Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Για τον ελληνοτουρκικό διάλογο
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Για τον ελληνοτουρκικό διάλογο

  • A-
  • A+

Ολα δείχνουν πως οδηγούμαστε σε διάλογο. Είναι μια απλή, απλούστατη πρόταση αυτή που μόλις έγραψα, που όμως φανερώνει ήδη πολλά.

Πρώτα πρώτα το ρήμα: οδηγούμαστε. Δεν τον επιλέξαμε τον διάλογο (δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που η κυβέρνηση αρνούνταν κατηγορηματικά τη συζήτηση με τους γείτονες) και, κατά πάσα πιθανότητα, αδυνατούμε να καθορίσουμε πλήρως το πλαίσιό του. Οδηγούμαστε συνεπώς σε διάλογο, γιατί αρχίζουμε και καταλαβαίνουμε ότι το διεθνοπολιτικό κεφάλαιό μας, ακόμη και στην τρέχουσα συγκυρία της διπλωματικής απομόνωσης και της τεράστιας οικονομικής δυσχέρειας της Τουρκίας, δεν είναι απεριόριστο. Με λίγα λόγια, αναγκαζόμαστε να αρχίζουμε να συζητάμε για διάλογο, ακολουθώντας απλώς τις εξελίξεις από φόβο ότι η ξεκάθαρη άρνησή μας θα οδηγήσει σε εναντίον μας κατηγορίες για δυστροπία και στον εκνευρισμό των συμμάχων μας.

Η δεύτερη σημαντική λέξη της παραπάνω πρότασης (η λέξη «διάλογος») χρειάζεται να αναλυθεί περισσότερο. Στις διμερείς σχέσεις, ο διάλογος προϋποθέτει καλή πίστη. Τα μέρη προσέρχονται στο τραπέζι επιθυμώντας να συζητήσουν για να βρουν λύσεις. Το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται εν πολλοίς από την ποιότητα των συζητήσεων, αλλά σημασία έχει η αφετηρία: τα μέρη πρέπει να θέλουν να συζητήσουν ανοιχτά και καλοπροαίρετα (στο πλαίσιο, εννοείται, που καθορίζεται από τις διεθνείς συγκυρίες και το Διεθνές Δίκαιο). Αυτή η προϋπόθεση της καλοπιστίας δεν υφίσταται. Και μόνο το γεγονός ότι, αντί να καταβληθούν προσπάθειες εμπέδωσης κλίματος καλής πίστης και καλής θέλησης από τις δύο πλευρές, ασχολούμαστε, τόσο σε πεδίο ηγεσιών, όσο και στο πεδίο του δημόσιου λόγου, με το ποιος φταίει για την έλλειψη ακριβώς αυτής της καλής πίστης, επιβεβαιώνει ότι απουσιάζει το σημαντικότερο στοιχείο διεξαγωγής του διαλόγου: η επιθυμία για διάλογο.

Εννοείται ότι η ίδια απουσία επιθυμίας για διάλογο, με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, διακατέχει και χαρακτηρίζει και την Τουρκία. Ομως, ακριβώς αυτό το στοιχείο τού να μιλάμε συνεχώς για τις πραγματικές ελλείψεις των προϋποθέσεων διαλόγου από την πλευρά τους (αντί να τονίζουμε τη δική μας επιθυμία γι’ αυτόν) μπορεί να χρησιμοποιηθεί -και χρησιμοποιείται συχνά- ως επιχείρημα από την τουρκική πλευρά για την προσχηματικότητα των προθέσεών μας. Επιπλέον, έχουμε από καιρό χαράξει στο πεδίο των διεθνών σχέσεων και της άμυνάς μας μια πορεία εντελώς ασύμβατη με την αναθεωρητική και τυχοδιωκτική -και κυρίως στραμμένη στο εσωτερικό της- πολιτική του καθεστώτος Ερντογάν. Συνεπώς η δική μας πολιτική διέπεται (και καλά κάνει) από άλλους κανόνες, αξίες και ρυθμούς από τους αντίστοιχους της τουρκικής. Και αυτοί οι κανόνες και αυτές οι αξίες προϋποθέτουν τον και βασίζονται στον διάλογο.

Επομένως οδηγούμαστε σε έναν διάλογο που καμία από τις δύο πλευρές στην πραγματικότητα δεν θέλει και ο οποίος στην πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από δύο παράλληλους μονολόγους που, επιπλέον, έχουν τελείως διαφορετική βάση αφετηρίας. Οπου δηλαδή η ελληνική πλευρά θα μιλάει με τα επιχειρήματα που της δίνει το Διεθνές Δίκαιο ως προς το θέμα της υφαλοκρηπίδας και η Τουρκία θα μιλάει για τις ειδικές περιστάσεις που επικρατούν στην περιοχή, οι οποίες καθορίζουν και τις προϋποθέσεις εισαγωγής εξαίρεσης, στηριζόμενη στο «δίκιο» της, ενώ συγχρόνως προσπαθεί να ανοίξει τη βεντάλια των θεμάτων. Γίνεται εύκολα κατανοητό ότι ένας τέτοιος «διάλογος» θα καταλήξει, αργά ή γρήγορα, στη διαπίστωση αδιεξόδου και στη σχεδόν σίγουρα θριαμβευτική και από τις δύο πλευρές δήλωση αδυναμίας επίτευξης συμφωνίας.

Τα πράγματα δηλαδή θα ήταν απλά (θα παιζόταν το κάπως κωμικό σενάριο του «κάνουμε ότι συζητάμε μέχρι να κατακάτσει ο κουρνιαχτός και μετά ξαναγυρνάμε στις δουλειές μας»), αν δεν υπήρχαν δύο παράγοντες που μπορεί και να εκτροχιάσουν τη γνωστή διαδικασία. Πρώτα απ’ όλα, η ίδια η φύση της διακυβέρνησης ΑΚΡ – Ερντογάν. Πηγαίνοντας προς το 2023 και την εκατονταετηρίδα από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, αυξάνουν τα σημάδια ότι ο Ερντογάν βιάζεται πρώτα απ’ όλα να αναθεωρήσει την ίδια την Ιστορία της χώρας του και να παραδώσει μια Τουρκία καθαρή από το κεμαλικό της παρελθόν. Στο πλαίσιο αυτό, οι αναφορές στα λάθη της τουρκικής πολιτικής που παρέδωσε τα νησιά στην Ελλάδα πληθαίνουν και μαζί στενεύουν τα περιθώρια ελιγμών. Η τουρκική κυβέρνηση, δηλαδή, για εσωτερικούς λόγους, δεν μπορεί να μην εξαντλήσει τα περιθώρια που έχει για να δείξει ότι επιδιώκει έναν διάλογο που θα αναδείξει το «δίκιο» της. Ο δεύτερος παράγοντας είναι η ανάγκη δημιουργίας ενός ασφαλούς χώρου αξιοποίησης των (ακόμη αδιευκρίνιστων προς τη δυνατότητα εμπορικής τους εκμετάλλευσης) υποθαλάσσιων πόρων της περιοχής. Πλέον, η Ελλάδα και η Τουρκία δεν συζητούν εντελώς μόνες τους. Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που ενδιαφέρονται για την έκβαση της συζήτησής τους.

Από την πλευρά μας, θα πρέπει ως κοινωνία να αρχίσουμε να συζητάμε για το πλαίσιο και τις προϋποθέσεις ενός τέτοιου διαλόγου. Γιατί η ορθή διεξαγωγή του διαλόγου από την πλευρά της πολιτικής ηγεσίας προϋποθέτει τη στήριξη μιας κοινωνίας, που κατανοεί τι (και πότε) μπορεί να πετύχει.

* αναπληρωτής καθηγητής στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο

ΑΠΟΨΕΙΣ
Ποιος φοβάται τον διάλογο;
Η χώρα μας είναι έτοιμη για επανεκκίνηση των διερευνητικών επαφών με την Τουρκία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Δεν είναι η...
Ποιος φοβάται τον διάλογο;
ΑΠΟΨΕΙΣ
Το νέο Ανατολικό Ζήτημα;
Οι διαδοχικές ελληνοτουρκικές κρίσεις αλλά και οι υφέσεις τους οδηγούν σε κάποιες διαπιστώσεις.
Το νέο Ανατολικό Ζήτημα;
ΑΠΟΨΕΙΣ
Ο πολιτικός διάλογος Ελλάδας-Τουρκίας
Βρισκόμαστε, όπως φαίνεται, ένα βήμα πριν ανακοινωθεί από την Ελλάδα και την Τουρκία, δηλαδή και από τις δύο πλευρές, η έναρξη του διαλόγου για να επιλυθούν οι διαφορές μεταξύ των δύο σύγχρονων εθνικών κρατών.
Ο πολιτικός διάλογος Ελλάδας-Τουρκίας
ΑΠΟΨΕΙΣ
Μονόδρομος ο διάλογος με την Τουρκία
Οι διαφορές στο Αιγαίο δεν είναι διαφορές για εδάφη και κατοίκους, κάτι που θα τις έκανε πολύ δύσκολες στην επίλυσή τους. Αποτελούν κυρίως διαφορετικές ερμηνείες των διεθνών συνθηκών και για τον τρόπο...
Μονόδρομος ο διάλογος με την Τουρκία
ΑΠΟΨΕΙΣ
Μαξιμαλισμοί και μπαμπεσιές
Έστω και σύντομη σύγκρουση με την Τουρκία θα είναι καταστροφική και για τις δύο πλευρές και περισσότερο για εμάς, ανεξαρτήτως έκβασης.
Μαξιμαλισμοί και μπαμπεσιές
ΑΠΟΨΕΙΣ
Η ώρα της Λωζάννης
Μετά την Αγια-Σοφιά έρχεται η ώρα της αμφισβήτησης της Συνθήκης της Λωζάννης; Η απάντηση του έγκυρου αυτοεξόριστου αναλυτή Γιαβούζ Μπαϊντάρ είναι καταφατική.
Η ώρα της Λωζάννης

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας