οι χήνες είναι οι δολεροί και άθλιοι και μισητοί Μνηστήρες.

Η Πηνελόπη μίλησε στον ξένο της ακόμα, για ένα θέμα δύσκολο, που ήθελε να λύσει.

« Έφτασε ξένε η ώρα μου άντρα να επιλέξω, γιατί περίσσια υπομονή δεν έχουν οι Μνηστήρες. Πρέπει εγώ μια δύσκολη σ` αυτούς δοκιμασία να βάλω, κι αν κανείς μπορεί αυτή να την περάσει, τότε θα είναι άξιος να γίνει σύντροφος μου. Τσεκούρια δώδεκα στητά σε μια γραμμή θα μπούνε και πρέπει με τ` αλύγιστο το τόξο του ανδρός μου, βέλος να φύγει να διαβεί απ` όλα τα τσεκούρια όπως το έκανε ακριβώς ο θεϊκός Δυσσέας. Αν κάποιος το μπορέσει αυτό, το τόξο να τεντώσει, και γρήγορο σαν αστραπή το βέλος να περάσει, από τα δώδεκα στητά πελέκια θα νικήσει, κι αυτόν εγώ θα παντρευτώ στο σπίτι του να ζήσω.».

Ο γέρο ξένος συμφωνεί με την απόφαση της να μπουν σ` αγώνα δύσκολο οι  οκνηροί Μνηστήρες. Την βεβαιώνει ότι πριν να γίνει ο αγώνας, θα φτάσει εδώ στ` ανάκτορο ο μέγας Οδυσσέας.

Η Πηνελόπη άφησε στην αίθουσα τον ξένο, που άλλος κανείς δεν ήτανε παρά ο Οδυσσέας, κι εκείνη πήγε ήσυχα  στα διαμερίσματα της, να πέσει να ξεκουραστεί. Ύπνο γλυκό περίχυσε η Αθηνά Παλλάδα στα κουρασμένα μάτια της που δάκρυα όλο τρέχαν.

Περίληψη.

Ο Οδυσσέας, σε στενή συνεργασία με τον Τηλέμαχο, αποφασίζει, να απαλλαγούν από τους αδίστακτους Μνηστήρες που σπαταλούν την περιουσία τους και διεκδικούν την Πηνελόπη προσφέροντας της ακριβά δώρα. Καταστρώνουν τα σχέδια τους βήμα βήμα. Αποφασίζουν να εξαφανίσουν τα όπλα που βρίσκονται στη μεγάλη αίθουσα του θρόνου όπου καθημερινά τρώνε,  πίνουν και γλεντούν οι Μνηστήρες. Κρύβουν σε μυστική κρύπτη του ανακτόρου όλα τα όπλα: Ακόντια, ασπίδες, κράνη, τόξα, βέλη.. Η Πηνελόπη δεν έχει ύπνο κατεβαίνει στην αίθουσα όπου βρίσκεται  ο γέρος ξένος κουρελής ζητιάνος που είναι ο ίδιος ο Οδυσσέας όπως τον έχει μεταμορφώσει η Αθηνά. Τον Οδυσσέα αναγνώρισε μέχρι τώρα μόνο το πιστό του κυνηγόσκυλο ο Άργος που πεθαίνει αμέσως μόλις είδε και οσμίστηκε, ότι γύρισε ο αγαπημένος του αφέντης. Την ταυτότητα του ο Οδυσσέας την έχει αποκαλύψει μόνο στον Τηλέμαχο. Η Πηνελόπη ζητά από τον ξένο να της πει ποιος είναι, από ποιον τόπο έρχεται, ποιοι είναι οι γονείς του, πως έφτασε στην Ιθάκη.. Ο Οδυσσέας -ξένος, αρνείται ευγενικά. Εκείνη του εκμυστηρεύεται την θλιβερή της ιστορία με τους Μνηστήρες  και για το τέχνασμα της, με το ράβε- ξήλωνε του πέπλου που υφαίνει. Του ζητά πάλι στοιχεία για κείνον και ο Οδυσσέας πλάθει μια ιστορία ότι είναι τάχα κρητικός από καλή και πλούσια γενιά και μάλιστα στην Κρήτη γνώρισε τον Οδυσσέα και τον φιλοξένησε  πριν εκείνος πάει στην Τροία. Μιλά και για τα ρούχα που φορούσε τότε ο Οδυσσέας με λεπτομέρειες και έτσι πείθεται η Πηνελόπη ότι έχει απέναντι της έναν αξιόπιστο άνθρωπο αλλά δεν έχει καταλάβει μέσα στη μεγάλη της συγκίνηση ότι πρόκειται για τον ίδιο τον Οδυσσέα. Η Πηνελόπη ζητά από τις βοηθούς της να πλύνουν και να λούσουν τον ξένο και να του δώσουν καθαρά ρούχα, χλαμύδα, χιτώνα και ότι άλλο χρειάζεται. Η ψυχομάνα του Ευρύκλεια αναλαμβάνει το ποδόλουτρο του και ξαφνικά η παλάμη της έρχεται σε επαφή με την ουλή που είχε από μικρός ο Οδυσσέας κοντά στο γόνατο, τραύμα από αγριόχοιρο στον Παρνασσό στο βασίλειο του παππού του Αυτόλυκου. Η Ευρύκλεια που έβλεπε στον ξένο πολλές ομοιότητες με τον Οδυσσέα, τώρα πια είναι σίγουρη. Παραλύει από την χαρά της, δεν έχει δύναμη να κρατήσει το πόδι του Οδυσσέα που της φεύγει από τα χέρια και πέφτει με θόρυβο στη μεγάλη χάλκινη λεκάνη που αναποδογυρίζει και χύνονται τα νερά. Ο Οδυσσέας ζητά από την αγαπημένη του τροφό και παραμάνα να μην πει τίποτα σε κανένα γι` αυτή την αναγνώριση. Λίγο μετά η Πηνελόπη μιλά στον ξένο για μια εξαιρετική της ιδέα προκειμένου να αποφύγει τους Μνηστήρες. Λέει ότι θα πάρει άντρα της αυτόν που θα μπορέσει να τεντώσει το τόξο του Οδυσσέα και να διαπεράσει με το βέλος τις εγκοπές των λεπίδων δώδεκα  τσεκουριών στημένων στη σειρά. Αυτό το είχε καταφέρει μόνο ο Οδυσσέας που είχε τη δύναμη να τεντώσει εντελώς το σκληρό τόξο αλλά και τη σκοπευτική δεινότητα να περάσει το βέλος από τις δώδεκα εντορμίες των πελεκιών.

Σχόλια

-Το μαχαίρι κρατάει μαχαίρι.

αὐτὸς γὰρ ἐφέλκεται ἄνδρα σίδηρος.τ`,13.

γιατί τον έλκει, τον τραβά το σίδερο τον άντρα.

- Ούτε από δρυ γεννήθηκες , ούτε και από  πέτρα.

οὐ γὰρ ἀπὸ δρυός ἐσσι παλαιφάτου οὐδ' ἀπὸ πέτρης. Τα`, 163.

Η Πηνελόπη ρωτά τον γέρο ξένο κουρελή ζητιάνο – που είναι ο Οδυσσέας μεταμορφωμένος- ποια είναι η γενιά του γιατί όπως του λέει:  Ούτε από δρυ γεννήθηκες , ούτε και από  πέτρα.

-Κρήτη

Ω Πηνελόπη σεβαστή σου είπα πως δεν θέλω για όλα αυτά να ομιλώ και πίκρα να γεμίζω. Μάθε πως είμαι από νησί στον κόσμο ξακουσμένο, την Κρήτη, που τα πέλαγα ορίζει και δεσπόζει. Η Κρήτη είναι όμορφη κι έχει περίσσια πλούτη κι η θάλασσα την αγαπά και την περικυκλώνει. Άνθρωποι μύριοι κατοικούν σε ενενήντα πόλεις, πολλές φυλές ειρηνικά ζούνε στην Κρήτη απάνω και είναι όλοι οι Κρητικοί περήφανοι γενναίοι και άξιοι θαλασσινοί που τριγυρνούν τον κόσμο. Ο Μίνωας ο βασιλιάς την Κρήτη κυβερνάει και έχει το παλάτι του στην ξακουσμένη πόλη που τέτοια άλλη δεν θα βρεις σ’ όλη την οικουμένη, την περιλάλητη Κνωσό την χιλιοπαινεμένη.  Από την Κρήτη αποκρατεί και ο Ιδομενέας που με τους άλλους Αχαιούς πήγε κι αυτός στην Τροία με τα πολλά καράβια του. Μαζί του πήγα και εγώ ν’ αλώσουμε την Τροία. Ο Οδυσσεύς σαν πήγαινε κι εκείνος προς την Τροία βαρύς τον έσπρωξε καιρός κι αντί να πάει Τροία φτάνει στην Κρήτη, στης ξακουστής της Αμνισός τον όρμο, εκεί κοντά που βρίσκεται τ’ άντρο της Ειλειθυίας , το σπήλαιο το ιερό, που ζει, των τοκετών η μαία. Ο πολυπράγμων Οδυσσεύς αναζητά αμέσως τον άρχοντά μας τον καλό σοφό Ιδομενέα που φίλο και προστάτη του αυτός τον θεωρούσε. Μάθε λοιπόν βασίλισσα πως τον καλό σου άντρα εγώ τον φιλοξένησα στο πλούσιό μου σπίτι, δώρα πολλά του χάρισα και με αγάπη πλέρια τους σύντροφους του φρόντισα. Δώδεκα μέρες και νυχτιές τον είχα εγώ κοντά μου, μαζί με τους συντρόφους του. Σαν ο βοριάς σταμάτησε άνοιξαν τα πανιά τους να σμίξουν με τους Αχαιούς στο Ίλιον να πάνε. Ελεύθ. μτφρ.

-Της Κρήτης τα ψηλά βουνά με τα πολλά τα χιόνια.

ὅτε πρῶτον Κρήτης ὄρεα νιφόεντα
νοσφισάμην ἐπὶ νηὸς ἰὼν δολιχηρέτμοιο 338-339.

Τα χιονισμένα τα βουνά της Κρήτης χαιρετάω

κι έφυγα με μακρύκουπο καράβι στα πελάγη. Ελεύθ. μτφρ.

-Πολλά ψέματα.

ἴσκε ψεύδεα πολλὰ λέγων ἐτύμοισιν ὁμοῖα·
τῆς δ' ἄρ' ἀκουούσης ῥέε δάκρυα, τήκετο δὲ χρώς.
ὡς δὲ χιὼν κατατήκετ' ἐν ἀκροπόλοισιν ὄρεσσιν,
ἥν τ' εὖρος κατέτηξεν, ἐπὴν ζέφυρος καταχεύῃ,
τηκομένης δ' ἄρα τῆς ποταμοὶ πλήθουσι ῥέοντες·
ὣς τῆς τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης,
κλαιούσης ἑὸν ἄνδρα, παρήμενον. αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
θυμῷ μὲν γοόωσαν ἑὴν ἐλέαιρε γυναῖκα, τ`, 203- 210.

Έλεγε ψέματα πολλά, που σαν αλήθειες μοιάζαν,
κι η Πηνελόπη έκλαιγε  κι η όψη της χαλούσε.
Κι όπως το χιόνι χάνεται ψηλά στα κορφοβούνια που αφού το στρώσει ο Ζέφυρος, μετά  Νοτιάς το λιώνει, 
κι όταν τα χιόνια λιώσουνε, γεμίζουν τα ποτάμια,
έτσι έλιωνε απ' τα κλάματα η λαμπερή της όψη
κι έκλαιγε  για τον άντρα της που δίπλα της καθόταν. Κι εκείνος τη γυναίκα του  θρηνούσε με αγάπη. Ελεύθ. μτφρ.

Η αντίδραση της Πηνελόπης, με πολλά κλάματα, στις ψεύτικες ιστορίες που έλεγε ο γέρο ξένος κουρελής ζητιάνος που ήταν ο ίδιος ο Οδυσσέας μεταμορφωμένος από την θεά Αθηνά.

-Τίποτα δεν περνούσε από το πυκνό δάσος.

ἔνθα δ' ἄρ' ἐν λόχμῃ πυκινῇ κατέκειτο μέγας σῦς·
τὴν μὲν ἄρ' οὔτ' ἀνέμων διάη μένος ὑγρὸν ἀέντων,
οὔτε μιν ἠέλιος φαέθων ἀκτῖσιν ἔβαλλεν,
οὔτ' ὄμβρος περάασκε διαμπερές· ὣς ἄρα πυκνὴ
ἦεν, τ`, 439-442.

Κάπρος μεγάλος κρύβονταν μες στο πυκνό λαγκάδι,
που δεν το πέρναγε η ορμή του βροχερού ανέμου,
ούτε κι ο ήλιος φτάνει εκεί με τις ζεστές  αχτίνες,
κι ούτε βροχή το διαπερνά το λογγωμένο δάσος.

Το πυκνά δασωμένο μέρος, που κρυβόταν ο αγριόχοιρος που κυνηγούσε ο νεαρός Οδυσσέας. Ήταν τόσο πυκνό που δεν περνούσε ούτε φως, ούτε αέρας, ούτε βροχή.

-Χαίροντα, χαίροντες.

καρπαλίμως χαίροντα φίλως χαίροντες ἔπεμπον. 462.

Γρήγορα αυτοί χαρούμενοι  χαρούμενο τον στείλανε  Ιθάκη.

Εδώ ο Όμηρος χρησιμοποιεί με ποιητικό τρόπο δυο φορές την ίδια λέξη.

-Πέτρα και σίδερο.

ἕξω δ' ὡς ὅτε τις στερεὴ λίθος ἠὲ σίδηρος.τ`, 495.

 θα είμαι σαν το σίδερο και τη σκληρή την πέτρα.

Λέει η τροφός- ψυχομάνα Ευρύκλεια στον Οδυσσέα.

-Αηδόνι.

Κι όπως τ' αηδόνι το θαμπό, το τέκνο του Πανδάρου,
όταν ανοίγει ο καιρός, γλυκά τραγούδια αρχίζει
μες στα πυκνά φυλλώματα που κρύβεται των δέντρων,
κελαηδά πολλούς σκοπούς, περίπλοκα μοτίβα, τ`, 518- 521.

-Η μνήμη της αφής.

Η Ευρύκλεια είναι ο πρώτος άνθρωπος( είχε προηγηθεί το πιστό σκυλί του ο Άργος) που αναγνώρισε τον Οδυσσέα με την αφή καθώς, όταν του έπλενε τα πόδια, η παλάμη της «κάθισε» στην ουλή που είχε από μικρός όταν τον τραυμάτισε αγριόχοιρος. Ο Οδυσσέας αποδέχθηκε την αναγνώριση.

1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.

2*. Στην αγαπημένη μου φιλιότσα Αργυρώ Θεοδωράκη που τόσο αγαπά την τέχνη.

Ακολουθήστε μας στο Google news
ΑΠΟΨΕΙΣ
Οδύσσεια, ραψωδία ω`. Η πιστή Πηνελόπη και η άπιστη Κλυταιμνήστρα
Ο Ερμής ο ψυχοπομπός , οδηγεί τις ψυχές των Μνηστήρων στο Άδη. Συναντούν τις ψυχές του Αχιλλέα, του Αγαμέμνονα, του Πατρόκλου, του Αίαντα και άλλων. Ο Αχιλλέας συνομιλεί με τον Αγαμέμνονα.
Οδύσσεια, ραψωδία ω`. Η πιστή Πηνελόπη και η άπιστη Κλυταιμνήστρα
ΑΠΟΨΕΙΣ
Οδύσσεια, ραψωδία φ`
«Βουκόλε και χοιροβοσκέ εάν οι θεοί θελήσουν και έλθει ο αφέντης σας ο θείος Οδυσσέας εσείς θα του συνδράμετε ή θα τον αρνηθείτε: Μιλήστε μου ελεύθερα, τι η καρδιά σας θέλει».
Οδύσσεια, ραψωδία φ`
ΑΠΟΨΕΙΣ
Οδύσσεια, ραψωδία υ`. Το αίμα πάντα πίσω του και άλλο αίμα φέρνει
Σαν χάραξε στον ουρανό η ρόδινη αυγούλα ξύπνησε ο πολύπαθος, πολύτροπος Οδυσσέας και άκουσε το σπαραγμό και θρήνο της κυράς του. Σα μοιρολόι ήτανε, για την κακή της μοίρα, που χάθηκε ο άντρας της και άλλον...
Οδύσσεια, ραψωδία υ`. Το αίμα πάντα πίσω του και άλλο αίμα φέρνει
ΑΠΟΨΕΙΣ
Οδύσσεια, ραψωδία σ`: Πιο αχαμνό απ`τον άνθρωπο, πλάσμα στη γη δεν έχει
Όλα τα είπε ήρεμα ο θεϊκός Δυσσέας κι αμέσως στάλαξε κρασί, χοή στους αθανάτους, ήπιε κατόπιν και αυτός απ` το χρυσό ποτήρι κι έπειτα εις τ` Αμφίνομου το έδωσε το χέρι, χοή να κάνει και αυτός, στους αθανάτους...
Οδύσσεια, ραψωδία σ`: Πιο αχαμνό απ`τον άνθρωπο, πλάσμα στη γη δεν έχει

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας